Βασιλικό Ανάκτορο της Λα Γκράνχα δε Σαν Ιλδεφόνσο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 40°53′51″N 4°00′16″W / 40.89750°N 4.00444°W / 40.89750; -4.00444

Βασιλικό Ανάκτορο της Λα Γκράνχα δε Σαν Ιλδεφόνσο
La Granja Palacio.jpg
Το κεντρικό τμήμα της πρόσοψης του κήπου. Διακρίνεται ο κεντρικός άξονας του κήπου από την κεντρική σκάλα.
Είδοςβασιλική κατοικία και μνημείο[1]
ΑρχιτεκτονικήRococo architecture
Γεωγραφικές Συντεταγμένες40°53′51″N 4°0′16″W
Διοικητική υπαγωγήSan Ildefonso[1]
ΧώραΙσπανία[1]
ΑρχιτέκτοναςΤεοδόρο Αρδεμάνς
ΠροστασίαΚληρονομιά πολιτιστικού ενδιαφέροντος (από 1925)[1]
Ιστότοπος
Επίσημος ιστότοπος

To Βασιλικό Ανάκτορο της Λα Γκράνχα δε Σαν Ιλδεφόνσο (ισπανικά: Palacio Real de La Granja de San Ildefonso) είναι ανάκτορο του 18ου αιώνα στην μικρή πόλη του Σαν Ιλδεφόνσο, στους λόφους κοντά στη Σεγόβια, 80 χιλιόμετρα βόρεια της Μαδρίτης, Ισπανία. Το πάλατι ήταν στο παρελθόν θερινή κατοικία των Ισπανών βασιλιάδων από τη βασιλεία του Φιλίππου Ε΄. Το ανάκτορο είναι μπαρόκ ρυθμού και περιβάλλεται από εκτεταμένους γαλλικούς κήπους και ανάκτορα με γλυπτά. Σήμερα είναι ανοικτό ως μουσείο.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξαιτίας της θέσης του στις δασωμένες βόρειες πλευρές της Σιέρρα δε Γουαδαρράμα, ήταν αγαπημένος τόπος κυνηγιού για πολλούς βασιλιάδες της Καστίλης. Τον 15ο αιώνα, ο Ερρικός Δ΄ της Καστίλης κατασκεύασε την πρώτη κυνεγητική καλύβα, μαζί με ένα μικρό ιερό αφιερωμένο στον Σαν Ιλδεφόνσο, το οποίο έδωσε στο μέρος το αρχικό του όνομα. Η Ισαβέλλα της Καστίλης έδωσε και τα δύο κτίρια στους μοναχούς του μοναστηριού Παρράλ στη Σεγόβια, οι οποίοι κατασκεύασαν μία γκάνχα (φάρμα) και ένα πτωχοκομείο.

Ο χώρος αγοράστηκε από τους μοναχούς το 1719 από τον Φίλιππο Ε΄, αφότου το θερινό του ανάκτορο κοντά στο Βαλσαΐν κάηκε ολοσχερώς. Ξεκινώντας το 1721, ο Φίλιππος ξεκίνησε την κατασκευή ενός νέου ανακτόρου και κήπων που αντίγραφαν τις Βερσαλλίες, το οποίο κατασκευάστηκε από τον παπού του, Λουδοβίκο ΙΔ΄ της Γαλλίας. Όπως και οι Βερσαλλίες, είχε την αυλή των τιμών στο σημείο πρόσβασης και επίσημους κήπους, με τον κύριο άξονο επικεντρωμένο στο παλάτι, το οποίο περιβαλλόταν από δέντρα στα οποία ήταν κρυμμένα χαρακτηριστικά του κήπου. Όπως και οι Βερσαλλίες, η Λα Γκράνχα ήταν ένα αναχωρητήριο από την αυλή αλλά έγινε κέντρο της βασιλικής κυβέρνησης.

