Βασίλειο της Ιουδαίας επί Ηρώδη του Μέγα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Το Βασίλειο της Ιουδαίας επί του Ηρώδη [1] [2] ήταν κράτος - δορυφόρος της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας από το 37 π.Χ., όταν ο Ηρώδης ο Μέγας διορίστηκε "Βασιλιάς των Ιουδαίων" από τη Ρωμαϊκή Σύγκλητο. [3] Όταν ο Ηρώδης απεβίωσε το 4 π.Χ., το βασίλειο χωρίστηκε μεταξύ των γιων του στην Ηρώδεια Τετραρχία.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ρώμη εμπλέκεται στη Συρο-Παλαιστίνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πομπήιος στον Ναό της Ιερουσαλήμ, του Ζαν Φουκέ.

Η πρώτη επέμβαση της Ρώμης στην περιοχή χρονολογείται από το 63 π.Χ., μετά το τέλος του Γ΄ Μιθριδατικού Πολέμου, όταν η Ρώμη δημιούργησε την επαρχία της Συρίας. Μετά την ήττα του Μιθριδάτη ΣΤ' του Πόντου, ο Πομπήιος ο Μέγας λεηλάτησε την Ιερουσαλήμ το 63 π.Χ. Η βασιλική σύζυγος της δυναστείας των Ασμοναίων Σαλώμη Αλεξάνδρα είχε αποβιώσει πρόσφατα και οι γιοι της, Υρκανός Β΄ και Αριστόβουλος Β΄, στράφηκαν ο ένας εναντίον του άλλου σε έναν εμφύλιο πόλεμο: το 63 π.Χ. ο Αριστόβουλος Β΄ πολιορκήθηκε στην Ιερουσαλήμ από τα στρατεύματα του αδελφού του. Έστειλε απεσταλμένο στον Μάρκο Αιμίλιο Σκαύρο, εκπρόσωπο του Πομπήιου στην περιοχή. Ο Αριστόβουλος Β΄ πρόσφερε μία τεράστια δωροδοκία για να διασωθεί, την οποία ο Πομπήιος δέχτηκε αμέσως. Στη συνέχεια ο Αριστόβουλος Β΄ κατηγόρησε τον Σκαύρο για εκβιασμό. Δεδομένου ότι ο Σκαύρος ήταν κουνιάδος και προστατευόμενος του Πομπήιου, ο στρατηγός αντεπιτέθηκε βάζοντας τον Υρκανό Β΄ επικεφαλής του βασιλείου και αρχιερέα.

Όταν ο Πομπήιος ηττήθηκε από τον Ιούλιο Καίσαρα, τον Υρκανό Β΄ διαδέχθηκε ο αυλικός του Αντίπατρος ο Ιδουμαίος, γνωστός και ως Αντίπας, ως ο πρώτος Ρωμαίος procurator (υποεπίτροπος). Το 57–55 π.Χ. ο Αύλος Γλαβίνιος, ανθύπατος της Συρίας, χώρισε το πρώην βασίλειο των Ασμοναίων (Μακκαβαίων) σε πέντε περιοχές του Σανχεντρίν / Συνεδρίου (συμβούλων του νόμου). [4]

Παρθική εισβολή και Ρωμαϊκή επέμβαση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα το 44 π.Χ., ο Κόιντος Λαβιηνός, ένας Ρωμαίος Δημοκρατικός στρατηγός και πρεσβευτής στους Πάρθους, τάχθηκε στο πλευρό του Βρούτου και του Κάσσιου στον Εμφύλιο πόλεμο των Απελευθερωτών. Μετά την ήττα τους, ο Λαβιηνός ενώθηκε με τους Πάρθους και τους βοήθησε να εισβάλουν στα Ρωμαϊκά εδάφη το 40 π.Χ. Ο Παρθικός στρατός διέσχισε τον Ευφράτη και ο Λαβιηνός μπόρεσε να δελεάσει τις Ρωμαϊκές φρουρές του Μάρκου Αντώνιου γύρω από τη Συρία και να τις προσεταιριστεί για τον σκοπό του. Οι Πάρθοι χώρισαν τον στρατό τους και υπό τον Πακόρο κατέκτησαν τη Συρία-Παλαιστίνη από τη Φοινικική ακτή μέσω της Γης του Ισραήλ:

