Β΄ Βουλγαρική κατοχή ελληνικών εδαφών (1916-1918)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η επέκταση της Βουλγαρίας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με την κατοχή των ελληνικών εδαφών της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης (1916-1918).
Βούλγαροι στρατιώτες του κατοχικού στρατού.

Η Β΄ Βουλγαρική Κατοχή (1916-1918) ήταν συνέπεια της επεκτατικο-εθνικιστικής πολιτικής των Βουλγάρων αλλά και της πολιτικο-στρατιωτικής πίεσης των Αγγλο-Γάλλων για τη σύμπραξη των Ελλήνων μαζί τους στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1918). Οι Βούλγαροι ως σύμμαχοι των Γερμανών, κατέλαβαν αναίμακτα την περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας, χωρίς καν να υπάρχει κάποια εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας, λόγω της πλήρους ουδετερότητας που προσπαθούσε να κρατήσει η φιλοβασιλική κυβέρνηση των Αθηνών, καθώς βρέθηκε να πιέζεται ασφυκτικά από την Αντάντ και από τους Γερμανούς των Κεντρικών Αυτοκρατοριών για να παράσχει στρατιωτικές διευκολύνσεις, ή να προσχωρήσει σε έναν από τους αντιπάλους σχηματισμούς.

Υπολογίζεται πως κατά τη Β΄ Βουλγαρική Κατοχή 42.000 Έλληνες, ηλικίας 17-60 ετών, εκτοπίσθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Βουλγαρία, για την εκτέλεση καταναγκαστικών έργων. Από τους εξορισθέντες περίπου 12.000 δεν κατόρθωσαν τελικά να επιστρέψουν ζωντανοί.[1].

Τον Αύγουστο του 1916, κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μονάδες της 7ης Βουλγαρικής Μεραρχίας κατέλαβαν πόλεις της Ανατολικής Μακεδονίας. Στη διάρκεια της Β' Βουλγαρικής Κατοχής (1916-1918) ο ελληνικός πληθυσμός στις πόλεις και τα χωριά υπέστη διώξεις, λιμοκτονία, ομηρίες καθώς και συλλήψεις, φυλακίσεις, βιαιοπραγίες και βασανισμούς από τη μυστική βουλγαρική αστυνομία και τον κατοχικό βουλγαρικό στρατό. Ως αποτέλεσμα χιλιάδες Έλληνες έχασαν τη ζωή τους. Στην Ανατολική Μακεδονία είχαν εγκατασταθεί μόνιμα από το 1913 πολλοί Έλληνες πρόσφυγες από την Ανατολική Ρωμυλία και την Ανατολική Θράκη, ο οποίοι μαζί με τους ντόπιους Μακεδόνες υπέστησαν και αυτοί, ελάχιστα χρόνια μετά την έλευσή τους, τον λιμό τις εξορίες και τις βιαιότητες του Βουλγαρικού κατοχικού στρατού.[2][3][4][5]

Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έλληνες πρόσφυγες, κάτοικοι του νομού Σερρών που βρέθηκαν υπό βουλγαρική κατοχή το 1916, κατευθύνονται προς την περιοχή δυτικά του ποταμού Στρυμόνα που είχε παραμείνει υπό ελληνική διοίκηση, για να διασωθούν από τις βουλγαρικές διώξεις.

Λιμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1914 η πόλη της Δράμας είχε πληθυσμό 25.000 κατοίκων, εκ των οποίων 4.000 πέθαναν από πείνα και ασθένειες κατά τη βουλγαρική κατοχή του 1916-18 (αρχείο Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου Η.Π.Α.).

Σύμφωνα με έκθεση του Ελληνα πρεσβευτή στη Σόφια, έως τον Απρίλιο του 1917 περίπου 6.000 άτομα πέθαναν από ασιτία μόνο στην περιοχή της Καβάλας και 4.000 άτομα στη Δράμα, σύμφωνα με το αρχείο της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου Η.Π.Α. Η επισιτιστική και ανθρωπιστική κρίση που δημιουργήθηκε σε βάρος των Ελλήνων της Ανατολικής Μακεδονίας στη διάρκεια της Β΄ Βουλγαρικής κατοχής, διαπιστώθηκε σε όλο το εύρος της μετά την απελευθέρωση των περιοχών οπότε και οργανώθηκαν συσσίτια, πρόχειρα νοσοκομεία και διανομή ιατροφαρμακευτικού εξοπλισμού.[6]

Εκτοπίσεις-Εξορίες Ελλήνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξόριστοι Έλληνες επιστρέφουν από τη Βουλγαρία το 1918 σε κλειστά βαγόνια τραίνων, τα οποία προορίζονταν για μεταφορά ζώων και εμπορευμάτων (φωτογραφία Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού).

