Βαρλαάμ Καλαβρός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Βαρλαάμ Καλαβρός
Γέννηση
Γκαλάτρο
Θάνατος
Αβινιόν
Υπηκοότητα / Χώρα πολιτογράφησης Βυζαντινή Αυτοκρατορία
Ιδιότητα μαθηματικός και φιλόσοφος

Ο Βαρλαάμ (1290-1348) ήταν λόγιος μοναχός από την Καλαβρία, ο οποίος σπούδασε στη Ρώμη (μαθηματικά, φιλοσοφία και θεολογία).

Βίος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επιγραφή στο Γκρίκο χωριό Γκεράτσε (Gerace, Γεράκιον) της Καλαβρίας, όπου ο Βαρλαάμ αναφέρεται ως δάσκαλος ελληνικών και λατινικών των Πετράρχη και Βοκάκιου κατά την περίοδο όπου είχε διατελέσει επίσκοπος της περιοχής

Ο Βαρλαάμ γεννήθηκε στη Σεμινάρα (κοντά στο Ρήγιο) της Καλαβρίας. Ο Martin Jugie υποστηρίζει ότι ο Βαρλαάμ βαφτίστηκε και μεγάλωσε στην Ορθόδοξη παράδοση.[1]

Ήταν ενθουσιώδης υποστηρικτής της αναβιώσεως της πλατωνικής και αριστοτελικής φιλοσοφίας (ουμανιστής). Ανταποκρινόταν, έτσι, στο ιδανικό της παλαιολόγειας εποχής και γι’ αυτό, όταν επισκέφθηκε (1330) -μιμούμενος τον Ιωάννη Ιταλό- τα πάτρια εδάφη (Άρτα, Θεσσαλονίκη και Κωνσταντινούπολη), έγινε δεκτός με τιμές. Διορίσθηκε καθηγητής στην Κωνσταντινούπολη (επί Ανδρονίκου Γ' Παλαιολόγου) και του ανατέθηκαν θεολογικές αποστολές.

Κατά τη διάρκεια των ετών 1333-1334, ο Βαρλαάμ ανέλαβε να διαπραγματευτεί την ένωση των εκκλησιών με τους εκπροσώπους του Πάπα Ιωάννης ΚΒ΄. Αυτήν την περίοδο έγραψε 21 πραγματείες κατά του δόγματος της Καθολικής Εκκλησίας, με επιχειρήματα κατά του παπικού πρωτείου και του Filioque. Ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Γ' έστειλε το Βαρλαάμ ως διπλομάτη σε αποστολές στις αυλές του Ροβέρτου του Σοφού στη Νεάπολη και του Φιλίππου ΣΤ΄ της Γαλλίας. Το 1339, εστάλη στην αυλή του εξόριστου Πάπα Βενέδικτου ΙΒ΄ στην Αβινιόν για να προτείνει μια σταυροφορία ενάντια στους Τούρκους και για να συζητήσουν την ένωση των εκκλησιών, αλλά δεν ήταν επιτυχής σε αυτό το εγχείρημα. Εκεί συνάντησε τον Πετράρχη.

Ο Βαρλαάμ αντιτάχθηκε στο κίνημα του ησυχασμού. Γελοιοποιήσε τους Ησυχαστές και την ασκητική μέθοδό τους, χαρακτηρίζοντάς τους όχι μόνο «ομφαλοσκόπους» και «ομφαλοψύχους», αλλά και αιρετικούς (Μασσαλιανούς). Το 1337 ήλθε στη Κωνσταντινούπολη, για να προκαλέσει συνοδική καταδίκη των Ησυχαστών, θεωρώντας την παράδοσή τους ξένη προς την Ορθοδοξία. Αυτό ήταν και το έναυσμα για την ανοικτή πια σύγκρουση.