«Ο Αντίγονος [γιος του Αριστόβουλου Β΄] ... ξεσήκωσε τους Πάρθους να εισβάλουν στη Συρία και την Παλαιστίνη, [και] οι Εβραίοι σηκώθηκαν με ανυπομονησία για να υποστηρίξουν τους γόνους του Οίκου των Μακκαβαίων και έδιωξαν τους μισητούς Ιδουμαίους με τον Ιουδαίο τους βασιλιά-μαριονέτα [Αντίπατρο]. Ο αγώνας μεταξύ του λαού και των Ρωμαίων είχε ξεκινήσει σοβαρά, και παρόλο που ο Αντίγονος, όταν τοποθετήθηκε στο θρόνο από τους Πάρθους, προχώρησε σε λαφυραγωγία και εκμετάλλευση των Εβραίων, εκείνοι, χαρούμενοι για την αποκατάσταση της γραμμής των Ασμοναίων, σκέφτηκαν ότι μία νέα εποχή ανεξαρτησίας είχε έρθει. [5]

Όταν ο Φασαήλ και ο Υρκανός Β' ξεκίνησαν για μία πρεσβεία προς τους Πάρθους, οι Πάρθοι τους αιχμαλώτισαν. Ο Αντίγονος (γιος του Αριστόβουλου Β΄) που ήταν εκεί παρών, έκοψε τα αυτιά του θείου του Υρκανού Β΄ για να τον κάνει ακατάλληλο για την αρχιερατεία, ενώ ο Φασαήλ θανατώθηκε.

Ο Αντίγονος, του οποίου το Εβραϊκό όνομα ήταν Ματταθίας, έφερε τον διπλό τίτλο του βασιλιά και του αρχιερέα μόνο για τρία χρόνια. Δεν είχε ξεφορτωθεί τον Ηρώδη, ο οποίος κατέφυγε στην εξορία και ζήτησε την υποστήριξη του Μάρκου Αντώνιου. Ο Ηρώδης ορίστηκε «βασιλιάς των Εβραίων» από τη Ρωμαϊκή Σύγκλητο το 40 π.Χ.: Ο Αντώνιος «τότε αποφάσισε να κάνει τον [Ηρώδη] βασιλιά των Ιουδαίων...[και] είπε [στη Σύγκλητο], ότι ήταν προς όφελός τους στον Παρθικό πόλεμο να γίνει βασιλιάς ο Ηρώδης· έτσι όλοι έδωσαν την ψήφο τους γι' αυτό. Και όταν η Σύγκλητος έφευγε, ο Αντώνιος και ο Καίσαρας [Οκταβιανός] βγήκαν έξω, με τον Ηρώδη ανάμεσά τους, ενώ ο ύπατος και οι υπόλοιποι αξιωμαούχοι πήγαν μπροστά τους, για να προσφέρουν θυσίες [στους Ρωμαίους θεούς] και να βάλουν το διάταγμα στο Καπιτώλιο. Και ο Αντώνιος έκανε εορτή για τον Ηρώδη την πρώτη ημέρα της βασιλείας του» [6]

Ο αγώνας στη συνέχεια κράτησε για μερικά χρόνια, καθώς οι κύριες Ρωμαϊκές δυνάμεις ήταν απασχολημένες με την ήττα των Πάρθων και είχαν λίγους πρόσθετους πόρους, για να υποστηρίξουν τον Ηρώδη. Μετά την ήττα των Πάρθων, ο Ηρώδης κέρδισε τον αντίπαλό του το 37 π.Χ. Ο Αντίγονος Ματταθίας (θείος της 2ης συζύγου του Ηρώδη) παραδόθηκε στον Αντώνιο και εκτελέστηκε λίγο αργότερα, επιφέροντας το τέλος της κυριαρχίας των Ασμοναίων στο Ισραήλ.

Ο Ηρώδης ως βασιλιάς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατάληψη της Ιερουσαλήμ από τον Ηρώδη τον Μεγάλο το 37 π.Χ., από τον Ζαν Φουκέ, τέλη 15ου αι.

