Βαρύτονος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Το φωνητικό εύρος του βαρύτονου, σημειωμένο στο πεντάγραμμο με το κλειδί του φα (αριστερά) και στα πλήκτρα του πιάνου (με πράσινο χρώμα και το «μέσο» ντο σημειωμένο με κίτρινο)
{ \new Staff \with { \remove "Time_signature_engraver" } \clef bass g,4 g'4 }

Ο βαρύτονος είναι ένας τύπος ανδρικής φωνής, και ο αντίστοιχος τραγουδιστής, στο κλασικό τραγούδι, των οποίων το φωνητικό εύρος (συχνότητες ήχου) είναι ενδιάμεσο μεταξύ του εύρους του βαθύφωνου (μπάσου) και του τενόρου[1][2]. Οι συνθέτες γράφουν συνήθως μουσική για αυτή τη φωνή στην περιοχή από το δεύτερο φα κάτω από το μέσο ντο έως το φα πάνω από το μέσο ντο στη χορωδιακή μουσική, και από το δεύτερο λα κάτω από το μέσο ντο έως το λα πάνω από το μέσο ντο στην όπερα. Ωστόσο το εύρος μπορεί να επεκταθεί και στα δύο άκρα. Υποκατηγορίες-υπότυποι του βαρυτόνου είναι μεταξύ άλλων ο ελαφρός βαρύτονος (γνωστός και ως «βαρύτονος Martin»), ο λυρικός βαρύτονος, ο Kavalierbariton, ο βαρύτονος τύπου Βέρντι, ο δραματικός βαρύτονος, ο baryton-noble και ο μπασοβαρύτονος.


Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη χρήση του όρου «βαρύτονος» εμφανίστηκε με τη μορφή baritonans στα τέλη του 15ου αιώνα[3], συνήθως στη γαλλική θρησκευτική πολυφωνική μουσική. Σε αυτό το πρώιμο στάδιο εννοούσε συχνά τη βαθύτερη (χαμηλότερης ηχητικής συχνότητας) από όλες τις φωνές (συμπεριλαμβανομένου του βαθύφωνου), αλλά στην Ιταλία του 17ου αιώνα ο όρος περιελάμβανε και χρησιμοποιείτο για να περιγράψει και τη μέση ανδρική χορωδιακή φωνή.

Ο όρος βαρύτονος πήραν περίπου τη σημερινή του σημασία στις αρχές του 18ου αιώνα, αλλά εξακολουθούσε να βρίσκεται στην ίδια κατηγορία με τους μπάσους συναδέλφους τους μέχρι τον 19ο αιώνα. Πολλά οπερατικά έργα του 18ου αιώνα έχουν ρόλους που χαρακτηρίζονται ως βαθύφωνοι και στην πραγματικότητα είναι ρόλοι χαμηλού βαρύτονου (ή μπασοβαρύτονων στη σύγχρονη ορολογία). Παραδείγματα αυτού βρίσκονται στις όπερες και τα ορατόρια του Γκέοργκ Φρίντριχ Χαίντελ. Οι σπουδαιότεροι και πιο κλασικοί ρόλοι για βαρύτονους στην όπερα του 18ου αιώνα δημιουργήθηκαν από τον Μότσαρτ. Περιλαμβάνουν τον Κόμη Αλμαβίβα στους Γάμους του Φίγκαρο, τον Γουλιέλμο στο Έτσι κάνουν όλες, τον Παπατζένο στον Μαγικό Αυλό και τον πρωταγωνιστικό ομώνυμο ρόλο στον Ντον Τζοβάννι[4].

19ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα θεατρικά έγγραφα, τις διανομές ρόλων και τα δημοσιογραφικά κείμενα από τις αρχές του 19ου αιώνα έως το 1825, οι όροι πρίμο μπάσο, basse chantante και basse-taille χρησιμοποιούνταν συχνά για άνδρες που αργότερα θα αποκαλούνταν βαρύτονοι. Σε αυτούς περιλαμβάνονταν τραγουδιστές όπως οι Φιλίππο Γκάλλι, Τζοβάννι Ινκίντι και Ανρί-Μπερνάρ Νταμπαντί. Οι basse-taille και πρίμο μπάσο συνήθως συγχέονταν, επειδή οι ρόλοι τους ερμηνεύονταν μερικές φορές από τραγουδιστές οποιουδήποτε από τους δύο πραγματικούς φωνητικούς τύπους.