Η Σύνοδος του έτους 1341 (η οποία θεωρείται οικουμενική από την Ορθόδοξη εκκλησία), δογμάτισε για την άκτιστη Ουσία και την άκτιστη Ενέργεια του Θεού, επικύρωσε τη διδασκαλία του Γρηγορίου του Παλαμά και των Ησυχαστών και καταδίκασε ως αιρετικούς τον Βαρλαάμ τον Καλαβρό, τον Γρηγόριο Ακίνδυνο και τον Νικηφόρο Γρηγορά.

Η διένεξη με τον Γρηγόριο Παλαμά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την υπεράσπιση των Ησυχαστών και της ασκητικής μεθόδου τους ανέλαβε ο αγιορείτης μοναχός Γρηγόριος Παλαμάς. Γιος συγκλητικού, γεννήθηκε περί το 1296 και έκανε σπουδαίες φιλοσοφικές σπουδές κοντά στο μεγάλο ουμανιστή Θεόδωρο Μετοχίτη. Νωρίς στράφηκε στην άσκηση και μυήθηκε στην αυθεντική ασκητική παράδοση κοντά στους Θεόληπτο Φιλαδελφείας, πατριάρχη Αθανάσιο και Νείλο τον εξ Ιταλών. Όταν άρχισε ο διάλογος με τον Βαρλαάμ, είχε ήδη μακρά ασκητική εμπειρία, αποκτημένη στο Παπίκιον Όρος και από το 1331 -μονιμότερα- στον Άθωνα.

Το πρόβλημα, που τέθηκε με την παρέμβαση του Βαρλαάμ, ήταν αν η θεραπεία του νου (κάθαρση) γίνεται μέσω της ασκήσεως και της νοεράς ευχής (φωτισμού) ή μέσω της φιλοσοφίας (διανοητικού στοχασμού). Έτσι όμως ετέθη στην πράξη το πρόβλημα της σχέσεως της «θείας» προς την «έξω» ή «θύραθεν» σοφία. Ο Παλαμάς διέκρινε δύο σοφίες: τη θεία και την έξω, σαφώς διακρινόμενες μεταξύ τους, διότι χρησιμοποιούν διαφορετικό καθεμιά χώρο (καρδία-εγκέφαλος). Την «σοφία του αιώνος τούτου» (Α' Κορ.2,6) ο ησυχαστής αντικαθιστά στη θεολόγηση με τη σοφία του Θεού, πού προϋποθέτει την ενεργό παρουσία της ακτίστου ενεργείας του Θεού στην καρδιά του πιστού. «Τη γαρ φυσική ταύτη η έξω παιδεία βοηθεί, πνευματική δε ουδέποτε γένοιτ’αν, ει μη μετά της πίστεως και τη του Θεού συγγένοιτο αγάπη, μάλλον δε, ει μη προς της αγάπης και της εξ αυτής εγγινομένης χάριτος αναγεννηθείη και άλλη παρά την προτέραν γένοιτο, κοινή τε και θεοειδής, αγνή, ειρηνική, επιεικής, ήτις δη και άνωθεν σοφία (Ιακ. 3, 17) και Θεού σοφία (Α' Κορ. 1, 21.24. 2, 7) κατονομάζεται, και ως πνευματική πως, άτε τη του Πνεύματος υποτεταγμένη σοφία, τα του Πνεύματος χαρίσματα και γινώσκει και αποδέχεται. Η δε μη τοιαύτη κάτωθεν, ψυχική, δαιμονιώδης (Ιακ. 3, 15), καθάπερ ο των αποστόλων αδελφόθεος λέγει, διό και τα του Πνεύματος ου προσίεται, κατά το γεγραμμένον» (Υπέρ των ι. Ησυχ. τριάς Α', 9, 1). Η Αποκάλυψη του Θεού δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο της διανοίας του ανθρώπου, διότι υπερβαίνει κάθε κατάληψη. Γι’αυτό η παιδεία και η φιλοσοφία δεν συνιστούν προϋπόθεση της θεογνωσίας. Στη δυτική θεολογική παράδοση ισχύει το credo, ut intelligam (Αυγουστίνος Ιππώνος). Κατά την άποψη αυτή προχωρεί κανείς με την πίστη, μέσω της φιλοσοφίας και της Γραφής, στη λογική σύλληψη της αποκαλύψεως. H προτεραιότητα δίνεται στη διάνοια, όχι μόνο στη φυσική, αλλά και στην υπερφυσική γνώση. Για τους Ησυχαστές, η «έξω» σοφία ως προς την Θεογνωσία είναι μέγεθος αδιάφορο, και θεωρούν τη θέωση υπόθεση κοινή εγγραμμάτων και αγραμμάτων (π.χ. Άγιοι Βασίλειος Καισαρείας και Αντώνιος).

