Βασίλης Σιώκος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Βασίλης Σιώκος
Προσωπικές πληροφορίες
Ημερ. γέννησης1 Μαΐου 1947 (1947-05-01) (72 ετών)
Τόπος γέννησηςΑθήνα, Ελλάδα
ΘέσηΑμυντικός
Επαγγελματική καριέρα*
ΠερίοδοςΟμάδαΣυμμ.(Γκ.)
1963-1967Ηλυσιακός92(11)
1967-1978Ολυμπιακός Πειραιώς279(17)
1978-1982Εθνικός Πειραιώς88(5)
Εθνική ομάδα
ΠερίοδοςΟμάδαΣυμμ.(Γκ.)
1969-1975Ελλάδα13(0)
* Οι συμμετοχές και τα γκολ στις προηγούμενες ομάδες υπολογίζονται μόνο για τα εγχώρια πρωταθλήματα.
† Συμμετοχές (Γκολ).

Ο Βασίλης Σιώκος (γενν. 1947, Αθήνα) είναι Έλληνας παλαίμαχος διεθνής ποδοσφαιριστής, που διακρίθηκε κυρίως με τον Ολυμπιακό Πειραιά στη θέση του κεντρικού αμυντικού.

Καριέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ηλυσιακός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ξεκίνησε το 1963 από τον Ηλυσιακό, με τον οποίο αγωνίστηκε τέσσερις περιόδους στη Β' εθνική και την Α' κατηγορία της ΕΠΣΑ (τα τοπικά πρωταθλήματα μέχρι το 1967 και τη δημιουργία του εθνικού Ερασιτεχνικού, απάρτιζαν την τότε "3η κατηγορία" του ελληνικού ποδοσφαίρου, με εξαίρεση το διάστημα 1965-1967 που μπορούν να θεωρηθούν ως 4η).

Ολυμπιακός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέλος της προολυμπιακής ομάδας, μεταγράφηκε σε ηλικία 20 ετών το καλοκαίρι του 1967 στον Ολυμπιακό έναντι 250.000 δραχμών, κατόπιν σκληρής διεκδίκησης και του Παναθηναϊκού που διαθέτοντας άριστες σχέσεις με το γειτονικό του σωματείο των Ιλισίων, είχε τον πρώτο λόγο για την απόκτηση των καλύτερων παικτών του[1].
Στον Πειραιά πραγματοποίησε σπουδαία καριέρα, παρά το γεγονός ότι την πρώτη χρονιά δεν του έδωσαν καμμία ευκαιρία ο Μάρτον Μπούκοβι και ο αντικαταστάτης του, "Σούλης" Κίνλεϊ, βασικά επειδή υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία[2]. Αποτέλεσε όμως σταθερότατη επιλογή των επόμενων δεκατριών προπονητών και για 10 περιόδους καθιερώθηκε ως ο βασικός λίμπερο των ερυθρόλευκων, αρχικά αντικαθιστώντας επάξια τον Κώστα Πολυχρονίου που αποχώρησε, ενώ επί τουλάχιστον 5ετία υπήρξε ο πρώτος αρχηγός τους. Συμμετείχε σε 279 από τα συνολικά 334 παιχνίδια πρωταθλήματος του Ολυμπιακού, δηλαδή 5 σε κάθε 6, χρησιμοποιούμενος 10 μόλις φορές ως αλλαγή και σημειώνοντας 17 τέρματα -αλλά και ένα αυτογκόλ-, τα 9 με εύστοχα πέναλτι των οποίων ήταν συχνός εκτελεστής.

Ιδιαίτερα το διάστημα 1972-1975 της κατάκτησης των τριών τίτλων, συγκρότησαν ένα εξαιρετικό κεντρικό δίδυμο με στόπερ το Λάκη Γκλέζο που συνέβαλε τα μέγιστα να δέχεται η ομάδα τους λιγότερο από μισό τέρμα ανά συνάντηση (48 σε 102). Ο δε Σιώκος συμπεριλήφθηκε στην κορυφαία 11άδα της διοργάνωσης του 1972-73 και την αντίστοιχη β' γύρου του 1973-74. Παράλληλα, πέτυχε και μία σπουδαία ατομική επίδοση όταν έπαιξε σε 104 συνεχείς αγώνες πρωταθλήματος -πάντα βασικός-, συγκεκριμένα τους 4 τελευταίους της περιόδου 1971-72 και τους 34 καθεμίας από τις δύο επόμενες, για να απουσιάσει μόνο στον προτελευταίο της 1974-75. Το στατιστικό αυτό στοιχείο τον κατατάσσει μεταξύ των ελάχιστων ποδοσφαιριστών με ανάλογα επιτεύγματα[3] στην ιστορία της Α' εθνικής κατηγορίας από την έναρξή της το 1959.
Κατά τη διάρκεια των 11 χρονών παραμονής στον Ολυμπιακό, φόρεσε τη φανέλα του σε 340 επίσημες αναμετρήσεις (279 πρωταθλήματος, 40 κυπέλλου, 21 ευρωπαϊκές) και 178 φιλικές, άρα περισσότερες από 500.