Το αρχικό σχέδιο ήταν ταπεινό, σχεδιασμένο από τον Ισπανό αρχιτέκτονα Τεοδόρο Αρδεμάνς, και συμπεριλάμβανε ένα παρεκκλησία επικεντρωμένο στη μία πρόσοψη, το οποίο επεκτάθηκε σε δεύτερη φάση, περ. 1728-34 από τον Αντρέα Προκατσίνι και Σεμπρόνιο Σουμπισάτι, οι οποίοι έφτιαξαν αυλές στις πλαγιές, και μετά του δόθηκε αμυντικός χαρακτήρας από τον Φίλιππο Γιουβάρρα, ο οποίος ήρθε από το Τορίνο, με βάση συστάσεις από τον κύκλο της δεύτερης συζύγου του Φιλίππου, Ελισάβετ Φαρνέζε της Πάρμα, και του βοηθού του, Τζοβάνι Μπατίστα Σασσέτι.

Όταν ο βασιλιάς αποφάσισε να παραιτηθεί το 1724, σκόπευε να αποσυρθεί στο Λα Γκράνχα. Όμως ο διάδοχος του Φιλίππου, βασιλιάς Λουδοβίκος Α΄, πεθανε τον ίδιο χρόνο, και ο Φίλιππος έπρεπε να επιστρέψει στο θρόνο. Επομένως, ένα μέρος το οποίο είχε σχεδιαστεί για αναψυχή και ησυχία έγινε σημαντικό μέρος συναντήσεων για τον βασιλιά, τους υπουργούς του και την αυλή. Η πόλη του Σαν Ιλδεφόνσο επεκτάθηκε για να προσφέρει στέγη και υπηρεσίες στους αυλικούς που ήθελαν να βρίσκονται κοντά στην αγαπημένη κατοικία του βασιλιά. Στρατώνες, μία εκκλησία (1721-24, κατασκευασμένη σε σχέδιο του Τεόντορο Άρντεμανς, αφιερωμένη στην Αγία Τριάδα) και ακόμη και ένα βασιλικό εργοστάσιο γυαλιού (1728), κτίστηκαν για τις ανάγκες του παλατιού. Το εργοστάσιο γυαλιού, το οποίο είχε αρχικά επιτυχία από το 1720 στο Νουέβο Μπαθτάν, στην επαρχία της Μαδρίτης, μετακινήθηκε υπό την διεύθυνση του Καταλανού επικεφαλής, Βεντούρα Σιτ, στο σαν Ιλδεφόνσο, όπου η παροχή ξυλείας ήταν άφθονη και ένας βασιλικός προστάτης ήταν κοντά. Το καλύτερο γιαλί βενετικού τύπου που παραγόταν από αυτά τα εργοστάσια χρονολογείται από το τέλος του 18ου αιώνα.[2]

Η εκκλησία επιλέχθηκε από τον Φίλιππο ως τόπος ταφής του, σε αντίθεση με τους Αψβούργους προκατόχους του. Οι τοιχογραφίες από τον Τζιαμπαττίστα Τιεπόλο, ολοκληρωμένες από τον Φρανθίσκο Μπαγιό, καταστράφκηε από φωτιά το 1918.[3]

Ο διάδοχος του Φιλίππου, Φερδινάνδος ΣΤ΄, κληροδότησε το βασιλικό χώρο του Σαν Ιλδεφόνσο, με ότι περιείχε, στη δεύτερη σύζυγο του πατέρα του, Ισαβέλλα Φαρνέζε. Με το θάνατό της το 1766, επιστράφηκε στο στέμμα.

Για τα επόμενα 200 χρόνια, η Λα Γκράνχα ήταν το κύριο θερινό ανάκτορο της αυλής, και πολλοί βασιλικού γάμοι και ταφές, κρατικές συνθήκες και πολιτικά γεγονόταν έλαβαν χώρα εντός των τειχών του.

Σήμερα αποτελεί τμήμα της Εθνικής Κληρονομιάς της Ισπανίας (Patrimonio Nacional). Είναι δημοφιλής τουριστικός προορισμός, με πίνακες, πορτραίτα και ένα μουσείο με φλαμανδικές ταπετσαρίες.

Κήποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με έκταση πάνω από 1.500 έικρ (6,1 χλμ²), οι κήποι γύρω από το ανάκτορο είναι ένα από τα καλύτερα παραδείγματα σχεδιάσης κήπων στην Ευρώπη του 18ου αιώνα. Ο Γάλλος σχεδιαστής από τα επίσημη γαλλικά βασιλικά γραφεία του Ρομπέρ ντε Κοτ, Ρενέ Καρλιέ, χρησιμοποιήσε τη φυσική πλαγιά από τα βουνά μέχρι το παλάτι τόσο για να βοηθήσει την οπτική προοπτική και σαν πηγή για επαρκές ύψος ώστε το νερό να εκτοξεύεται από τα 26 γλυπτά συντριβάνια που διακοσμούν το πάρκο. Για τα περίτεχνα «Λουτρά της Ντιάνα», επικέντρο πολλών αξόνων συμμετριάς του κήπου, ο απογοητευμένος Φίλιππος είπε: «Μου κόστισε τρια εκατομμύρια και με διασκέδασε για τρία λεπτά».

Γλύπτες έφτασαν από το Παρίσι για να φιλοτεχνήσουν τα αγάλματα στο χώρο. Ανάμεσα σε αυτούς συγκαταλέγονταν ο Ρενέ Φρεμά (1672-1744), στον οποίο αποδίδεται η δημιουργία πολλών βάσεων και αγαλμάτων του 18ου αιώνα, ο Ζαν Τιερί και πολλοί άλλοι που απλώς αναφέρονται.

Όλα τα σιντριβάνια απεικονίζουν θέματα από την κλασσική μυθολογία, περιλαμβανομένων ελληνικών θεοτήτων, αλληγοριών και σκηνές από μύθους. Έχουν χυτευθεί σε μόλυβδο για να προληφθεί η διάβρωση και στη συνέχεια βάφηκε ώστε να μοιάζει με μπρούτζο ή περάστηκε με λευκό οξειδωμένο μόλυβδο ώστε να μοιάζει με μάρμαρο. Μια ομάδα από πλούσια διακοσμημένες βάσεις έχουν αποδοθεί σε σχέδια του Ζιλ-Μαρί Οπερνό,[4] τα οποία πιθανότατα προωθήκαν από τα γραφεία του Ρομπέρ ντε Κοτ.

Οι αρχικοί σωλήνες είναι ακόμη λειτουργικοί. Βασιζόνται μόνο στη βαρύτητα για να προωθήσουν το νερό ψηλά, μέχρι και 40 μέτρα στο σιντιβάνι «πίδακας της Δόξας». Μία τεχνιτή λίμνη, Ελ Μάρ, βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο του πάρκου και αποτελεί αποταμιευτήρα και παρέχει πίεση σε όλο το σύστημα.

Σήμερα, μόνο λίγα σιντριβάνια λειτουργούν κάθε μέρα. Δύο φορές το χρόνο, τις ημέρες εορτασμού του Σαν Φερνάνδο και Σαν Λουίς, λειτουργούν όλα τα συντριβάνια.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Monuments database. 13  Νοεμβρίου 2017. tools.wmflabs.org/heritage/api/api.php?action=search&format=json&srcountry=es&srlang=es&srid=RI-51-0000314.
  2. Frank Gibson, "La Granja Glass" The Burlington Magazine for Connoisseurs 39 No. 225 (December 1921), pp. 304, 308-309.
  3. Xavier Bray, "The Iconography of Francisco Bayeu's Frescoes for the Colegiata at La Granja de San Ildefonso" The Burlington Magazine 139 No. 1133 (August 1997, pp. 543-547), p. 543; José Manuel de la Mano, "Tiepolo's Commission for the Collegiate Church of the Holy Trinity at La Granja de San Ildefonso" The Burlington Magazine 139 No. 1133 (August 1997), pp. 536-543)
  4. Bruno Pons, "Oppenord and the Granja de San Ildefonso" The Burlington Magazine 131 No. 1034 (May 1989), pp. 337-341 (Pons 337, note 7)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Royal Palace of La Granja de San Ildefonso της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).