Ο Γρηγόριος πληροφορήθηκε στη Θεσσαλονίκη τις θέσεις του Βαρλαάμ στο ζήτημα της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος (Filioque), και επισήμανε πως πρόκεται περί υποκατάστασης της πατερικής μεθόδου με φιλοσοφικούς-διαλεκτικούς συλλογισμούς, χρήση δηλαδή της διαλεκτικής (φιλοσοφικής) μεθόδου στη θεολόγηση. Στα αντιησυχαστικά κείμενα του Βαρλαάμ απάντησε ο Γρηγόριος με τρεις «τριάδες» «Υπέρ των ιερώς Ησυχαζόντων», στα οποία επιχειρηματολόγησε υπέρ της αντιπατερικότητας του Βαρλάαμ και της συνέχισης της πατερικής παραδόσεως εκ μέρους των Ησυχαστών. Η συζήτηση, που γρήγορα εξελίχθηκε σε ευρύτερη διένεξη, μεταφέρθηκε από τη Θεσσαλονίκη στην Κωνσταντινούπολη. Από τη χρήση διαλεκτικών συλλογισμών στη θεολόγηση (εκφιλοσόφηση της πίστεως) ο διάλογος προχώρησε στην ησυχαστική ασκητική μέθοδο και τα αποτελέσματά της (θεοπτική εμπειρία, εξ ου και ο όρος «θεολογία της θεοπτίας» -Στυλ. Παπαδόπουλος), την σωτηριολογική διάσταση του προβλήματος και κυρίως τη διάκριση ουσίας και ενεργείας στον Θεό, ως και τη δυνατότητα και τον τρόπο θεώσεως, κοινωνίας δηλαδή κτιστού και Ακτίστου.

Ο θεολόγος Θωμάς Ακινάτης, ο κορυφαίος του σχολαστικισμού, δεχόταν ότι ο Θεός είναι «καθαρά ενέργεια» (actus purus), το «πρώτον κινούν ακίνητον» του Αριστοτέλους. Γνώση, συνεπώς, του Θεού σημαίνει γνώση της ουσίας του. Ρίζα και πηγή αυτής της διδασκαλίας για τον Θεό είναι ο Αυγουστίνος. Η ταύτιση ουσίας και ενεργείας στο Θεό είναι αυγουστίνεια, όπως και η δυνατότητα γνώσεως της θείας ουσίας (ευνομιανισμός). Στην περί Θεού διδασκαλία ο Αυγουστίνος ταυτιζόταν με τον ακραίο αρειανό Ευνόμιο. Σύμφωνα όμως με τον Παλαμά, ενώ Γραφικά και Πατερικά η θεία ουσία είναι απρόσιτη και αμέθεκτη, η θεία ενέργεια είναι (υπό προϋποθέσεις) προσιτή και μεθεκτή. Ως επακριβώσεις αυτής της εμπειρίας ανέφερε τη θεοπτία του Μωυσέως στο Σινά, την εμπειρία των μαθητών του Ιησού στο Θαβώρ (Μεταμόρφωση) και την Πεντηκοστή. O Αυγουστίνος δεχόταν (και) στις περιπτώσεις αυτές αποκάλυψη του Θεού, όχι άμεση, άλλά διά διαμέσων κτιστών.