Ταυτόχρονα εφαρμόστηκε από τους Βούλγαρους ένα σκληρό μέτρο εξόντωσης του πληθυσμού: η εκτόπιση και η ομηρία χιλιάδων Ελλήνων κατοίκων, μεταξύ αυτών και του συνόλου σχεδόν των ιερέων, της Ανατολικής Μακεδονίας σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και καταναγκαστικά έργα στη Βουλγαρία[7]. Υπολογίζεται πως 42.000 Ελληνες ηλικίας κυρίως 17-60 ετών εκτοπίσθηκαν στη Βουλγαρία, από τους οποίους περίπου 12.000 δεν κατόρθωσαν τελικά να επιστρέψουν ζωντανοί[8]. Γκόστιβαρ, Κίτσεβο, Σεβλίεβο, στρατόπεδο της Σιούμλας και Κάρνομπατ υπήρξαν ορισμένοι από τους τόπους εξορίας, στους οποίους τοποθετήθηκαν οι Ελληνες αιχμάλωτοι. Ατέλειωτα καραβάνια αιχμαλώτων μεταφέρονταν πεζή και στη συνέχεια με τρένα κάτω από αντίξοες συνθήκες. Ακόμη χειρότερες όμως υπήρξαν οι συνθήκες διαβίωσής τους στη βουλγαρική ενδοχώρα.[9]

Από τη στιγμή που η Ελλάδα και η Βουλγαρία βρέθηκαν σε εμπόλεμη κατάσταση, με απόφαση της Βουλγαρικής κυβερνησης μεταφέρθηκαν στη Βουλγαρία πρώτα όλοι οι Έλληνες δημόσιοι υπάλληλοι - μεταξύ αυτών ο Νομάρχης και ο Δήμαρχος Δράμας- και κατόπιν όλοι οι άνδρες από δεκαέξι έως εξήντα ετών ή και ακόμα μεγαλύτεροι. Οι εκπατριζόμενοι συγκεντρώνονταν και στοιβάζονταν κατά πενήντα ή εξήντα σε κλειστά βαγόνια τραίνων, τα οποία προορίζονταν για μεταφορά ζώων και εμπορευμάτων, και μεταφέρονταν σε στρατόπεδο συγκεντρωσης στο Σκούμεν της Βουλγαρίας, όπου περίμεναν την τοποθέτησή τους σε κάποιο εργοτάξιο. Ανάλογα με τις ανάγκες, χωρίζονταν σε ομάδες εργατών και οδηγούνταν στο εσωτερικό της Βουλγαρίας. Η πλειονότητα εργάστηκε στην κατασκευή σιδηροδρομικών γραμμών. Τους υπέβαλλαν σε εργασία δώδεκα έως δεκαπέντε ωρών, υπό οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες.[10]

Ενδεικτικά την περίοδο της Βουλγαρικής κατοχής εξορίστηκαν από την πόλη της Δράμας 1.965 άτομα, από τα οποία επέστρεψαν μόνο 1.359. Πέθαναν στην εξορία 606 ατομα, δηλαδή το 1/3 των εξορίστων. Από την πόλη των Σερρών και τα χωριά συνελήφθησαν τον Ιούνιο του 1917 3.000 περίπου άνδρες και εκτοπίστηκαν σε διάφορα μέρη της Βουλγαρίας ως όμηροι για καταναγκαστική εργασία ενώ και το καλοκαίρι του 1918 (τρεις μήνες περίπου προ της ανακωχής) συνελήφθησαν άλλοι 5.000 περίπου άνδρες και εκτοπίστηκαν στη Βουλγαρία και αυτοί ως όμηροι στα Ντουρντουβάκια. Η λέξη ντουρντουβάκι αποτελεί ελληνοποιημένη παραφθορά της βουλγαρικής λέξης για τα τάγματα εργασίας (трууJдови войски - τρούντοβι βόιτσκι) ή για τον φαντάρο αγγαρείας (трууJдов войник - τρούντοβ βόινικ). Πάνω από το 1/4 των εκπατρισθέντων έχασαν τη ζωή τους από τις στερήσεις, τα βασανιστήρια και την εξοντωτική εργασία και δεν επέστρεψαν ποτέ στην πατρίδα τους. [11][12][13][14][15][16]

