Βούνιον το βολβοκάστανον

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτό το λήμμα αφορά το φυτό. Για το μπαχαρικό, δείτε: Μαύρο κύμινο.
Βούνιον το βολβοκάστανον
Η κόμη από το Βούνιον το βολβοκάστανον (Bunium bulbocastanum).
Η κόμη από το Βούνιον το βολβοκάστανον (Bunium bulbocastanum).
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
( Aνιεράρχητη
βαθμίδα
):
Αγγειόσπερμα (Angiosperms)
( Aνιεράρχητη
βαθμίδα
):
Ευδικοτυλήδονα (Eudicots)
( Aνιεράρχητη
βαθμίδα
):
Αστερίδες (Asterids)
Τάξη: Σελινώδη (Apiales)
Οικογένεια: Απιίδες ή Σκιαδοφόρα (Apiaceae)
Γένος: Βούνιον (Bunium)
Είδος: Β. το βολβοκάστανον (B. bulbocastanum)
Διώνυμο
Βούνιον το βολβοκάστανον (Bunium bulbocastanum)
Κάρολος Λινναίος (L.)
Συνώνυμα[1]
  • Bulbocastanum balearicum Sennen
  • Bulbocastanum linnaei Schur
  • Bulbocastanum mauritanicum Willk.
  • Bulbocastanum mediterraneum Albert
  • Bunium agrarium Albert
  • Bunium aphyllum Jan ex DC.
  • Bunium bulbosum Dulac
  • Bunium collinum Albert
  • Bunium crassifolium (Batt.) Batt.
  • Bunium elatum (Batt.) Batt.
  • Bunium fontanesii (Pers.) Maire
  • Bunium majus Vill.
  • Bunium mauritanicum (Boiss. & Reut.) Batt.
  • Bunium mediterraneum Albert
  • Bunium minus Gouan
  • Bunium perotii Braun-Blanq. & Maire
  • Carum bulbocastanum (L.) Koch
  • Carum mauritanicum Boiss. & Reut.
  • Carvi bulbocastanum (L.) Bubani
  • Conopodium balearicum (Sennen) M.Hiroe
  • Diaphycarpus incrassatus (Boiss.) Calest.

Το Βούνιον το βολβοκάστανον (Bunium bulbocastanum) είναι ένα είδος φυτού που ανήκει στην οικογένεια των Απιίδων (Apiaceae). Σχετίζεται με το κύμινο (Cuminum cyminum), ονομάζεται επίσης και μεγάλη λεπτοκαρυά.[2] Συχνά συγχέεται με τη Νιγέλα την εδώδιμο (Nigella sativa) (που επίσης ονομάζεται μαύρο κύμινο,[3] μαυρόσπορος ή μαύρο αγριοκύμινο).[3]

Οι αποξηραμένοι καρποί από το Βούνιον το βολβοκάστανον (Bunium bulbocastanum), που έχουν μια καπνιστή, γήινη γεύση, ονομάζονται δε μαύρο κύμινο, μαύρο αγριοκύμινο, μαυρόσπορος και χρησιμοποιούνται ως μαγειρικό καρύκευμα στη βόρεια Ινδία, το Πακιστάν, το Μπανγκλαντές, το Αφγανιστάν, τοΤατζικιστάν και το Ιράν. Εκτός των περιοχών αυτών, είναι σχεδόν άγνωστο. Η ρίζα του που μοιάζει με κόνδυλο, συλλέγεται τοπικά για βρώση· εξ ου και οι αναφερόμενες σε αυτό ονομασίες «λεπτοκαρυά» ή «καστανιά».

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα τοπικά ονόματα για αυτό το μπαχαρικό είναι: Στα Χίντι, kala zeera (μαύρο κύμινο) ή shahi zeera (αυτοκρατορικό κύμινο), στα Ούρντου, سیاہ زیرہ (syah zirah, «μαύρο κύμινο»), کالا زیرہ (kaala zirah, «μαύρο κύμινο») και زيره كوهی (zirah kuhi, «κύμινο βουνού/άγριο»), στα Περσικά زيره كوهی (zireh kuhi, «άγριο ​​κύμινο») και στα Τατζίκ, сиёх дона (siyoh dona, «μαύρος σπόρος») και στα Μαλαγιάλαμ, «സഹജീരകം».

Ο συνήθης χρησιμοποιούμενος όρος στα Χίντι shahi zeera, πιθανόν να είναι μια στρέβλωση του syahi (μαύρο στα Περσικά) zeera. Ωστόσο, στην Ινδουστανική γλώσσα, ο όρος syahi επίσης σημαίνει «μελανωμένο μαύρο». Στη Βεγγαλική, kalo zeera επίσης σημαίνει μαύρο κύμινο, αλλά αναφέρεται στη νιγέλα, το (Μελάνθιον το ήμερον, (Nigella sativa)), όχι στο Βούνιον το βολβοκάστανον (Bunium bulbocastanum). Η νιγκέλλα χρησιμοποιείται ευρέως ως καρύκευμα στη Βεγγαλική κουζίνα, ενώ το Β. το βολβοκάστανον είναι σπάνιο.

Μαύρο κύμινο
(Βούνιον το βολβοκάστανον)
(Bunium bulbocastanum).

Ανάπτυξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το φυτό φύεται άγριο σε ένα ευρύ φάσμα από την νοτιοανατολική Ευρώπη ανατολικά προς τη νότια Ασία. Φτάνει σε ύψος, περίπου 60 εκατοστά (24 in) και σε πλάτος τα 25 εκατοστά (9,8 in), φέρει δε κροσσώδη φύλλα και ερμαφρόδιτα άνθη· τα οποία επικονιάζονται από έντομα και αυτογονιμοποιούνται. Τα φυτά από τα οποία μπορεί κανείς να συλλέξει Kala Zeera είναι στην περιοχή του υψηλότερου υψομέτρου του τομέα Drass και Kargil στην περιοχή Leh και σε ορισμένα μέρη επίσης του Spiti. Τα φυτά δεν είναι περισσότερο από ένα μέτρο σε ύψος και περίπου 60 εκατοστά σε πλάτος.

Σπόροι μαύρου κύμινου
(σύγκριση μεγέθους των σπόρων με κέρμα του 1¢ ΗΠΑ).

Χρήσεις τροφίμων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο θάμνος φέρει μικρού μεγέθους σπόρους και μπορεί κανείς να τους αποσπάσει μόλις το φυτό / θάμνος είναι πολύ ξηρό. Ο κάθε θάμνος δεν παράγει περισσότερα από 5-8 γραμμάρια Zeera, συμβάλλοντας έτσι στην υψηλή τιμή των 2 δολαρίων ΗΠΑ ανά 10 γρ. (τιμή του 1987).

Η μικρή στρογγυλεμένη κύρια ρίζα (taproot) είναι βρώσιμη είτε ωμή, είτε μαγειρεμένη και λέγεται ότι έχει τη γεύση του γλυκού κάστανου. Το φύλλο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βότανο ή ως γαρνιτούρα παρομοίως με το μαϊντανό.

Οι σπόροι αποτιμώνται ως γαρνιτούρα υψηλής αξίας, σε πολύ ιδιαίτερα Ινδικά πιάτα και δεν θα πρέπει να αλεστούν, καθότι έτσι θα μειωθεί η γεύση τους.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «The Plant List: A Working List of All Plant Species». 
  2. «BSBI List 2007» (xls). Botanical Society of Britain and Ireland. Ανακτήθηκε στις 2014-10-17. 
  3. 3,0 3,1 «USDA GRIN Taxonomy». 

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Bunium bulbocastanum της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).