Το μπελ κάντο ύφος φωνητικής, που προέκυψε στην Ιταλία στις αρχές του 19ου αιώνα, εκτόπισε την κυριαρχούμενη από καστράτους όπερα σέρια του προηγούμενου αιώνα. Αυτό οδήγησε στο να θεωρείται ο βαρύτονος μια ξεχωριστή κατηγορία φωνής από τον βαθύφωνο (μπάσο). Παραδοσιακά, οι μπάσοι στις όπερες είχαν ρόλους ηγετικών προσώπων, όπως βασιλιά ή αρχιερέα. αλλά με την έλευση της πιο ρευστής φωνής βαρύτονου, οι ρόλοι που έδιναν οι συνθέτες σε χαμηλότερες ανδρικές φωνές επεκτάθηκαν σε έμπιστους φίλους ή και ρομαντικούς πρωταγωνιστές, ρόλοι που κανονικά δίνονταν σε τενόρους. Τις περισσότερες φορές, ωστόσο, οι βαρύτονοι βρέθηκαν να ερμηνεύουν «κακούς».

Οι πολλές όπερες της βασικής πεντάδας συνθετών του μπελ κάντο (Ροσσίνι-Ντονιτσέττι-Μπελλίνι-Μάιερμπεερ-Βέρντι), άνοιξαν πολλά νέα και αποδοτικά ερμηνευτικά μονοπάτια για τους βαρύτονους. Ο Φίγκαρο στον Κουρέα της Σεβίλλης αποκαλείται συχνά ο πρώτος αληθινός ρόλος βαρύτονου. Ωστόσο, ο Ντονιτσέττι και ο Βέρντι στη φωνητική τους γραφή άρχισαν στη συνέχεια να δίνουν έμφαση στο κυρίως στο ανώτατο πέμπτο της φωνής βαρύτονου παρά στις χαμηλότερες νότες του, δημιουργώντας έτσι έναν πιο λαμπρό ήχο. Κι άλλα μονοπάτια άνοιξαν όταν οι μουσικά περίπλοκες και απαιτητικές όπερες του Ρίχαρντ Βάγκνερ άρχισαν να εισέρχονται στο κεντρικό ρεπερτόριο των λυρικών σκηνών του κόσμου κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.

Ο σημαντικότερος διεθνής βαρύτονος του πρώτου μισού του 19ου αιώνα ήταν ο Ιταλός Αντόνιο Ταμπουρίνι (1800-1876), διάσημος στον ρόλο του Ντον Τζοβάννι στην ομώνυμη όπερα του Μότσαρτ, καθώς και ειδικός στις όπερες των Μπελλίνι και Ντονιτσέττι. Οι σχολιαστές επαίνεσαν τη φωνή του για την ομορφιά, την ευελιξία και την ομαλή εκπομπή τόνων, που είναι τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός τραγουδιστή του μπελ κάντο. Η γκάμα του Ταμπουρίνι, ωστόσο, ήταν πιθανότατα πιο κοντά σε αυτή του μπασοβαρύτονου, παρά σε αυτή ενός σύγχρονου βαρύτονου «τύπου Βέρντι». Το αντίστοιχό του στη Γαλλία ήταν ο Ανρί-Μπερνάρ Νταμπαντί, ο οποίος ήταν ακρογωνιαίος λίθος της Όπερας του Παρισιού μεταξύ του 1819 και του 1836, και ο πρώτος στην ιστορία ερμηνευτής πολλών μεγάλων ρόλων βαρύτονου του Ροσσίνι, όπως ο Γουλιέλμος Τέλλος. Ο Νταμπαντί τραγούδησε και στην Ιταλία, όπου ερμήνευσε πρώτος τον ρόλο του Μπελκόρε στο Ελιξήριο του έρωτα το 1832.