Αυτής της παραδόσεως ήταν φορέας ο Βαρλαάμ. Γι' αυτό ονόμαζε την μέσω του Θαβωρίου φωτός αποκάλυψη «χείρω νοήσεως», κατώτερη δηλαδή από τη γινομένη στο νου, αλλά και αυτής της απλής νοήσεως. Πατερικά όμως το Θαβώριο φως είναι άκτιστη θεότητα και δόξα (βασιλεία) της Αγίας Τριάδος. Έτσι εξηγείται, γιατί η αληθινή φύση του Θαβωρίου φωτός βρέθηκε στο επίκεντρο του θεολογικού προβληματισμού στη διένεξη Βαρλαάμ-Παλαμά. Ο Βαρλαάμ δεν μπορούσε να κατανοήσει -και περισσότερο να αποδεχθεί- την ησυχαστική παράδοση, με την οποία τίποτε δεν τον συνέδεε. Αισθανόταν απέναντί της, όπως ένας δυτικός ή δυτικίζων στα σημερινά χρόνια. Την πατερική παράδοση την δεχόταν μεν; αλλά την ερμήνευε με δυτικά κριτήρια, με τις προυποθέσεις της φραγκολατινικής θεολογίας. Η νοοτροπία που ενσάρκωνε ο Βαρλαάμ, θα κορυφωθεί στον Γίββωνα. Ο Άγγλος αυτός ιστορικός (1737-1794), που εξέφρασε με κλασικό τρόπο τη συνείδηση της Δύσεως για τη ρωμαίϊκη Ανατολή, είδε τον ησυχασμό κατά τρόπο παρόμοιο με εκείνον του Βαρλαάμ. Το εσωτερικό φως των Ησυχαστών ήταν γι' αυτόν «προϊόν μιας κακόγουστης ιδιοτροπίας· δημιουργία ενός κενού στομάχου και ενός κούφιου μυαλού». Ο ησυχασμός -δέχεται στη συνέχεια- είναι η κορύφωση «των θρησκευτικών ανοησιών των Γραικών»

Τα επιχειρήματα του Βαρλαάμ δείχνουν καθαρά ότι η σκέψη του είναι εντελώς ξένη προς το ησυχασμό, τον αγνοεί, ή αδυνατεί να τον κατανοήση είναι μια σκέψη πολύ κοντά στα ελληνικά μέτρα και θέλει, όπως εκείνη, να στηρίζεται σε φυσικά, λογικά επιχειρήματα. Ενω ο ησυχασμός αυτό ακριβώς θέλει να ξεπεράση. Αν και Έλλην ο Βαρλαάμ, επειδή ήταν κάτοχος της Λατινικής και έζησε στη Δύση, δέχτηκε την επίδραση των δυτικών σχολαστικών, ιδιαίτερα του Ακινάτη, και αυτών τις τάσεις και τα επιχειρήματα ακολουθεί. Το ίδιο και όλοι οι άλλοι αντίπαλοι των ησυχαστών. Έχουν όλοι δεχτή την επίδραση των λατίνων, που είχαν αρχίσει να μεταφράζωνται ελληνικά. Αρκετοί απ' αυτούς εκδηλώθηκαν και ως λατινόφρονες. Ο ίδιος ο Βαρλαάμ έγινε αργότερα Επίσκοπος Ιέρακος της καθολικής Εκκλησίας. Έτσι ο αγώνας κατα των ησυχαστών παίρνει στο βάθος μορφή αντιδικίας ανάμεσα στην Ανατολή, που τάσσεται με τον ησυχασμό, και τη Δύση που με τον Ακινάτη υποστηρίζει ότι ο λόγος είναι το μόνο όργανο για να σκεφτούμε το Θεό.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Jugie, Martin (1940) "Barlaam, est-il ne catholique?." Échos d'Orient, 39 (197) : 100-125. Available on-line at: Persee.fr

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Χρήστου Κωνσταντίνος, Βαρλαάμ ὁ Καλαβρός. Ἕνας Κατωιταλιώτης Γραικός στό Βυζάντιο, εν: Ἀλεξανδρινός ἀμητός. Ἀφιέρωμα στή μνήμη Ι.Μ.Χατζηφώτη, Ἀλεξάνδρεια 2009, 637-641.