Ο βασιλιάς Ηρώδης έγινε γνωστός μεταξύ των αρχαιολόγων ως Ηρώδης ο κατασκευαστής και υπό τη βασιλεία του η Ιουδαία γνώρισε μία άνευ προηγουμένου οικοδόμηση, η οποία εξακολουθεί να έχει αντίκτυπο στο τοπίο της περιοχής. Στο πλαίσιο της επιχείρησής του, κατασκευάστηκαν έργα όπως το φρούριο Mασάντα, το Ηρώδειον και το μεγάλο λιμάνι της Καισάρειας Mαριτίμα.

Η τύχη της δυναστείας των Ασμοναίων υπό τον Ηρώδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ωστόσο ο Αντίγονος Ματταθίας δεν ήταν ο τελευταίος άρρην των Ασμοναίων. Ο Αριστόβουλος Γ΄, εγγονός του Αριστόβουλου Β' μέσω του μεγαλύτερου γιου του Αλέξανδρου, και αδελφός της Ασμοναίας πριγκίπισσας Μαριάμνης Α΄, έγινε για λίγο αρχιερέας, αλλά σύντομα εκτελέστηκε (36 π.Χ.) λόγω ζήλιας της πρώτης συζύγου του Ηρώδη, Δωρίδας. Η αδελφή του Αριστόβουλου Γ΄, η Μαριάμνη Α΄, ήταν παντρεμένη (ως δεύτερη σύζυγος) με τον Ηρώδη, αλλά έπεσε θύμα του περιβόητου φόβου του να τον δολοφονήσουν. Οι γιοι της από τον Ηρώδη, ο Αριστόβουλος Δ' και ο Αλέξανδρος, εκτελέστηκαν επίσης στην ενηλικίωσή τους από τον πατέρα τους, αλλά όχι πριν ο Αριστόβουλος Δ' γεννήσει την Ηρωδιάδα.

Ο Υρκανός Β΄ κρατούνταν από τους Πάρθους από το 40 π.Χ. Επί τέσσερα χρόνια, μέχρι το 36 π.Χ., έζησε ανάμεσα στους Εβραίους της Βαβυλώνας, οι οποίοι του έδιναν όλο τον οφειλόμενο σεβασμό. Εκείνο το έτος ο Ηρώδης, που φοβόταν ότι ο Υρκανός Β΄ θα μπορούσε να παρακινήσει τους Πάρθους να τον βοηθήσουν να ανακτήσει τον θρόνο, τον κάλεσε να επιστρέψει στην Ιερουσαλήμ. Οι Βαβυλώνιοι Εβραίοι τον προειδοποίησαν μάταια. Ο Ηρώδης τον υποδέχτηκε με κάθε ένδειξη σεβασμού, δίνοντάς του την πρώτη θέση στο τραπέζι του και την προεδρία του κρατικού συμβουλίου, ενώ περίμενε την ευκαιρία να τον ξεφορτωθεί. Ως ο τελευταίος εναπομείνας των Ασμοναίων, ο Υρκανός Β΄ ήταν πολύ επικίνδυνος αντίπαλος για τον Ηρώδη. Το έτος 30 π.Χ., κατηγορούμενος για συνωμοσία με τον βασιλιά της Αραβίας, ο Υρκανός Β καταδικάστηκε και εκτελέστηκε.

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του βασιλιά Ηρώδη, οι εξ αρρενογονίας απόγονοι των Ασμοναίων εξαλείφθηκαν, ενώ από τους εκ θηλυγονίας μόνο η Ηρωδιάδα παρέμεινε ζωντανή με την κόρη της (από τον 1ο σύζυγό της) Σαλώμη. Η Ηρωδιάδα ήταν από τις λίγες εναπομείνασες γυναίκες κληρονόμους των Ασμοναίων, καθώς ήταν δισεγγονή του Αλεξάνδρου. Η Ηρωδιάδα ήταν εγγονή της Ασμοναίας πριγκίπισσας Μαριάμνης Α΄. Η Mαριάμνη Α΄ καταδικάστηκε τελικά με αμφίβολες κατηγορίες, που προέκυψαν από δολοπλοκίες του παλατιού και εσωτερικές διαμάχες εξουσίας. Εκτελέστηκε το 29 π.Χ., αλλά της έμεινε η -από τον γιο της Αριστόβουλο Δ΄- εγγονή της Ηρωδιάδα και η δισέγγονή της Σαλώμη. Η Ηρωδιάδα κατάφερε να επιβιώσει από θαύμα και τελικά εξορίστηκε στη Γαλατία, με τον 2ο σύζυγό της, Ηρώδη Αντίπα. Αυτός είχε κατηγορηθεί από τον ανιψιό του Αγρίππα Α' για συνωμοσία εναντίον του νέου Ρωμαίου Αυτοκράτορα Καλιγούλα, ο οποίος τον έστειλε εξορία στη Γαλατία, όπου τον συνόδευσε η Ηρωδιάδα.