Στο Σεβλίεβο εξορίστηκαν 216 Έλληνες ιερείς από την υπό βουλγαρική κατοχή Μακεδονία. Μετά από τρίμηνη παραμονή στην περιοχή οδηγήθηκαν σε εγκλεισμό σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και εξοντωτική συμμετοχή σε χειρωνακτικά έργα. Δεκατρείς από τους Έλληνες ιερείς πέθαναν εκεί.[17][18]

Μετά την ήττα του βουλγαρικού στρατού και την επακόλουθη ανακωχή, τον Σεπτέμβριο του 1918, όσοι όμηροι επέζησαν από τις κακουχίες και τα καταναγκαστικά έργα επέστρεψαν σε άσχημη ψυχολογική και σωματική κατάσταση.[19][20]

Βιαιότητες-Λεηλασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην περιοχή της Καβάλας ο Μητροπολίτης Ελευθερουπόλεως Γερμανός Σακελλαρίδης μετά από πεντάμηνη φυλάκιση και βασανισμούς, απαγχονίζεται από Βούλγαρους στρατιώτες του κατοχικού στρατού, τη νύχτα της 5ης προς 6η Ιουλίου του 1917.[21][22][23]

Στη διάρκεια της Β' Βουλγαρικής Κατοχής (1916-1918) κλάπηκαν από τον κατοχικό βουλγαρικό στρατό, και κρατούνται έως σήμερα στη Βουλγαρία, τα κειμήλια και οι θησαυροί της Μονής Παναγίας Εικοσιφοινίσσης Παγγαίου της Μητροπόλεως Δράμας, και πλήθος έτερων ελληνικών κειμηλίων από τη Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών, τη Μονή Παναγίας Αρχαγγελιώτισσας Ξάνθης και τα εκ Μελενίκου ελληνικά κειμήλια της Μητρόπολης Σιδηροκάστρου. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, οι Ιερές Μητροπόλεις καθώς και οι αρχές της Τοπικής Αυτοδιοίκησης έχουν διατυπώσει επισήμως αίτημα για την επιστροφή των κλαπέντων ελληνικών κειμηλίων.[24][25][26][27][28]

Ο βουλγαρικός στρατός κατοχής αποχώρησε το 1918, με τη λήξη του πολέμου.

Συνθήκες μετά την Απελευθέρωση του 1918[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έτος 1918, η κατάσταση με την οποία ήρθαν αντιμέτωποι οι Ελληνες στρατιωτικοί και πολιτικοί αμέσως μετά την απελευθέρωση της Ανατολικής Μακεδονίας, αλλά και της Δυτικής Θράκης λίγο αργότερα, μετά από τη Β΄ Βουλγαρική κατοχή ελληνικών εδαφών ήταν τραγική. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της κατάστασης, επισκεπτόμενος άμεσα τις Σέρρες, όπου αντιπροσωπεία των κατοίκων, παρουσίασε αναλυτικά τα δεινά της βουλγαρικής κατοχικής διοίκησης. Μια από τις πρώτες μέριμνες της ελληνικής διοίκησης ήταν ο επισιτισμός της περιοχής. Ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι, όπως ο Κωνσταντίνος Ρακτιβάν και ο Αναστάσιος Αδοσίδης, στάλθηκαν επί τόπου προς συντονισμό της ανθρωπιστικής αποστολής για τον ελληνικό πληθυσμό που μαστιζόταν από φτώχεια και επικίνδυνες συνθήκες διαβίωσης. Από κοινού δραστηριοποιούνταν και ανθρωπιστικές αποστολές συμμαχικών δυνάμεων καθώς και ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός με επικεφαλής την Πηνελόπη Δέλτα και την Έλλη Αδοσίδου. Συσσίτια, πρόχειρα νοσοκομεία και διανομή ιατροφαρμακευτικού εξοπλισμού υπήρξαν οι πρώτες ενέργειες για την αντιμετώπιση της κρίσης.[29][30][31]

