Βασιλική επιστολή εντολής εγκλεισμού

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Σφραγισμένη επιστολή του Λουδοβίκου ΙΕ΄, 1759

Βασιλική επιστολή εντολής εγκλεισμού (γαλλικά: lettre de cachet, προφορά: ​[lɛtʁ də kaʃɛ], λετρ ντε κασέ) ήταν, σύμφωνα με το παλαιό καθεστώς στη Γαλλία, επιστολή με βασιλική εντολή, που διέταζε τη φυλάκιση χωρίς δικαστική απόφαση, την εξορία ή τον εγκλεισμό ανθρώπων που θεωρούνταν ανεπιθύμητοι από τις αρχές. Παρουσίαζε το πλεονέκτημα της διακριτικότητας και της ταχύτητας για τον μονάρχη. Την προτιμούσαν από μια δημόσια δίκη όταν η σημασία της υπόθεσης μπορεί να ζημίωνε το κράτος, όπως η σύλληψη του πρίγκιπα ντε Κοντέ με εντολή του Μαζαρίνου κατά τη διάρκεια των ταραχών της Σφενδόνης.

Ήταν σύμβολο της βασιλικής αυθαιρεσίας και καταργήθηκε κατά τη Γαλλική επανάσταση.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εξουσία να έκδοσης εντολών εγκλεισμού ήταν ένα βασιλικό προνόμιο που αναγνωρίζονταν από το γαλλικό μοναρχικό αστικό δίκαιο που αναπτύχθηκε κατά τον 13ο αιώνα, καθώς η μοναρχία των Καπετιδών ξεπέρασε την αρχική δυσπιστία της για το ρωμαϊκό δίκαιο. Η αρχή της μπορεί να ανιχνευθεί σε ένα απόσπασμα από τον Πανδέκτη του Ιουστινιανού: στα λατινικά «Rex legibus solutus est» ή «Ο βασιλιάς δεν υπόκειται στους νόμους ». Οι Γάλλοι νομομαθείς ερμήνευσαν το σημείο αυτό του Ιουστινειάνειου κώδικα με γενικό τρόπο και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι κάθε «βασιλιάς είναι αυτοκράτορας στο δικό του βασίλειο», δηλαδή κατέχει τα προνόμια νόμιμου απολυταρχισμού που ο νόμος παραχωρούσε στον Ρωμαίο αυτοκράτορα.[1]]

Αυτό σήμαινε ότι όταν ο βασιλιάς παρενέβαινε άμεσα, μπορούσε να αποφασίσει χωρίς να συμμορφωθεί με τους νόμους, ακόμα και αντίθετα στους νόμους. Αυτό αρχικά συνέβαινε προφορικά και από τον 14ο αιώνα γραπτά.[2]

Ορισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι βασιλικές επιστολές εντολής εγκλεισμού έφεραν την υπογραφή του Γάλλου βασιλιά και του Γραμματέα του κράτους και ήταν κλεισμένες με σφραγίδα επειδή έπρεπε να διαβαστούν μόνο από τον παραλήπτη.

Στην αρχή χρησιμοποιήθηκαν για το αδίκημα της συνωμοσίας κατά του βασιλιά αλλά στη συνέχεια εφαρμόστηκαν καταχρηστικά ευρύτερα. Από την εποχή του Λουδοβίκου ΙΔ΄ προστέθηκαν υποθέσεις που επηρέαζαν τη δημόσια τάξη υπό την ευρεία έννοια. Από τις αρχές του 18ου αιώνα, έγιναν τόσο συνηθισμένες που τα έγγραφα ήταν προσυμπληρωμένα ανά περίπτωση: θρησκευτική δίωξη, εγκλεισμός τρελών, ακολασία, συκοφαντική δυσφήμιση, χωρίς να φέρουν απαραίτητα την υπογραφή του βασιλιά.[2]

Οι επιστολές εντολής εγκλεισμού που συντάσσονταν από τις κυβερνητικές υπηρεσίες στην πραγματικότητα κάλυπταν ένα νομικό κενό, καθώς η φυλάκιση δεν περιλαμβανόταν στις κυρώσεις του ποινικού κώδικα του παλαιού καθεστώτος στη Γαλλία: οι φυλακές ήταν μόνο για τους οφειλέτες ή κατηγορούμενους εν αναμονή της δίκης τους.

Μια βασιλική επιστολή εντολής εγκλεισμού συνήθως αποστέλνονταν κατόπιν αιτήσεως και με τα έξοδα των οικογενειών που επιθυμούσαν να φυλακισθεί ένα μέλος τους

  • για πειθαρχικούς λόγους (υπόθεση Μιραμπώ για χρέη σε τυχερά παιχνίδια και σπατάλη, κατόπιν αιτήματος του πατέρα του)
  • για να ξεφύγουν από μια ποινική καταδίκη (υπόθεση μαρκήσιου ντε Σαντ που τον κατήγγειλε η πεθερά του για να αποφύγει την ντροπή της ποινής του θανάτου για βιασμό)
  • για να αποφευχθεί αταίριαστος γάμος ενός αγαπημένου γόνου αριστοκρατικής οικογένειας ή
  • για να απαλλαγούν από έναν ενοχλητικό κληρονόμο.

