Βερενίκη (Ρακίνας)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Βερενίκη
Berenice 1671 title page.JPG
Εξώφυλλο της έκδοσης του 1671
ΣυγγραφέαςΡακίνας
ΤίτλοςBérénice
ΓλώσσαΓαλλικά
Ημερομηνία δημοσίευσης1671[1]
Πολιτιστικό κίνημαΚλασικισμός
Είδοςτραγωδία
Χαρακτήρεςd:Q24732087, d:Q24732084, d:Q24732082, d:Q24732081, d:Q24732078, d:Q24732075 και d:Q24732073

Βερενίκη (γαλλικός τίτλος: Bérénice) είναι πεντάπρακτη έμμετρη τραγωδία του Γάλλου θεατρικού συγγραφέα του 17ου αιώνα Ρακίνα που παρουσιάσθηκε στις 21 Νοεμβρίου 1670 στο Μέγαρο της Βουργουνδίας και δημοσιεύθηκε το 1671.[2]

Ο Ρακίνας φαίνεται ότι επέλεξε το θέμα σε ανταγωνισμό με τον Πιερ Κορνέιγ, ο οποίος εργαζόταν στο δράμα του Τίτος και Βερενίκη την ίδια περίοδο. Το θέμα προέρχεται από τον Ρωμαίο ιστορικό Σουητώνιο, ο οποίος αναφέρεται στον έρωτα του Ρωμαίου αυτοκράτορα Τίτου και της Βερενίκης της Κιλικίας, αδελφής του Αγρίππα Β'. Ο Σουετώνιος έγραψε μια μόνο πρόταση για την υπόθεση που στον πρόλογό του ο Ρακίνας μετέφρασε ως «Ο Τίτος, που αγαπούσε με πάθος τη Βερενίκη και που όλοι πίστευαν ότι είχε υποσχεθεί να την παντρευτεί, την έδιωξε από τη Ρώμη, παρά τη θέληση και των δύο, στις πρώτες κιόλας μέρες της αυτοκρατορίας του.»[Σημ 1]

Ο Ρακίνας εξύψωσε τη σχέση του Ρωμαίου αυτοκράτορα και της ερωμένης του στο επίπεδο του απόλυτου και τραγικού έρωτα. Στη σκέψη των συγχρόνων, η τραγωδία αντανακλούσε ένα περιστατικό της ζωής του Λουδοβίκου ΙΔ΄.[3]

Ο Ρακίνας αφιέρωσε το έργο στον Ζαν Μπατίστ Κολμπέρ.

Πρόσωπα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Τίτος, αυτοκράτορας της Ρώμης
  • Βερενίκη, βασίλισσα της Ιουδαίας
  • Αντίοχος, βασιλιάς της Κομμαγηνής
  • Παυλίνος, ακόλουθος του Τίτου
  • Αρσάκης, ακόλουθος του Αντίοχου
  • Φενίκη, ακόλουθος της Βερενίκης
  • Ρουτίλος, ένας Ρωμαίος
  • Υπηρέτες

Ιστορικό υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο θρίαμβος του Τίτου και του Βεσπασιανού, Τζούλιο Ρομάνο (1537)

Όλα ξεκινούν κατά την τελευταία φάση του Πρώτου Ιουδαϊκού πολέμου ( 74 μ.Χ. ). Ο Αντίοχος, βασιλιάς της Κομμαγηνής, φτάνει στο βασίλειο της Κιλικίας, πιθανότατα σε διπλωματική αποστολή, και συναντά τη Βερενίκη, την οποία ερωτεύεται. Προσπαθεί να της εκφράσει τον έρωτά του αλλά η άφιξη του Τίτου και του πατέρα του Βεσπασιανού τον εμποδίζει.

Ο Τίτος επίσης ερωτεύεται τη Βερενίκη και υπόσχεται να την πάρει στη Ρώμη μόλις καταπνίξει την εξέγερση στην Ιουδαία. Απελπισμένος καθώς δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τον γιο του αυτοκράτορα, ο Αντίοχος εντάσσεται στον στρατό των δύο Ρωμαίων ηγετών, ελπίζοντας να βρει το θάνατο στο πεδίο της μάχης. Αντίθετα, όχι μόνο επιζεί, αλλά συμβάλλει στην καταστροφή της Ιερουσαλήμ, γεγονός που βάζει τέλος στην εξέγερση.