Ακόμη καθοριστική ήταν η συμβολή της επιτροπής αποτελούμενης από την Πηνελόπη Δέλτα, την Έλλη Αδοσίδου και τον Αλέξανδρο Ζάννα, στην ενεργοποίηση του κρατικού μηχανισμού καθώς και στο σχεδιασμό, την οργάνωση και την εκτέλεση του δύσκολου έργου της παλλινόστησης των χιλιάδων Ελλήνων Ανατολικομακεδόνων ομήρων που βρίσκονταν σε βουλγαρικά στρατόπεδα συγκέντρωσης εκτελώντας καταναγκαστικά έργα στο εσωτερικό της Βουλγαρίας την περίοδο 1917-1918.[32][33][34]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Η Ελλάς του 1910-1920, Γεωργίου Βεντήρη : Αθήνα 1931, Identifier: 000074165, σ.σ.106-131
  2. Γιώργου Καζάνα, Το Ορτάκιοϊ της Θράκης – μια ελληνική κοινότητα, 11/08/2011, Ένωση Μικρασιατών Φοιτητών
  3. Δ. Πασχαλίδη, Τά δεινοπαθήματα τῆς Χωριστῆς κατά τή δεύτερη βουλγαρική κατοχή τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, Χωριστή 2006.
  4. Δημ. Πασχαλίδη,Ἡ Χωριστή Δράμας (Τσατάλτζα) κατά τή δεύτερη Βουλγαρική Κατοχή τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας (1916-18).
  5. Ἀρχιμ. Γαβριήλ, Ἀναμνήσεις καί Νοσταλγία, Θεσσαλονίκη 1958.
  6. Η βουλγαρική εισβολή στην Ανατ. Μακεδονία -του Ιακωβου Μιχαηλιδη, εφημερίδα Καθημερινή 25.09.2011
  7. Συναξάρι Ἐθνομαρτύρων Κληρικῶν (κατάλογος πεσόντων και εκδιωχθέντων Κληρικών) - Αποστολική Διακονία
  8. Η Ελλάς του 1910-1920, Γεωργίου Βεντήρη : Αθήνα 1931, Identifier: 000074165, σ.σ.106-131
  9. Η βουλγαρική εισβολή στην Ανατ. Μακεδονία -του Ιακωβου Μιχαηλιδη, εφημερίδα Καθημερινή 25.09.2011
  10. Ιερά Μητρόπολις Δράμας - Ημερολόγιο αφιερωμένο στη μνήμη των θυματων της Β' Βουλγαρικής Κατοχής, επισυμβάσαν κατά τα έτη 1916-1918.
  11. Τετράδια Βουλγαρικῆς Κατοχῆς, Ἀνατολική Μακεδονία 1916-1918, ἐπιμέλεια Ν. Ρουδομέτωφ, τ. 2ος, Ἱστορικό Λογοτεχνικό Ἀρχεῖο Καβάλας, Καβάλα 2008.
  12. Β.Σ. Κάρτσιου, Ἡ Γενοκτονία τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας κατά τή 2η Βουλαρική Κατοχή (1916-18), ἐκδ. Ἐρωδιός, Θεσσαλονίκη 2010.
  13. Δημ. Πασχαλίδη, Ἡ Ἔκθεση τοῦ Ν.Μπακόπουλου, Νομάρχη Δράμας κατά τή δεύτερη Βουλγαρική Κατοχή τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας(1916-18).
  14. Δ. Πασχαλίδη, Τά δεινοπαθήματα τῆς Χωριστῆς κατά τή δεύτερη βουλγαρική κατοχή τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, Χωριστή 2006.
  15. Δημ. Πασχαλίδη,Ἡ Χωριστή Δράμας (Τσατάλτζα) κατά τή δεύτερη Βουλγαρική Κατοχή τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας (1916-18).
  16. Ἀρχιμ. Γαβριήλ, Ἀναμνήσεις καί Νοσταλγία, Θεσσαλονίκη 1958.
  17. Ιερά Μητρόπολις Δράμας - Ημερολόγιο αφιερωμένο στη μνήμη των θυματων της Β' Βουλγαρικής Κατοχής, επισυμβάσαν κατά τα έτη 1916-1918.
