Βασιλικό Ανάκτορο του Τορίνο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Βασιλικό Ανάκτορο του Τορίνο
Palazzo Reale di Torino
Torino-PalazzoReale.jpg
Είδος βασιλική κατοικία και αστικό ανάκτορο[1]
Αρχιτεκτονική νεοκλασική αρχιτεκτονική και μπαρόκ
Γεωγραφικές Συντεταγμένες 45°4′22″N 7°41′10″E
Διοικητική υπαγωγή Τορίνο[2]
Χώρα Ιταλία[3]
Ολοκλήρωση 1948
Αρχιτέκτονας Ασκάνιο Βιτότσι και Κάρλο ντι Καστελαμόντε
Προστασία τμήμα μνημείου παγκόσμιας κληρονομιάς (από 1997)
Ιστότοπος
Επίσημος ιστότοπος

Το Βασιλικό Ανάκτορο του Τορίνο, ιταλ. Palazzo Reale di Torino, είναι ένα ιστορικό ανάκτορο του Οίκου της Σαβοΐας στην πόλη του Τορίνο, στη βορειοδυτική Ιταλία. Αρχικά κτίστηκε τον 16ο αι. και αργότερα εκσυγχρονίστηκε από τη Χριστίνα-Μαρία των Βουρβόνων (1606-1163) τον 17ο αι. με σχέδια του αρχιτέκτονα του Μπαρόκ Φιλίππο Γιουβάρρα. Η νοτιοδυτικό κτήριο αποτελεί ξεχωριστό ανάκτορο, το Παλάτσο Κιαμπλέζε· στα δυτικά υπάρχει το Παρεκκλήσιο της Αγίας Σινδόνης· το τελευταίο κτίστηκε για να στεγάσει τη διάσημη Σινδόνη του Τορίνο. Το 1946 το κτήριο έγινε ιδιοκτησία του κράτους και μετατράπηκε σε μουσείο. Το 1997 περιελήφθη στον κατάλογο Θέσεων Παγκόσμιας Κληρονομίας της ΟΥΝΕΣΚΟ, μαζί με 13 άλλες κατοικίες του Οίκου της Σαβοΐας.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατασκευή του ανακτόρου έγινε με εντολή της αντιβασίλισσας Χριστίνας-Μαρίας το 1645. Ήθελε μία νέα κατοικία για την Αυλή, όταν ο γιος της επέστρεψε από τον εμφύλιο πόλεμο.

Στη θέση που επιλέχθηκε, πίσω (ανατολικά) του μητροπολιτικού ναού, ήταν πιο πριν το επισκοπικό ανάκτορο, που είχε κτιστεί στη μέση της νέας πρωτεύουσας της Σαβοΐας, το Τορίνο, κατά τη βασιλεία του Εμμανουήλ-Φιλιβέρτου δούκα της Σαβοΐας (1528-1580). Στα πλεονεκτήματα περιλαμβάνεται, το ότι ήταν ένας ανοικτός, ηλιόλουστος χώρος και κοντά στα άλλα κτήρια, όπου συναντιόταν οι αυλικοί· από το ανάκτορο του επισκόπου ο δούκας μπορούσε να ελέγξει τις δύο πύλες της πόλης, την Παλατινή και την Πραιτοριανή. Το ανάκτορο του επισκόπου καταλήφθηκε αργότερα το 1536 από τους Γάλλους και έγινε η κατοικία των Γάλλων αντιβασιλέων της Σαβοΐας, που διόρισε ο Φραγκίσκος Α΄ της Γαλλίας. Απέναντι από το ανάκτορο του επισκόπου ήταν το παλαιό ανάκτορο (palazzo vecchio) ή ανακτορο του Αγ. Ιωάννη (palazzo di San Giovanni). Το κτήριο, που για την αρχιτεκτονική του το αποκαλούσαν ζυμαρικά με τόννο, αντικαταστάθηκε από το μεγάλο Δουκικό Ανάκτορο.

Η αίθουσα του θρόνου.

Έτσι το ανάκτορο του επισκόπου έγινε η έδρα της εξουσίας και επεκτάθηκε μεγάλως από τον Εμμανουήλ-Φιλιβέρτο για να στεγάσει τη διαρκώς αυξανόμενη συλλογή του από έργα τέχνης, ταριχευμένα ζώα, μάρμαρα και έπιπλα. Ο δούκας απεβίωσε στο Τορίνο το 1580 και ο θρόνος της Σαβοΐας πέρασε στον γιο του Κάρολο-Εμμανουήλ Α΄ (1562-1630). Για τον εορτασμό των γάμων των δύο κορών του, οι οποίοι έγιναν ταυτόχρονα, παρήγγειλε δυο πτέρυγες, χαμηλότερες σε ύψος από το ανάκτορο, στη δυτική και την ανατολική μεριά της αυλής, που βρίσκεται νότια του ανακτόρου. Το νότιο άκρο της αυλής έκλεισε με κιγκλίδωμα. Νότια της αυλής είναι η πιάτσα Καστέλλο. Ο γιος του Βίκτωρ-Αμεδαίος Α΄ (1587-1637) έκανε έναν σπουδαίο γάμο, όταν νυμφεύτηκε τη Χριστίνα-Μαρία των Βουρβόνων στο Λούβρο το 1610.