Οι πιο σημαντικοί από τους Ιταλούς «διαδόχους» του Ταμπουρίνι ήταν όλοι τύπου Βέρντι. Περιλάμβαναν τους εξής:

  • Τζόρτζο Ρονκόνι, ο πρώτος που ερμήνευσε (1842) τον ρόλο του Ναμπούκο στην ομώνυμη όπερα του Βέρντι.
  • Φελίτσε Βαρέζι, ο πρώτος που ερμήνευσε τους ρόλους του Μάκβεθ και του Ριγκολέττο στις ομώνυμες όπερες, αλλά και του Ζερμόντ στην Τραβιάτα.
  • Αντόνιο Σουπέρκι (1816-1893), ο πρώτος που ερμήνευσε (1844) τον ρόλο του Ντον Κάρλο στην όπερα Ερνάνης.
  • Φραντσέσκο Γκρατσιάνι, αποκληθείς «ο πρώτος μοντέρνος βαρύτονος», ο πρώτος που ερμήνευσε (1862) τον ρόλο του Ντον Κάρλο ντι Βάργκας στην όπερα Η δύναμη του πεπρωμένου
  • Λεόνε Τζιραλντόνι, ο πρώτος που ερμήνευσε τον ρόλο του Ρενάτο στην όπερα Χορός Μεταμφιεσμένων και του Σιμόν Μποκανέγκρα στην ομώνυμη όπερα.
  • Αντριάνο Πανταλεόνι (1837-1908), περίφημος για τις ερμηνείες του ως Αμονάσρο στην Αΐντα, καθώς και για άλλους ρόλους του Βέρντι στη Σκάλα του Μιλάνου
  • Φραντσέσκο Παντολφίνι (1836-1916), του οποίου οι φωνητικές επιδόσεις στις ερμηνείες του στη Σκάλα του Μιλάνου τη δεκαετία του 1870 εξυμνήθηκαν από τον Βέρντι.
  • Αντόνιο Κοτόνι, εξυμνηθείς για το τραγούδι του στο Μιλάνο, στο Λονδίνο και στην Αγία Πετρούπολη, ο πρώτος Ιταλός που ερμήνευσε τον ρόλο του μαρκησίου της Πόζα στον Δον Κάρλο και αργότερα σπουδαίος δάσκαλος του τραγουδιού.
  • Φιλίππο Κολέττι (1811-1894), ο πρώτος που ερμήνευσε τον ρόλο του Γκουσμάνο στην Αλζίρα του Βέρντι και του Ζερμόν στη δεύτερη εκδοχή της Τραβιάτα. Για τον Κολέττι ο Βέρντι σχεδίασε να συνθέσει την όπερα Ληρ, σχέδιο το οποίο εγκατέλειψε τελικώς[5].
  • Τζουζέππε Ντελ Πουέντε (1841-1900), ο οποίος επαινέθηκε για τις ερμηνείες του σε ρόλους του Βέρντι στις ΗΠΑ

Ανάμεσα στους μη Ιταλούς βαρύτονους που ήταν ενεργοί το τρίτο τέταρτο του 19ου αιώνα, τη θέση του Ταμπουρίνι ως εξαιρετικού ερμηνευτή της μουσικής του Μότσαρτ και του Ντονιτσέττι πιθανότατα ανέλαβε πιο πιστά ένας Βέλγος, ο Καμίγ Εβεραρντί (1824-1899), ο οποίος αργότερα εγκαταστάθηκε στη Ρωσία και δίδαξε φωνή. Στη Γαλλία, ο Πωλ Μπαρουαλέ (P. Barroilhet, 1810-1871) διαδέχθηκε τον ως ο πλέον γνωστός βαρύτονος της Όπερας των Παρισίων. Όπως και ο Νταμπαντί, τραγούδησε επίσης στην Ιταλία και δημιούργησε έναν σημαντικό ρόλο του Ντονιτσέττι: στην περίπτωσή του, εκείνον του βασιλιά Αλφόνσου στη Φαβορίτα (το 1840).