Ο Τίτος αναγνωρίζει την αξία του Αντίοχου και τον κάνει φίλο του, στη συνέχεια επιστρέφει στη Ρώμη μαζί με τη Βερενίκη, η οποία ανταποδίδει τον έρωτά του. Ο Αντίοχος παρέμεινε για άλλα δύο χρόνια στο βασίλειο της Κιλικίας, στη συνέχεια πήγε στη Ρώμη ( 76 μ.Χ. ) ακόμη ερωτευμένος τρελά με τη Βερενίκη. Ο Τίτος καλωσορίζει τον Αντίοχο και τον φιλοξενεί για τρία χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων η Βερενίκη γίνεται φίλη του Αντίοχου, μη υποπτευόμενη τον έρωτά του. Ο Τίτος υπόσχεται να παντρευτεί τη Βερενίκη μόλις γίνει αυτοκράτορας. Το 79 μ.Χ., ο Βεσπασιανός πεθαίνει και ο Τίτος γίνεται αυτοκράτορας. Η τραγωδία ξεκινά οκτώ ημέρες μετά την κηδεία, το βράδυ που προηγείται του γάμου του Τίτου και της Βερενίκης, που όμως δεν θα γίνει ποτέ.

Υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H Βερενίκη και ο Τίτος, 1815

Το έργο διαδραματίζεται στην αρχαία Ρώμη. Μετά τον θάνατο του Βεσπασιανού, πατέρα του Τίτου, όλοι υποθέτουν ότι ο Τίτος θα είναι πλέον ελεύθερος να παντρευτεί την αγαπημένη του Βερενίκη, τη βασίλισσα της Παλαιστίνης. Ο Αντίοχος, βασιλιάς της Κομμαγηνής, στενός φίλος του Τίτου, είναι κρυφά ερωτευμένος με τη Βερενίκη εδώ και πολλά χρόνια και αποφασίζει, όταν πλησιάζει ο επικείμενος γάμος, να φύγει από τη Ρώμη - το ανακοινώνει στη Βερενίκη και συγχρόνως της εξομολογείται τον έρωτά του. Από την πλευρά του, ο Τίτος, έχοντας αντιληφθεί στις ρωμαϊκές συνελεύσεις ότι η κοινή γνώμη αντιδρά σ' αυτόν τον γάμο και δεν δέχεται μια ξένη για αυτοκράτειρα, αποφασίζει να εγκαταλείψει την ιδέα να παντρευτεί τη Βερενίκη. Ο Τίτος επιλέγει το καθήκον του στη Ρώμη από την αγάπη του για τη Βερενίκη και στέλνει τον Αντίοχο να της το ανακοινώσει. Η Βερενίκη, γνωρίζοντας τώρα τα αισθήματα που τρέφει ο φίλος του Τίτου για εκείνη, αρνείται να τον πιστέψει. Ωστόσο, ο Τίτος έρχεται να της επιβεβαιώσει ότι δεν θα την παντρευτεί, ενώ την παρακαλεί να μείνει κοντά του, κάτι που η Βερενίκη αρνείται. Αυτή και ο Αντίοχος φεύγουν χωριστά από τη Ρώμη και ο Τίτος παραμένει πίσω για να κυβερνήσει την αυτοκρατορία του.[4]

Η τραγική σύγκρουση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από εικονογράφηση του 1676

Η τραγική σύγκρουση προκύπτει από την αντιπαράθεση δύο ασυμβίβαστων επιταγών. Ο Τίτος δεν μπορεί να θυσιάσει το καθήκον του ως αυτοκράτορας της Ρώμης υποκύπτοντας στο πάθος του για τη Βερενίκη. Το δράμα θα μπορούσε να βασιστεί σε ανατροπές για να ενώσει και στη συνέχεια να χωρίσει τους δύο εραστές. Ο Ρακίνας, αντίθετα, επέλεξε να εξαλείψει όλα τα γεγονότα που θα μπορούσαν να επισκιάσουν τη μοναδική δράση του δράματος: την ανακοίνωση της επιλογής του Τίτου να απομακρυνθεί η Βερενίκη. Ο Τίτος, όταν έμαθε από τον Παυλίνο ότι η Ρώμη αρνήθηκε να του επιτρέψει να παντρευτεί την ξένη βασίλισσα Βερενίκη, πήρε την απόφαση να την απομακρύνει. Απομένει λοιπόν να το ανακοινώσει στην Βερενίκη και αυτή πρέπει να το αποδεχτεί. Ο έρωτάς τους δεν τίθεται ποτέ υπό αμφισβήτηση, σε καμία στιγμή δεν υπάρχει ποτέ προσωπικός κίνδυνος: τίποτε δεν αποσπά την προσοχή του κοινού.[5]

