Βουτυρόγαλα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Βουτυρόγαλα
Buttermilk-(right)-and-Milk-(left).jpg
Γάλα (αριστερά) σε σύγκριση με βουτυρόγαλα (δεξιά). Το βουτυρόγαλα είναι πιο πηχτό και αφήνει πιο ορατά υπολείμματα στο ποτήρι.
Πληροφορίες
ΠιάτοΡόφημα
Θερμοκρασία σερβιρίσματοςΔροσερό
Κύρια συστατικάΓάλα
Προσέγγιση θερμίδων ανά μερίδα40 (100 γραμ.)
Commons page Σχετικά πολυμέσα
δεδομένα (π)

Το βουτυρόγαλα είναι γαλακτοκομικό προϊόν το οποίο έχει υποστεί ζύμωση. Παραδοσιακά, ήταν το υγρό που έμενε πίσω μετά την ανάδευση του βουτύρου από καλλιεργημένη κρέμα γάλακτος. Καθώς το πιο σύγχρονο βούτυρο δεν παρασκευάζεται με καλλιεργημένη κρέμα, αλλά ακαλλιέργητη γλυκιά κρέμα, το πιο σύγχρονο βουτυρόγαλα καλλιεργείται χωριστά. Είναι συνηθισμένο σε θερμά κλίματα όπου το φρέσκο γάλα εκτός ψυγείου ξινίζει γρήγορα.[1]

Το βουτυρόγαλα μπορεί να καταναλωθεί σκέτο, και μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί στη μαγειρική. Κατά την παρασκευή του ψωμιού σόδας, το οξύ στο βουτυρόγαλα αντιδρά με τον διογκωτικό παράγοντα, το όξινο ανθρακικό νάτριο, για να παράγει διοξείδιο του άνθρακα που λειτουργεί ως διογκωτικός παράγοντας. Το βουτυρόγαλα χρησιμοποιείται επίσης στο μαρινάρισμα, ιδιαίτερα του κοτόπουλου και του χοιρινού.

Παραδοσιακό βουτυρόγαλα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχικά, το βουτυρόγαλα αναφερόταν στο υγρό που έμενε από το ανακάτεμα του βουτύρου από καλλιεργημένη ή ζυμωμένη κρέμα γάλακτος. Παραδοσιακά, πριν από την έλευση της ομογενοποίησης, το γάλα αφήνονταν να καθίσει για ένα χρονικό διάστημα για να αφήσει την κρέμα και το γάλα να διαχωριστούν. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, τα φυσικά βακτήρια που παράγουν γαλακτικό οξύ στο γάλα το ζύμωναν. Αυτό διευκολύνε τη διαδικασία αναδεύσεως του βουτύρου, καθώς το λίπος από κρέμα με χαμηλότερο pH συγχωνεύεται πιο εύκολα από αυτό της φρέσκιας κρέμας. Το όξινο περιβάλλον βοηθά επίσης στην πρόληψη της ανάπτυξης δυνητικά επιβλαβών μικροοργανισμών, αυξάνοντας τη διάρκεια ζωής.[2]

Το παραδοσιακό βουτυρόγαλα είναι ακόμα κοινό σε πολλά αραβικά, ινδικά, νεπαλέζικα, πακιστανικά, φινλανδικά, πολωνικά και ολλανδικά νοικοκυριά, αλλά σπάνια βρίσκεται σε άλλες δυτικές χώρες. Είναι ένα κοινό ρόφημα σε πολλά σπίτια της Ινδίας και του Νεπάλ και συχνά σερβίρεται με ψητό καλαμπόκι.[3] Στον αραβικό κόσμο, το βουτυρόγαλα είναι ένα κοινό ρόφημα που πωλείται παγωμένο με άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα. Είναι δημοφιλές κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού.

Θρεπτική αξία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βουτυρόγαλα που παράγεται στο εμπόριο είναι συγκρίσιμο με το κανονικό γάλα όσον αφορά την ενέργεια και το λίπος των τροφίμων. Ένα φλιτζάνι (237 mL) πλήρους γάλακτος περιέχει 157 κιλοθερμίδες και 8,9 γραμμάρια λίπους. Ένα φλιτζάνι πλήρες βουτυρόγαλα περιέχει 152 κιλοθερμίδες και 8,1 γραμμάρια ολικού λίπους. Διατίθεται επίσης βουτυρόγαλα με χαμηλά λιπαρά.[4] Το βουτυρόγαλα περιέχει βιταμίνες, κάλιο, ασβέστιο και ίχνη φωσφόρου.[5]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Muhlke, Christine (April 22, 2009). «Got Buttermilk?». New York Times. https://www.nytimes.com/2009/04/26/magazine/26food-t-000.html. 
  2. Douma (εκδ.), Michael (14 Ιουνίου 2007). «Ripening to Ferment Milk Sugars to Lactic Acid». Webexhibits. Ανακτήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 2008. 
  3. Fankhause, David B. (14 Ιουνίου 2007). «Making Buttermilk». Πανεπιστήμιο του Σινσινάτι. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 28 Αυγούστου 2007. Ανακτήθηκε στις 21 Αυγούστου 2007. 
  4. Filippone, Peggy Trowbridge. «Buttermilk health benefits». Ανακτήθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2013. 
  5. Aparna, Karthikeyan (May 13, 2012). «Buttermilk, the best bet». The Hindu (Τσεννάι, Ινδία). http://www.thehindu.com/features/metroplus/buttermilk-the-best-bet/article3415184.ece. Ανακτήθηκε στις October 13, 2013.