Εθνικός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέσα στα πλαίσια εκτεταμένης ανανέωσης το καλοκαίρι του 1978, συναίνεσε να δοθεί αντάλλαγμα -μαζί με το Μακαρατζή- στον άλλο σύλλογο του μεγάλου λιμανιού, τον Εθνικό Πειραιά, με στόχο να ολοκληρωθεί η τριπλή μεταγραφή του διεθνούς τερματοφύλακα Αρβανίτη, του Γερμανού επιθετικού Ρόρμπαχ και του Κύπριου Σταύρου Παπαδόπουλου, του αντικαταστάτη του στην ερυθρόλευκη άμυνα (από την οποία αποχώρησε και ο Γκλέζος).
Με τη νέα του ομάδα αγωνίστηκε επί 3ετία και 88 παιχνίδια πρωταθλήματος, δηλαδή 6 σε κάθε 7 και όλα βασικός εκτός από ένα, παρότι ήταν πλέον ανάμεσα στα 32 και τα 34 του. Σκόραρε 5 φορές και γενικά βοήθησε τον Εθνικό να καταλάβει άνετα την 8η και στη συνέχεια δύο 7ες θέσεις της βαθμολογίας.
Στις θερινές μεταγραφές του 1981 όμως, αντιμετώπισε την άρνηση του Νίκου Μουρκάκου, προέδρου του Εθνικού, για την επιστροφή του με ελευθέρας στον Ολυμπιακό ώστε να τερματίσει την καριέρα του εκεί όπου αναδείχτηκε, με συνέπεια να απέχει από τις προπονήσεις αναμένοντας τη λήξη του συμβολαίου του. Ενδιάμεσα, επέλεξε τελικά να κρεμάσει τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια έπειτα από 19 περιόδους στο άθλημα.

Στην εθνική Ελλάδας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πραγματοποίησε το ντεμπούτο του πριν κλείσει τα 22 και λίγους μόλις μήνες μετά την καθιέρωσή του στους Πειραιώτες, συγκεκριμένα στις 12 Μαρτίου 1969 σε έναν φιλικό αγώνα (3-3) εναντίον του Ισραήλ στο Τελ Αβίβ. Τις επόμενες 3,5 χρονιές είχε μία μόνο διεθνή συμμετοχή ακόμη, μέχρι να καθιερωθεί ως βασικός κεντρικός αμυντικός του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος για πάνω από διετία, συχνότερα με παρτενέρ τον Λάκη Γκλέζο.

Γενικά, υπήρχε η αίσθηση στους φίλαθλους κύκλους πως έπρεπε να έχει περισσότερες εμφανίσεις από τις 13 φορές που χρίστηκε διεθνής στους 41 αγώνες μεταξύ της πρώτης και της τελευταίας του, εκείνης της 23ης Φεβρουαρίου 1975 κατά την εκτός έδρας ήττα 0-2 από τη Μάλτα.

Τίτλοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1972-73, 1973-74 και 1974-75
1970-71, 1972-73 και 1974-75
Στις 11 περιόδους του Σιώκου, ο Ολυμπιακούς έφτασε σε 7 τελικούς, για να επικρατήσει στους τέσσερις (χωρίς πάντως να ηττηθεί σε κανένα). Ο ίδιος αγωνίστηκε σε 5 (έλειψε τα 1968 και 1969), στους 2 εκ των οποίων σήκωσε το τρόπαιο ως αρχηγός, ενώ σε ισάριθμους ηττήθηκε.

Σημ.: Δεν είχε συμμετοχή στο νταμπλ του 1967-68

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. όπως οι Αριστείδης Σαλεμής, Ζαχαρίας Πυτιχούτης, Πρόδρομος Κυριακίδης πρωτύτερα και ο Στέλιος Στεφανάκης αργότερα
  2. τους πρώτους μήνες της χούντας πολύ δύσκολα γίνονταν διευκολύνσεις στους αθλητές, ακόμη και εάν ανήκαν σε μεγάλους συλλόγους
  3. το, μάλλον ακατάρριπτο, ρεκόρ κατέχει βέβαια ο Χρήστος Ζαντέρογλου που σημείωσε 163 σερί παρουσίες σε Νίκη Βόλου και Ολυμπιακό, δηλαδή δεν έλειψε επί 5 περιόδους (1964-1969) και... κάτι ψιλά πριν και μετά

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]