Ευτυχώς, το γραμμόφωνο εφευρέθηκε αρκετά νωρίς, ώστε να καταγράψει σε δίσκους τις φωνές των κορυφαίων Ιταλών βαρυτόνων του Βέρντι και του Ντονιτσέττι των τελευταίων δύο δεκαετιών του 19ου αιώνα, των οποίων οι ερμηνείες στην όπερα χαρακτηρίζονταν από σημαντική επαναδημιουργική ελευθερία και υψηλό βαθμό τεχνικής τελειοποιήσεως. Ανάμεσά τους ήταν οι Ματτία Μπαττιστίνι (γνωστός ως «Βασιλιάς των βαρυτόνων»), Τζουζέππε Κάσμαν (γεννημένος ως Γιοσίπ Κάσμαν, 1850-1925), Τζουζέππε Καμπανάρι (1855-1927), Αντόνιο Ματζίνι-Κολέττι (1855-1912), Μάριο Ανκόνα (που επιλέχθηκε να είναι ο πρώτος Σίλβιο στην όπερα Οι Παλιάτσοι) και ο Αντόνιο Σκόττι, ο οποίος πήγε στη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης από την Ευρώπη το 1899 και παρέμεινε στο ρόστερ των τραγουδιστών της μέχρι το 1933. Από την άλλη, ο Αντόνιο Πίνι-Κόρσι (Antonio Pini-Corsi, 1859-1918) ήταν ο Ιταλός κωμικός (buffo) βαρύτονος που ξεχώριζε κατά την περίοδο μεταξύ περίπου 1880 και Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, με τους ρόλους κωμικής όπερας των Ροσσίνι, Ντονιτσέττι και Φερντινάντο Πάερ μεταξύ άλλων. Το 1893 ήταν ο άνθρωπος που ερμήνευσε για πρώτη φορά τον ρόλο του Φορντ στην τελευταία όπερα του Βέρντι, τον Φάλσταφ.

Αξιοσημείωτοι στην εποχή τους ήταν οι καλλιεργημένοι και τεχνικώς επιδέξιοι Γάλλοι βαρύτονοι Ζαν Λασάλ (Lassalle), Βικτόρ Μωρέλ (που πρωτοερμήνευσε τους ρόλους του Ιάγου, του Φάλσταφ, καθώς και του Τόνιο στους Παλιάτσους), Πωλ Λερί και Μωρίς Ρενώ (ένας ηθοποιός της υψηλότερης αξίας). Οι Λασάλ, Μωρέλ και Ρενώ είχαν μια εξαιρετική σταδιοδρομία σε Ευρώπη και Αμερική, και επιπλέον άφησαν μια πολύτιμη κληρονομιά ηχογραφήσεων. Πέντε άλλοι σημαντικοί γαλλόφωνοι βαρυτόνοι που ηχογράφησαν επίσης κατά τις πρώτες ημέρες του γραμμοφώνου/φωνογράφου ήταν οι Λεόν Μελσισεντέκ (Léon Melchissédec, 1843-1925) και Ζαν Νοτέ της Όπερας των Παρισίων, και οι Γκαμπριέλ Σουλακρουά (G. Soulacroix, 1853-1905), Ανρύ Αλμπέρ και Σαρλ Ζιλιμπέρ της Οπερά Κομίκ. Ο βαρύτονος Ντέιβιντ Μπίσπαμ (David S. Bispham), ο οποίος τραγούδησε στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη μεταξύ 1891 και 1903, ήταν ο κορυφαίος Αμερικανός άνδρας τραγουδιστής της γενιάς του. Ηχογράφησε επίσης για το γραμμόφωνο.