Η κράτηση σε μια βασιλική φυλακή παραχωρούσε ασυλία πέρα ​​από το κοινό δικαστικό σύστημα. Αντιμέτωπος με την αύξηση του αριθμού των αιτημάτων, ο βασιλιάς επεδίωξε να αποφύγει τις καταχρήσεις και συνήθως διενεργούνταν έρευνες για να αποφευχθούν οι ψευδείς κατηγορίες. Ο Λουδοβίκος ΙΣΤ΄ με ρύθμιση το 1784 περιόρισε την περίοδο κράτησης.[3] Οι βασιλικές επιστολές εντολής εγκλεισμού αφορούσαν επίσης τις κρατικές υποθέσεις και πολιτικές διώξεις, σε μικρή αναλογία, της τάξης του 4 ή 5% .[4]

Ήταν σύμβολο της βασιλικής αυθαιρεσίας και είχαν καταγγελθεί από τους Διαφωτιστές. Ο Μιραμπώ τις χαρακτήρισε ως το «ασφαλέστερο όπλο του αυταρχισμού».[5]

Μεγάλη και μικρή σφραγίδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επιστολή εγκλεισμού, 1759

Μία επιστολή εντολής εγκλεισμού μπορούσε να αποσταλεί από πρωτοβουλία του βασιλιά - αυτή ήταν η επιστολή της μεγάλης σφραγίδας. Αυτό συνέβαινε συνήθως σε πολιτικές φυλακίσεις, όπως αυτές του Βολταίρου ή του Ντιντερό.[6]

Μπορούσε επίσης να ζητηθεί από ένα άτομο - αυτή ήταν η επιστολή της μικρής σφραγίδας. Έτσι, ο ίδιος ο Βολταίρος ζήτησε τη φυλάκιση ατόμου που έκανε φασαρία στη γειτονιά. Συχνά εκδίδονταν για ιδιωτικά θέματα όπου οι ενάγοντες επιθυμούσαν να ενεργήσουν γρήγορα και χωρίς δημοσιότητα. Μπορούν να ομαδοποιηθούν σε πέντε κατηγορίες:

  • την τρέλα και την ανευθυνότητα.
  • νεανικές υπερβολές ·
  • ακολασία
  • ανάρμοστος γάμος (συνήθως μεταξύ ευγενών και ανθρώπων του λαού).
  • πιο σοβαρά εγκλήματα ή αδικήματα.

Συνέπειες επιστολής εντολής εγκλεισμού :

  • εγκλεισμός επ' αόριστον (για τους τρελούς)
  • εγκλεισμός σε μοναστήρι ή νοσοκομείο
  • εξορία
  • ένα με δύο χρόνια φυλάκιση για άτομα που, σύμφωνα με τη ρύθμιση του 1784 «χωρίς διατάραξη της δημόσιας τάξης από εγκλήματα, χωρίς να έχουν κάνει τίποτα που θα μπορούσε να τους εκθέσει στην αυστηρότητα των κυρώσεων που επιβάλλονται από το νόμο, έχουν επιδοθεί σε υπερβολική ελευθεριότητα, ακολασία και σπατάλη ».
  • «αυστηρές ποινές για όσους είχαν διαπράξει βιαιοπραγίες ή εγκλήματα κατά της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, που η δικαιοσύνη, εάν γνώριζε, θα τιμωρούσε με καταδίκη ατιμωτική για τις οικογένειες». [7]

Διαδικασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διαδικασία ήταν η εξής: η οικογένεια έστελνε στον βασιλιά ένα αιτιολογημένο αίτημα. Σε περίπτωση «δημόσιου σκανδάλου», το αίτημα μπορούσε να προέρχεται από τον πάστορα της ενορίας, τον επίσκοπο της μητρόπολης ή τον τοπικό άρχοντα. Η αστυνομία ερευνούσε και ο έλεγχος επικεντρώνονταν σε δύο σημεία: την ακρίβεια των γεγονότων που αναφέρθηκαν και τη φερεγγυότητα των γονέων του ενδιαφερόμενου προσώπου. Ο κρατούμενος έπρεπε να πληρώνει τη διατροφή του κατά τη διάρκεια της κράτησης. Μερικές φορές απελευθερώνονταν αν δεν ήταν πλέον σε θέση να πληρώσει.

Το γραφείο αναφορών ήταν ανοιχτό στο κοινό στο Παρίσι, ώστε οι ενδιαφερόμενοι να ζητούν από έναν γραμματέα μία επιστολή εντολής εγκλεισμού. Τα αρχεία που περιείχαν τις αιτήσεις για επιστολές, τα αρχεία των ερευνών και των απελευθερώσεων διατηρήθηκαν στο Ίδρυμα της Βαστίλης και μελετήθηκαν από ιστορικούς.

Στη βάση της σωστής απονομής δικαιοσύνης οι βασιλικές επιστολές εντολής εγκλεισμού καταργήθηκαν κατά τη Γαλλική επανάσταση από τη Συντακτική Συνέλευση τον Μάρτιο 1790 .[8]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Norman F. Cantor, The Civilization of the Middle Ages 1993
  2. 2,0 2,1 Mythe et réalités des lettres de cachet. «Le Figaro». 
  3. Nicole Castan, Histoire des galères, bagnes et prisons, Toulouse, Privat, 1991, 368 p.(ISBN 978-2-70895-348-2), p. 71.
  4. Fred Morrow Fling, « Mirabeau, a Victim of the Lettres de Cachet », The American Historical Review, vol. 3, no 1, octobre 1897, p. 19.
  5. Mirabeau, Des lettres de cachet et des prisons d’État, Œuvres de Mirabeau, Paris, 1835, p. 5.
  6. . «Men of letters in the Bastille». 
  7. Christian Meyer, La Noblesse bretonne au xviiie siècle, Flammarion, Paris, 1966, p. 282.
  8. Désiré Dalloz, Jurisprudence générale du royaume : répertoire méthodique et alphabétique de législation de doctrine et de jurisprudence en matière de droit civil, commercial, criminel, administratif, de droit des gens et de droit public, t. 30, Paris, Bureau de la jurisprudence générale, 1853, 768 p.