Βασικός Νόμος για την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Βασικός Νόμος για την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (γερμανικά: Grundgesetz für die Bundesrepublik Deutschland) αποτελεί τη συνταγματική νομοθεσία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.[1]

Εγκρίθηκε στις 8 Μαΐου 1949 στη Βόννη και, με την υπογραφή των Δυτικών Συμμάχων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στις 12 Μαΐου, τέθηκε σε ισχύ στις 23 Μαΐου.[2][3] Αρχικό πεδίο εφαρμογής του ήταν τα κρατίδια της Δυτικής Γερμανίας, που βρίσκονταν υπό Συμμαχική κατοχή εκτός από εκείνο της σοβιετικής κατοχής και της πόλης του Βερολίνου.[4] Ο νομοθέτης δεν χρησιμοποίησε τη λέξη "σύνταγμα", καθώς θεώρησε ότι ο Βασικός Νόμος θα είχε προσωρινή ισχύ μόνο για την Δυτική Γερμανία και ότι ένα σύνταγμα θα έπρεπε να περιλάβει μια ενοποιημένη Γερμανία.

Στο Βασικό Νόμο τα πιο θεμελιώδη δικαιώματα κατοχυρώνονται στην πρώτη ενότητα (άρθρα 1-19).[5] Με αυτόν η Γερμανία αποτελεί μια κοινοβουλευτική δημοκρατία με βασική διάκριση των εξουσιών σε εκτελεστική, νομοθετική και δικαστική. Η εκτελεστική εξουσία εκτελείται από την εθιμοτυπική θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας, που αποτελεί τον αρχηγό του κράτους, και τον Ομοσπονδιακό Καγκελάριο, ο οποίος είναι ο επικεφαλής της κυβέρνησης.[6]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]