Ο παλαιότερα γεννημένος βαρύτονος που είναι γνωστό με βεβαιότητα ότι ηχογράφησε σόλο δίσκους γραμμοφώνου ήταν ο Άγγλος σερ Τσαρλς Σάντλεϋ (1834-1922). Ο Σάντλεϋ έκανε το ντεμπούτο του στην Ιταλία το 1858 και έγινε ένας από τους κορυφαίους τραγουδιστές του Κόβεντ Γκάρντεν. Μέχρι τη δεκαετία του 1890 έδινε ακόμα σημαντικές συναυλίες στο Λονδίνο. Ο συνθέτης του Φάουστ Σαρλ Γκουνό, έγραψε την άρια του Βαλεντίνου «Ακόμα πιο γενναία καρδιά» για αυτόν, κατόπιν αιτήματός του για την παραγωγή του Λονδίνου το 1864, έτσι ώστε ο κορυφαίος βαρύτονος να είχε μια άρια. Μερικές πρωτόγονες ηχογραφήσεις σε κυλίνδρους που χρονολογούνται από το 1900 περίπου έχουν αποδοθεί από τους συλλέκτες στον κυρίαρχο Γάλλο βαρύτονο της περιόδου 1860-1880, τον Ζαν-Μπατίστ Φωρ (1830-1914). Είναι αμφίβολο, ωστόσο, ότι ο Φωρ (ο οποίος αποσύρθηκε το 1886) ηχογράφησε τους κυλίνδρους. Αλλά ένας σύγχρονος του Φωρ, ο Αντόνιο Κοτόνι (1831-1918) - πιθανώς ο κυριότερος Ιταλός βαρύτονος της γενιάς του - μπορεί να ακουστεί, σύντομα και αμυδρά, σε ηλικία 77 ετών, σε μια ντουέτο ηχογράφηση μαζί με τον τενόρο Φραντσέσκο Μαρκόνι. (Οι Κοτόνι και Μαρκόνι είχαν τραγουδήσει μαζί στην πρώτη παράσταση στο Λονδίνο της Τζοκόντα του Αμίλκαρε Πονκιέλλι το 1883.)

20ός αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αυγή του 20ού αιώνα άνοιξε περισσότερες ευκαιρίες για τους βαρύτονους από ποτέ άλλοτε, καθώς μια προτίμηση για δυνατά και συναρπαστικά φωνητικά, και για συνταρακτικά «κομμάτια από τη ζωή» ως πλοκές στη όπερα επεκράτησαν στην Ιταλία και από εκεί σε πολλές άλλες χώρες. Οι επιφανέστεροι βαρύτονοι του βερισμού περιελάμβαναν μεγάλες μορφές του κλασικού τραγουδιού, όπως οι Τζουζέππε Ντε Λούκα (που τραγούδησε τον ρόλο του Σάρπλες στην παγκόσμια πρεμιέρα της όπερας Μαντάμα Μπατερφλάι), Μάριο Σαμμάρκο (ο πρώτος «Ζεράρ» στην παγκόσμια πρεμιέρα του Αντρέα Σενιέ), Εουτζένιο Τζιραλντόνι (ο πρώτος «Σκάρπια» στην Τόσκα), Πασκουάλε Αμάτο (ο πρώτος «Ρανς» στο Κορίτσι της Δύσης), Ρικκάρντο Στρατσιάρι (γνωστός για την πλούσια και ελκυστική χροιά της φωνής του), Ντομένικο Βιλιόνε Μποργκέζε (Domenico Viglione Borghese, 1877-1957) και Τίττα Ρούφφο. Οι δύο τελευταίοι είχαν τη δυνατότερη φωνή, ιδίως ο «λεοντόφωνος» Ρούφφο, που θεωρείται ο επιβλητικότερος Ιταλός βαρύτονος της εποχής του, ή, όπως ισχυρίζονται μερικοί, όλων των εποχών. Βρισκόταν στην καλύτερη απόδοσή του από το 1900 έως και τις αρχές της δεκαετίας του 1920, και σταδιοδρόμησε με επιτυχία στην Ιταλία, την Αγγλία και τις ΗΠΑ.

Οι κύριοι συνθέτες του βερισμού ήταν οι Πουτσίνι, Λεονκαβάλλο, Μασκάνι, Τζορντάνο και Τσιλέα. Από την άλλη, τα έργα του Βέρντι συνέχισαν να παραμένουν δημοφιλή στην Ιταλία, στις ισπανόφωνες χώρες, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στη Γερμανία.