Η καλλιτεχνική δεξιοτεχνία του Ρακίνα συνίσταται στο «να φτιάχνει κάτι από το τίποτα» όπως λέει ο ίδιος στον πρόλογο του έργου, στο να δημιουργεί στον θεατή «αυτή τη μεγαλειώδη θλίψη που προκαλεί όλη την ευχαρίστηση της τραγωδίας» από ένα θέμα που μπορεί να ειπωθεί σε μια πρόταση. Η ένταση φτάνει στο αποκορύφωμά της στο τέλος της τέταρτης πράξης, όταν ο Τίτος εξηγεί το δίλημμά του και η Βερενίκη αρνείται την απόφασή του. Στην πέμπτη πράξη, συμβιβάζονται και οι δύο με το καθήκον τους: σε αντίθεση με άλλους ήρωες του Ρακίνα, αποδέχονται τον χωρισμό τους και δεν αναζητούν διαφυγή στον θάνατο.[6]

Σχολιασμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μόλις μια εβδομάδα αργότερα, το έργο του Πιέρ Κορνέιγ Τίτος και Βερενίκη ανέβηκε στο Παλαί Ρουαγιάλ σε σκηνοθεσία Μολιέρου. Ωστόσο, αν και έχουν το ίδιο θέμα, τα δύο έργα είναι τελείως διαφορετικά. Ο Κορνέιγ άντλησε την έμπνευσή του από ιστορικά γεγονότα και έχτισε την πλοκή του έργου του πάνω στον ανταγωνισμό μεταξύ της Βερενίκης και της Δομιτίας, μελλοντικής συζύγου του Δομιτιανού (αδελφού και διαδόχου του αυτοκράτορα Τίτου). Αντίθετα, ο Ρακίνας παρουσίασε την εξιδανικευμένη εικόνα ενός αυτοκράτορα που αρνείται τον έρωτα και υπακούει σε λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, όπως τους αντιλήφθηκε ο συγγραφέας από τις αναφορές του ιστορικού Σουητώνιου.[7]
  • Η Μαρία Μαντσίνι
    Στη σκέψη των θεατών της εποχής, η τραγωδία παρέπεμπε στη σχέση του νεαρού Λουδοβίκου ΙΔ' με την ανεψιά του Μαζαρίνου Μαρία Μαντσίνι, που αν και ερωτευμένοι αναγκάστηκαν να χωρίσουν 11 χρόνια πριν, καθώς σύμφωνα με τη Συνθήκη των Πυρηναίων ο βασιλιάς ανέλαβε την υποχρέωση να νυμφευτεί την Ισπανίδα πριγκίπισσα Μαρία Θηρεσία. [3]Ακριβώς όπως ο Λουδοβίκος ΙΔ' σεβάστηκε τους θεμελιώδεις νόμους του βασιλείου της Γαλλίας, ο Τίτος σέβεται τον ρωμαϊκό νόμο που του απαγορεύει να παντρευτεί μια ξένη βασίλισσα: [8]

Η Ρώμη, με έναν νόμο που δεν μπορεί να αλλάξει,

δεν παραδέχεται ξένο αίμα στο αίμα της,

και δεν αναγνωρίζει τους παράνομους καρπούς

που γεννιούνται από έναν γάμο αντίθετο με τις αρχές της. [9]

  • Η Βερενίκη αντιμετωπίζεται από τον Ρακίνα σε μια εντελώς διαφορετική οπτική σε σχέση με την ιστοριογραφική παράδοση. Στο έργο δεν υπάρχει κανένα σημάδι ανηθικότητας ή ασέβειας που τα ιερά κείμενα και οι Λατίνοι συγγραφείς της απέδιδαν. Κατά την παράδοση, η Βερενίκη πριν γνωρίσει τον Τίτο είχε διάφορους εραστές, μεταξύ των οποίων και τον αδελφό της Αγρίππα Β΄, από τις αιμομικτικές σχέσεις με τον οποίο θεωρείται ότι γεννήθηκαν δύο παιδιά. Τίποτε από αυτά δεν αναφέρεται στο έργο. [10]
  • Η Βερενίκη είναι σήμερα μια από τις πιο γνωστές τραγωδίες του Ρακίνα μετά τη Φαίδρα, την Ανδρομάχη και τον Βρεταννικό.[11]

Μετάφραση στα ελληνικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Titus reginam Berenicen, cui etiam nuptias policitus ferebatur, statim ab Urbe dimisit invitus invitam»

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]