Οι μετέπειτα ηγεμόνες της δυναστείας του Ηρώδη Αγρίππας Α' Αγρίππας Β' (γιος του Αγρίππα Α΄) είχαν και οι δύο αίμα Ασμοναίων, καθώς ο πατέρας τού Αγρίππα Α' ήταν ο Αριστόβουλος Δ', γιος του Ηρώδη από τη Μαριάμνη Α', αλλά δεν ήταν εξ αρρενογονίας απόγονοι, και επομένως δεν θεωρούντο νόμιμοι ηγεμόνες από μεγάλο μέρος του Ιουδαϊκού πληθυσμού που θυμόταν τους Ασμοναίους.

Διάλυση: σχηματισμός των Τετραρχιών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ηρώδης απεβίωσε το 4 π.Χ. και το βασίλειό του μοιράστηκε στους γιους του, οι οποίοι έγιναν τετράρχες («άρχοντες του ενός τετάρτου»). Μία από αυτές τις τετραρχίες ήταν η Ιουδαία, που αντιστοιχούσε στην περιοχή του αρχαίου βασιλείου του Ιούδα. Ο γιος του Ηρώδη, ο Ηρώδης Αρχέλαος (από την 4η σύζυγό του), κυβέρνησε την Ιουδαία τόσο άσχημα, που απολύθηκε το 6 μ.Χ. από τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα Οκταβιανό Αύγουστο, ο οποίος διόρισε τον Κουιρίνιο να ασκεί άμεσα τη Ρωμαϊκή κυριαρχία, μετά από έκκληση του ίδιου του λαού του Ηρώδη Αρχέλαου, και έτσι σχηματίστηκε η επαρχία της Ιουδαίας. Ένας άλλος, ο Ηρώδης Αντίπας (αδελφός του Ηρώδη Αρχελάου), κυβέρνησε ως τετράρχης της Γαλιλαίας και της Περαίας από το 4 π.Χ. έως το 39 μ.Χ., και στη συνέχεια απολύθηκε από τον Καλιγούλα.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. History of the Christian tradition (Vol. 1), Thomas D. McGonigle; James F. Quigley, Paulist Press, 1988 p. 39
  2. Samuel Rocca (30 Μαρτίου 2015). Herod's Judaea: A Mediterranean State in the Classic World. Wipf and Stock Publishers. ISBN 978-1-4982-2454-3. 
  3. Jewish War 1.14.4: Mark Antony " ...then resolved to get him made king of the Jews ... told them that it was for their advantage in the Parthian war that Herod should be king; so they all gave their votes for it. And when the senate was separated, Antony and Caesar went out, with Herod between them; while the consul and the rest of the magistrates went before them, in order to offer sacrifices [to the Roman gods], and to lay the decree in the Capitol. Antony also made a feast for Herod on the first day of his reign."
  4. Antiquities of the Jews 14.5.4: "And when he had ordained five councils (συνέδρια), he distributed the nation into the same number of parts. So these councils governed the people; the first was at Jerusalem, the second at Gadara, the third at Amathus, the fourth at Jericho, and the fifth at Sepphoris in Galilee." Jewish Encyclopedia: Sanhedrin: "Josephus uses συνέδριον for the first time in connection with the decree of the Roman governor of Syria, Gabinius (57 BCE), who abolished the constitution and the then existing form of government of Palestine and divided the country into five provinces, at the head of each of which a sanhedrin was placed ("Ant." xiv. 5, § 4)."
  5. Bentwich, Chapter I.
  6. Josephus, Wars of the Jews, 14.4, via