Πέραν του πεδίου της ιταλικής όπερας, σημειώθηκε μια σημαντική προσθήκη στο αυστρο-γερμανικό ρεπερτόριο το 1905. Αυτή ήταν η πρεμιέρα της Σαλώμης του Ρίχαρντ Στράους, με τον κεντρικό ρόλο του Ιωάννη του Βαπτιστή να ανατίθεται σε βαρύτονο. Στη συνέχεια, το 1925, ο Γερμανός μπασοβαρύτονος Λέο Σύτσενντορφ (Leo Schützendorf, 1886-1931), ερμήνευσε για πρώτη φορά τον ρόλο του Βότσεκ στη σκοτεινή ομώνυμη όπερα του Άλμπαν Μπεργκ[6]. Σε μια ξεχωριστή εξέλιξη, το «μετα-βαγκνερικό» αριστούργημα του Γάλλου συνθέτη Κλωντ Ντεμπυσσύ Πελλέας και Μελισσάνθη παρουσίασε όχι έναν αλλά δύο βασικούς βαρύτονους στην πρεμιέρα του 1902. Αυτοί οι δύο βαρύτονοι, ο Ζαν Περιέ (1869-1954) και ο Εκτόρ Ντυφράν (1870-1951), είχαν «αντιτιθέμενες» φωνές (ο Ντυφράν - μερικές φορές χαρακτηριζόμενος ως μπασοβαρύτονος - είχε μια πιο σκοτεινή, πιο ισχυρή φωνή από ό, τι ο Περιέ, ο οποίος ήταν ένας πραγματικός «βαρύτονος Martin»).

Χαρακτηριστικό των βαρύτονων του Βάγκνερ του 20ού αιώνα ήταν μια γενική εξέλιξη μεμονωμένων τραγουδιστών από τις ψηλότερες στις χαμηλότερες συχνότητες. Αυτό συνέβη με τον Γερμανό Χανς Χότερ. Ο Χόττερ έκανε το ντεμπούτο του το 1929 και ως νεαρός τραγουδιστής εμφανίστηκε σε ρόλους του Βέρντι. Μέχρι να φθάσει η δεκαετία του 1950, ωστόσο, είχε «χαιρετισθεί» ως ο κορυφαίος βαγκνερικός μπασοβαρύτονος στον κόσμο. Η ερμηνεία του στον ρόλο του Βόταν επαινέθηκε ιδιαίτερα από τους κριτικούς για τη μουσικότητά της. Άλλοι σημαντικοί βαρύτονοι του Βάγκνερ περιλάμβαναν τους προδρόμους του Χόττερ Λέοπολντ Ντέμουτ, Αντόν φαν Ρόυ, Χέρμαν Βάιλ, Κλάρενς Χουάιτχιλ και τους μεταγενέστερους Φρήντριχ Σορ, Ρούντολφ Μπόκελμαν και Χανς-Χέρμαν Νίσεν. Εκτός από τους «βαρείς» αυτούς τραγουδιστές, υπήρχε μια πληθώρα βαρύτονων με πιο λυρικές φωνές, που ευδοκίμησαν στη Γερμανία και την Αυστρία κατά την περίοδο μεταξύ του ξεσπάσματος του Πρώτου και του τέλους του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου. Μεταξύ αυτών ήταν κορυφαίος ίσως ήταν ο Χάινριχ Σλούσνους και αξιόλογοι οι Γιόζεφ Σβαρτς, Χέρμπερτ Γιάνσεν, Βίλι Ντόμγκραφ-Φασμπέντερ, Καρλ Σμιτ-Βάλτερ και Γκέραρντ Χυς. Οι άφθονοι Ιταλοί ομόλογοί τους του Μεσοπολέμου περιελάμβαναν τους Κάρλο Γκαλέφφι, Τζουζέππε Ντανίζε, Ουμπέρτο Ουρμπάνο, Απόλλο Γκρανφόρτε, Ρενάτο Ζανέλλι (ο οποίος άλλαξε σε ρόλους τενόρου το 1924), Μάριο Μπαζιόλα και Κάρλο Ταλιαμπούε, ο οποίος αποσύρθηκε το 1958.

