Βάλανος (ανατομία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Βάλανος
Glans Penis of A Human.jpg
Εμπρόσθια όψη
Anat09IMG 0034.jpg
Οπίσθια όψη
Identifiers
TAA09.4.01.007
FMA18247

Η κεφαλή του πέους, επιστημονικά βάλανος, είναι το μεγεθυμένο βολβοειδές άκρο που βρίσκεται στην κορυφή του ανθρώπινου πέους. Αποτελεί μέρος των αρσενικών γεννητικών οργάνων στα περισσότερα θηλαστικά.[1] Στους ανθρώπους η βάλανος βρίσκεται καλυμμένη από την ακροποσθία. Η επιφάνειά της έχει γυαλιστερή όψη και λεία υφή που οφείλεται στην εξωτερική επένδυση από βλεννογόνο. Η περιοχή συγκεντρώνει μεγάλο αριθμό νεύρων και αιμοφόρων αγγείων που την καθιστούν ιδιαίτερα ευαίσθητη σε εξωτερικά ερεθίσματα.[2] Το όνομά της προέρχεται απ' το αρχαίο βάλανος (βελανίδι).

Δομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1.Περιτονία
2.Σηραγγώδη σώματα
3.Βαλανοποσθική αυλάκωση
4.Στεφάνη
5.Ακροποσθία
6.Σώμα βαλάνου
7.Στόμιο ουρήθρας
8.Σκαφοειδής βόθρος ουρήθρας
9.Ινώδης χιτώνας
10.Σπογγώδες σώμα
11.Ουρήθρα.

Η βάλανος αποτελείται από σπογγώδη ιστό, ο οποίος κατά την στύση γεμίζει με αίμα μέσω των αρτηριών. Το σώμα της βαλάνου εφάπτεται πάνω στα δύο σηραγγώδη σώματα και αποτελεί επέκταση του σπογγώδους σώματος που περιβάλλει την ουρήθρα στον κορμό του πέους.[3] Κατά τη στύση η κεφαλή διογκώνεται, γίνεται στητή και αποκτά μεγαλύτερη ευαισθησία.

Στην κορυφή της κεφαλής βρίσκεται το στόμιο της ουρήθρας, από όπου εξέρχονται τα ούρα, τα σπερματικά και προσπερματικά υγρά. Το κομμάτι του δέρματος που καλύπτει και προστατεύει την βάλανο από περιττές τριβές ονομάζεται ακροποσθία. Το πίσω μέρος της κεφαλής το διατρέχει ένα λεπτό και ελαστικό κομμάτι δέρματος που ενώνει την βάλανο με το σώμα του πέους και αποκαλείται χαλινός. Το όριο που διαχωρίζει το πέος ανάμεσα στην κεφαλή και στο κυρίως σώμα λέγεται αυχένας του πέους, ενώ τα στρογγυλεμένα άκρα, που εξέχουν πάνω από τον αυχένα, ονομάζονται στεφάνη ή στέμμα της βαλάνου.

Τα αισθητήρια νεύρα της βαλάνου κατανέμονται εξίσου σε όλα τα σημεία της επιφάνειάς της.[2] Σύμφωνα με άλλες μελέτες, η συγκέντρωση ορισμένων νεύρων μπορεί να είναι μεγαλύτερη σε κάποιες περιοχές της βαλάνου, όπως στα άκρα της στεφάνης.[4] Η υψηλή συγκέντρωση νεύρων καθιστά τη βάλανο εξαιρετικά ευαίσθητη στην αφή[5] και βασική ερωτογενή ζώνη του σώματος.

Ακροποσθία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H βάλανος βρίσκεται συνεχώς καλυμμένη από την ακροποσθία.[6] Η αποκάλυψη της μπορεί να επιτευχθεί εύκολα τραβώντας απαλά την ακροποσθία προς τα πίσω, είτε και αυτόματα κατά την διάρκεια της στύσης. Αντίθετα, στους άνδρες που έχουν κάνει περιτομή η βάλανος βρίσκεται συνεχώς εκτεθειμένη. Η ακροποσθία διατηρεί την υγρασία στο βλεννογόνο της βαλάνου.[7] Για τον λόγο αυτό, η υφή της είναι πιο στεγνή στους περιτμημένους άνδρες λόγω της συνεχούς επαφής της με τον αέρα.