Αυτός ανέλαβε δούκας της Σαβοΐας το 1630. Πιο πριν είχε περάσει τη νεανική ζωή του στη Μαδρίτη, στην Αυλή του πάππου του Φιλίππου Β΄ των Αψβούργων της Ισπανίας. Η σύζυγός του έδωσε τον τόνο της κατά τη βασιλεία του: μετακίνησε την έδρα τους και την Αυλή από το δουκικό ανάκτορο του Τορίνο στο Καστέλλο ντελ Βαλεντίνο, που τότε βρισκόταν σε προάστιο της μικρής πρωτεύουσας. Πολλά από τα τέκνα τους γεννήθηκαν στο καστέλλο ντελ Βαλεντίνο, όπως ο διάδοχος Κάρολος-Εμμανουήλ Β΄. Το 1637 απεβίωσε ο Βίκτωρ-Αμεδαίος Α΄ και η Χριστίνα-Μαρία έγινε αντιβασίλισσα, καθώς ο Κάρολος-Εμμανουήλ Β΄ ήταν 3 ετών.

Κατά τη βασιλεία του γιου του τελευταίου, του Βίκτωρα-Αμεδαίου Β΄ τη Σαρδηνίας δημιουργήθηκε η Πινακοθήκη Ντάνιελ, στο όνομα του Ντάνιελ Σάιτερ, που ζωγράφισε τους πολυτελείς τοίχους εκεί. Επίσης κατασκευάστηκε ένα σύνολο θερινών δωματίων με θέα προς την Αυλή και ένα χειμερινό διαμέρισμα με θέα στους κήπους. Νυμφεύτηκε την Άννα Μαρία της Ορλεάνης, ανιψιά του Λουδοβίκου ΙΔ΄ της Γαλλίας. Εδώ γεννήθηκαν οι κόρες του Μαρία Αδελαΐδα της Σαβοΐας (μητέρα του Λουδοβίκου ΙΕ΄ της Γαλλίας) το 1685 και η Μαρία Λουίζα της Σαβοΐας (σύζυγος του Φιλίππου Ε΄ της Ισπανίας) το 1688.

Το Παρεκκλήσιο της Ιεράς Σινδόνης, το τωρινό μέρος όπου βρίσκεται η Σινδόνη του Τορίνο, προστέθηκε στην κατασκευή το 1688-94. Οι δούκες της Σαβοΐας έγιναν το 1713 βασιλείς της Σικελίας, αλλά αντάλλαξαν τη Σικελία με τη Σαρδηνία κατά τη Συνθήκη της Χάγης (1720). Η Άννα-Μαρία της Ορλεάνης απεβίωσε στο ανάκτορο το 1728.

Ο νεοκλασικός ρυθμός εισήλθε στο ανάκτορο από τον γιο του Βίκτωρα-Αμεδαίου Β΄, τον Κάρολο-Εμμανουήλ Γ΄. Ο γιος αυτού Βίκτωρ Αμεδαίος Γ΄ της Σαρδηνίας νυμφεύτηκε τη Μαρία Αντωνία Φερδινάνδα της Ισπανίας (κόρη του Φιλίππου Ε΄) και το ζεύγος προτίμησε να διαμένει στην εξοχή, στο Κυνηγετικό καταφύγιο του Στουπινίτζι (Παλατσίνα ντι κάτσα του Στουπινίτζι). Η ζωγράφος Άννα Κατερίνα Τζίλλι (1729-1820) εργάστηκε στη διακόσμηση του ανακτόρου. Το ανάκτορο επισκιάστηκε από το κτήριο του Στουπινίτζι αργότερα, όταν ο Βίκτωρ Εμμανουήλ Β΄ από τον κλάδο της Σαβοΐας-Καρινιάνο νυμφεύτηκε τη Μαρία-Αδελαΐδα της Αυστρίας. Το ανάκτορο είδε ακόμη μία φορά κάποια ζωή με την αναδιακόσμηση μερικών δωματίων του.

Το 1946 το ανάκτορο διεκδικήθηκε από την Ιταλική Δημοκρατία και μετατράπηκε σε "Μουσείο για τη ζωή και τα έργα του Οίκου της Σαβοΐας". Τα δωμάτιά του διακοσμήθηκαν με πλούσιες ταπισερί και μία συλλογή κινεζικών και ιαπωνικών βάζων. Το Βασιλικό Οπλοστάσιο στεγάζει μία εκτεταμένη σειρά από όπλα, με δείγματα από τον 16ο και 17ο αι.

Το ανάκτορο στεγάζει την κλίμακα του ψαλιδιού (scala delle forbici), έργο του Φιλίππο Γιουβάρρα. Το παρεκκλήσιο της Ιεράς Σινδόνης, με τον σπειροειδή θόλο του, κτίστηκε στη δυτική πτέρυγα του ανακτόρου και αγγίζει το ιερό του καθεδρικού ναού του Αγ. Ιωάννη Βαπτιστή. Στεγάζει τη Σινδόνη του Τορίνο, που ανήκε στον Οίκο από το 1453 ως το 1946. Οι βασιλικές πύλες του ανακτόρου έχουν αποτυπωμένη μία ανάγλυφη, χρυσή Μέδουσα για να αποτρέπει τους εισβολείς.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Centre, UNESCO World Heritage. "Residences of the Royal House of Savoy".
  • Profile of Anna Caterina Gilli at the Dictionary of Pastellists Before 1800.

Πινακοθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Royal Palace of Turin της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
  1. archINFORM. 11503. Ανακτήθηκε στις 27  Φεβρουαρίου 2019.
  2. archINFORM. 11503. Ανακτήθηκε στις 31  Ιουλίου 2018.
  3. archINFORM. Ανακτήθηκε στις 30  Ιουλίου 2018.