Από τους πιο γνωστούς βαρυτόνους τύπου Βέρντι της Ιταλίας των δεκαετιών του 1920 και του 1930 ήταν ο Μαριάνο Σταμπίλε, που τραγούδησε Ιάγο, Ριγκολέτο και Φάλσταφ στη Σκάλα του Μιλάνου κάτω από τη μπαγκέτα του Αρτούρο Τοσκανίνι Ωστόσο, σημείωσε περισσότερα για τις δεξιοτεχνικές του ικανότητες παρά για τη φωνή του. Τον Σταμπίλε ακολούθησε ο Τίτο Γκόμπι, ένας ευέλικτος τραγουδιστής και ηθοποιός, ικανός για ζωηρές κωμικές και τραγικές παραστάσεις κατά τη διάρκεια των ετών της ακμής του στις δεκαετίες του 1940, 1950 και στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Υποδύθηκε περισσότερους από εκατό ρόλους στη ζωή του και ήταν κυρίως γνωστός για τους ρόλους του στις όπερες των Βέρντι και Πουτσίνι, συμπεριλαμβανομένων των εμφανίσεών του στον ρόλο του Σκάρπια απέναντι στην υψίφωνο Μαρία Κάλλας ως Τόσκα στη Βασιλική Όπερα του Λονδίνου («Κόβεντ Γκάρντεν»). Ανάμεσα στους (όχι ισάξιους) «ανταγωνιστές» του Γκόμπι συγκαταλέγονταν οι Τζίνο Μπέκι, Τζουζέππε Βαλντένγκο, Πάολο Σιλβέρι, Τζουζέππε Ταντέι, Εττόρε Μπαστιανίνι και Τζαντζάκομο Γκουέλφι. Συγκαιρινός τους ήταν ο Ουαλός Τζεραίντ Έβανς (Sir Geraint Llewellyn Evans, 1922-1992), που πρωτοερμήνευσε ρόλους σε όπερες του Μπέντζαμιν Μπρίτεν.

Ως προς βαρύτονους άλλων χωρών, ίσως ο πρώτος ευρύτερα γνωστός γεννημένος στις ΗΠΑ βαρύτονος ήταν ο Τσαρλς Γ. Κλαρκ, που εμφανίσθηκε τη δεκαετία 1900-1910 και τραγουδούσε στα γαλλικά, ιταλικά και γερμανικά, ενώ έδρα του ήταν το Παρίσι. Επίσης, ο Ρώσος Γκεόργκι Μπακλάνοφ. Αργότερα εμφανίσθηκαν οι Αμερικανοί Λώρενς Τίμπετ, Ρίτσαρντ Μπονέλλι, Λέοναρντ Γουόρεν και Ρόμπερτ Μέριλ, που ειδικεύονταν στη γαλλική όπερα. Ρόλους Βέρντι τραγουδούσε στη Νέα Υόρκη, το Λονδίνο και την Όπερα της Βιέννης την περίοδο 1935-1950 ο Ούγγρος Σάντορ Σβεντ, που διέθετε ισχυρότατη φωνή.

Μετά το 1960 εμφανίζονται στον τύπο του Βέρντι οι Ρενάτο Μπρούζον και Πιέρο Καππουτσίλλι στην Ιταλία, ο Σέριλ Μιλνς στις ΗΠΑ, ο Ίνγκβαρ Βίξελ στη Σουηδία και ο Νικολάε Χέρλεα στη Ρουμανία. Πιο ευέλικτος αναδείχθηκε ο Βρετανός σερ Τόμας Άλεν, με ρεπερτόριο από τον Μότσαρτ και τον Βέρντι έως τη γαλλική και τη ρωσική όπερα, και τη σύγχρονη ελαφρά αγγλική μουσική. Βαγκνερικοί μπασοβαρύτονοι ήταν ο Αμερικανός τόμας Στιούαρτ (1928-2006) και ο Γερμανός Χέρμαν Ούχντε, ενώ καθαρότερα βαρύτονοι που ερμήνευαν Βάγκνερ ήταν οι Τζωρτζ Λόντον και Τζέιμς Μόρρις.

Στον ύστερο 20ό αιώνα, διεθνώς γνωστοί για τις ερμηνείες ρόλων του Βέρντι έγιναν ο Ρώσος Βλαντίμιρ Τσερνόφ (γενν. 1953) και ο αρμενικής καταγωγής Σοβιετικός Πάβελ Λισιτσιάν. Πολύ γνωστότεροι έγιναν οι Ρώσοι βαρύτονοι Ντμίτρι Χβαραστόφσκι και Σεργκέι Λεϊφερκούς, εξαιτίας των συχνών εμφανίσεών τους σε Δυτικές χώρες. Όπως και ο Λισιτσιάν, περιορίζονται σε έργα του Βέρντι και Ρώσων συνθετών.