Κατά την παιδική ηλικία, η ακροποσθία μπορεί να είναι ελαφρώς στενή κάνοντας την εμφάνιση της κεφαλής του πέους δύσκολη,[8] ή ακόμα και επίπονη για ορισμένα αγόρια. Αυτό αλλάζει σταδιακά στην περίοδο της εφηβείας, όταν τα γεννητικά όργανα ωριμάζουν και το δέρμα αποκτά μεγαλύτερη ελαστικότητα. Έως την ηλικία των 18 ετών τα περισσότερα αγόρια θα έχουν πλήρως ανασυρόμενη ακροποσθία. Μια ήπια στένωση της ακροποσθίας σε ενήλικες δεν είναι απαραίτητα ανησυχητική, ενώ αντιμετωπίζεται και με μη επεμβατικούς τρόπους.[8]

Σχηματισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η βάλανος σχηματίζεται από το γεννητικό φύμα που εμφανίζεται στο έμβρυο ανεξαρτήτως φύλου κατά τις αρχικές εβδομάδες της κύησης.[9] Παρότι το φύλο του βρέφους έχει καθοριστεί ήδη από τη στιγμή της σύλληψης, η πλήρης εξωτερική διαφοροποίηση θα ολοκληρωθεί έως την 12η εβδομάδα.[10] Εάν το έμβρυο είναι θηλυκό, το φύμα θα συρρικνωθεί και θα ονομάζεται κλειτορίδα. Στο αρσενικό έμβρυο η παρουσία χρωμοσώματος Υ οδηγεί στην ανάπτυξη των όρχεων, οι οποίοι εκκρίνουν μεγάλη ποσότητα ανδρογόνων. Τα ανδρογόνα προκαλούν την αρρενoποίηση των γεννητικών οργάνων.[9] Η έκκριση τεστοστερόνης παίζει καθοριστικό ρόλο στην επιμήκυνση του φύματος και στον τελικό σχηματισμό του πέους. Μετά την γέννα τα επίπεδα τεστοστερόνης μειώνονται αισθητά μέχρι την εφηβεία.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Renfree, Marilyn; Hugh Tyndale-Biscoe (1987-01-30). Reproductive Physiology of Marsupials. Cambridge University Press. ISBN 9780521337922. Retrieved 5 May 2013
  2. 2,0 2,1 Yang, C. C.; W.E. Bradley (July 1998). «Neuroanatomy of the penile portion of the human dorsal nerve of the penis». British Journal of Urology 82 (1): 109–13. doi:10.1046/j.1464-410x.1998.00669.x. PMID 9698671. 
  3. Heide Schatten· Gheorghe M. Constantinescu (21 Μαρτίου 2008). Comparative Reproductive Biology. John Wiley & Sons. ISBN 978-0-470-39025-2. 
  4. Halata, Zdenek; Bryce L. Munger (April 1986). «The neuroanatomical basis for the protopathic sensibility of the human glans penis». Brain Research 371 (2): 205–30. doi:10.1016/0006-8993(86)90357-4. PMID 3697758. 
  5. Schobor JM, Meyer-Bahlburg HF, Dolezal C (2009). «Self-ratings of genital anatomy, sexual sensitivity and function in men using the 'Self-Assessment of Genital Anatomy and Sexual Function, Male' questionnaire». BJU Int 103 (8): 1096–103. doi:10.1111/j.1464-410X.2008.08166.x. PMID 19245445. https://archive.org/details/sim_bju-international_2009-04_103_8/page/1096. 
  6. Kirby, Roger· Carson, Culley· Kirby, Michael (2009). Men's Health (3rd έκδοση). New York: Informa Healthcare. σελίδες 283. ISBN 978-1-4398-0807-8. OCLC 314774041. 
  7. Cold, C. J.; Taylor, J. R. (1999). «The prepuce» (στα αγγλικά). BJU International 83 (S1): 34–44. doi:10.1046/j.1464-410x.1999.0830s1034.x. ISSN 1464-410X. PMID 10349413. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2021-10-24. https://web.archive.org/web/20211024171706/https://bjui-journals.onlinelibrary.wiley.com/doi/abs/10.1046/j.1464-410x.1999.0830s1034.x. Ανακτήθηκε στις 2021-11-06. 
  8. 8,0 8,1 «Natural Foreskin Retraction in Intact Children and Teens» (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 26 Μαΐου 2021. 
  9. 9,0 9,1 W.George, D.Wilson, Fredrick, Jean (1984). «Fetal Physiology and Medicine (Second, Revised Edition)». ScienceDirect. 
  10. C.L.Lachelin, Gillian (1991). «Introduction to Clinical Reproductive Endocrinology». ScienceDirect.