  18. 100 χρονια απο τη Βουλγαρικη κατοχη του 1917: Ιερεις της Μητροπολης Σερρων στα Βουλγαρικα στρατοπεδα συγκεντρωσης - εφημεριδα Η ΠΡΟΟΔΟΣ 13.09.2017
  19. Γενικά για την Ιστορία των Σερρών - Δήμος Σερρών
  20. Μνημεία της Πόλης των Σερρών
  21. Επίσκοποι και Μητροπολίτες Ιεράς Μητροπολης Ελευθερουπόλεως
  22. Μνημόσυνο 90 χρόνων από το θάνατο του Εθνομάρτυρα Μητροπολίτη Ελευθερουπόλεως Γερμανό - kavala net
  23. Ο ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΠΟΛΕΩΣ, ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΔΗΣ. Υπό Θεοδώρου Δημοσθ. Λυμπεράκη.
  24. τα κειμήλια των Μελενικίων που εκλάπησαν από τους Βούλγαρους
  25. Φως Φαναρίου: Η Μονή της Εικοσιφοίνισσας
  26. Τα «Ελγίνεια» της Εκκλησίας - Κιβωτός της Ορθοδοξίας
  27. Το 2017 έτος διεκδίκησης λεηλατημένων κειμηλίων από τις Ιερές Μονές των Σερρών - εφημερίδα ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ
  28. Αυτή είναι η ιστορία των κλεμμένων κειμηλίων που ζήτησε ο Πατριάρχης από τους Βούλγαρους - orthodoxia.info
  29. Η βουλγαρική εισβολή στην Ανατ. Μακεδονία -του Ιακωβου Μιχαηλιδη, εφημερίδα Καθημερινή 25.09.2011
  30. Τετράδια Βουλγαρικῆς Κατοχῆς, Ἀνατολική Μακεδονία 1916-1918, ἐπιμέλεια Ν. Ρουδομέτωφ, τ. 2ος, Ἱστορικό Λογοτεχνικό Ἀρχεῖο Καβάλας, Καβάλα 2008.
  31. Β.Σ. Κάρτσιου, Ἡ Γενοκτονία τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας κατά τή 2η Βουλαρική Κατοχή (1916-18), ἐκδ. Ἐρωδιός, Θεσσαλονίκη 2010.
  32. Δημ. Πασχαλίδη, Ἡ Ἔκθεση τοῦ Ν.Μπακόπουλου, Νομάρχη Δράμας κατά τή δεύτερη Βουλγαρική Κατοχή τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας(1916-18).
  33. Δ. Πασχαλίδη, Τά δεινοπαθήματα τῆς Χωριστῆς κατά τή δεύτερη βουλγαρική κατοχή τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, Χωριστή 2006.
  34. Δημ. Πασχαλίδη,Ἡ Χωριστή Δράμας (Τσατάλτζα) κατά τή δεύτερη Βουλγαρική Κατοχή τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας (1916-18).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καβάλας, Καβάλα 2008.

  • Β.Σ. Κάρτσιου, Η Γενοκτονία του Ἑλληνισμού της Ανατολικής Μακεδονίας κατά τη 2η Βουλγαρική Κατοχή (1916-18), εκδ. Ερωδιός, Θεσσαλονίκη 2010.
  • Δ. Πασχαλίδη, Τά δεινοπαθήματα της Χωριστής κατά τη δεύτερη βουλγαρική κατοχή της Ανατολικής Μακεδονίας, Χωριστή 2006.
  • Δημ. Πασχαλίδη, Η Έκθεση του Ν.Μπακόπουλου, Νομάρχη Δράμας κατά τη δεύτερη Βουλγαρική Κατοχή της Ανατολικής Μακεδονίας (1916-18).
  • Δημ. Πασχαλίδη, Η Χωριστή Δράμας (Τσατάλτζα) κατά τη δεύτερη Βουλγαρική Κατοχή της Ανατολικής Μακεδονίας (1916-18).
  • Αρχιμ. Γαβριήλ, Αναμνήσεις και Νοσταλγία, Θεσσαλονίκη 1958.