Στον γαλλόφωνο κόσμο ξεχώρισαν ο Ζοζέ βαν Νταμ (μπασοβαρύτονος) και ο Ζεράρ Σουζέ, ο οποίος τραγουδούσε από έργα μπαρόκ μέχρι συνθετών του 20ού αιώνα, όπως ο Φρανσίς Πουλένκ. Επίσης, ο Ελβετός Σαρλ Πανζερά (Panzéra, 1896-1976). Στη μεταπολεμική Γερμανία εμφανίσθηκαν οι λυρικοί βαρύτονοι Χέρμαν Πράυ και Ντήτριχ Φίσερ-Ντήσκαου. Ο δεύτερος είχε πολύ μεγαλύτερη ποικιλία ρεπερτορίου: ερμήνευσε ρόλους από «περιθωριακές» όπερες, όπως αυτές των Φερρούτσιο Μπουζόνι και του Πάουλ Χίντεμιτ, όσο και γνωστούς ρόλους των Βέρντι και Βάγκνερ, ενώ είναι γνωστότερος ως ερμηνευτής ληντερ. Ταλαντούχοι μεταγενέστεροι βαρύτονοι Γερμανοί και Αυστριακοί ερμηνευτές ληντερ είναι και οι Βόλφγκανγκ Χόλτσμαϊρ, Τόμας Κβάστχοφ, Ματίας Γκέρνε και Κρίστιαν Γκερχάχερ. Αυτοί εντάσσονται στην πλέον πρόσφατη γενεά βαρυτόνων, που συνέχισε στον 21ο αιώνα. Μερικοί ακόμη, λίγο παλαιότεροι, μη γερμανοφωνοι βαρύτονοι του 20ού αιώνα είναι και οι Ιταλοί Τζόρτζο Ζανκανάρο και Λέο Νούτσι, ενώ στον 21ο αιώνα συνέχισαν και οι Φρανσουά Λε Ρου (Γάλλος), Τζέραλντ Φίνλεϋ (Καναδός), Τόμας Χάμπσον (ΗΠΑ) και σερ Σάιμον Κήνλυσάιντ (Βρετανός).

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Φαχ, το γερμανικό σύστημα κατηγοριοποιήσεως φωνών


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Merriam-Webster's Collegiate Encyclopedia: το λήμμα «Baritone» (2000), σελ. 142
  2. Knapp, R., Morris, M., Wolf, S. (επιμ.): The Oxford Handbook of The American Musical, σελ. 322, Oxford University Press, 2011, ISBN 0199874727
  3. Φρανκίνο Γκαφούριο: Practica musicae, Βιβλίο ΙΙΙ Αρχειοθετήθηκε 2006-06-09 στο Wayback Machine., 1496
  4. Jander, Owen· Steane, J.B.· Forbes, Elizabeth· Harris, Ellen T.· Waldman, Gerald (2001). «Baritone (i)». Στο: Sadie, Stanley· Tyrrell, John. The New Grove Dictionary of Music and Musicians (2η έκδοση). Macmillan. ISBN 0-333-60800-3. 
  5. Laura Macy (επιμ.): The Grove Book of Opera Singers, λήμμα «Coletti, Filippo»
  6. History of the Staatsoper Unter den Linden Αρχειοθετήθηκε 2007-12-12 στο Wayback Machine.. Retrieved 4 March 2008

Βιβλιογραφια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Faure, Jean-Baptiste: La voix et le chant: traité pratique, Heugel 1886
  • Matheopoulos, H.: Bravo – The World's Great Male Singers Discuss Their Roles, Victor Gollancz Ltd., 1989
  • Bruder, Harold: «Liner Notes» στο Maurice Renaud: The Complete Gramophone Recordings 1901–1908, Marston Records, 1997. (Συζητεί τις ερμηνείες του Ρενώ, αλλά και πολλών από τους σύγχρονούς του βαρύτονους, καθώς και τη στιλιστική μεταβολή στο τραγούδι της όπερας στις αρχές του 20ού αιώνα.) Ανακτήθηκε στις 4 Μαρτίου 2008.