Αύλος Μάνλιος Τορκουάτος Αττικός
| Αύλος Μάνλιος Τορκουάτος Αττικός | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Όνομα στη μητρική γλώσσα | A. Manlius T.f.T.n. Torquatus Atticus (Λατινικά) |
| Γέννηση | 2ος αιώνας π.Χ. ή 299 π.Χ. (περίπου και πιθανώς)[1] Αρχαία Ρώμη |
| Θάνατος | 3ος αιώνας π.Χ. |
| Χώρα πολιτογράφησης | Αρχαία Ρώμη |
| Εκπαίδευση και γλώσσες | |
| Ομιλούμενες γλώσσες | Λατινικά |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | πολιτικός στρατιωτικός |
| Οικογένεια | |
| Γονείς | Titus Manlius Torquatus |
| Αδέλφια | Titus Manlius Torquatus |
| Οικογένεια | Manlii Torquati |
| Στρατιωτική σταδιοδρομία | |
| Πόλεμοι/μάχες | Α΄ Καρχηδονιακός Πόλεμος |
| Αξιώματα και βραβεύσεις | |
| Αξίωμα | Κήνσορας Princeps senatus Ρωμαίος συγκλητικός (άγνωστη τιμή)[2] Ύπατος στην αρχαία Ρώμη (244 π.Χ.)[2] |

Ο Aύλος Μάνλιος Τορκουάτος Αττικός, λατιν.: Μulus Manlius Torquatus Atticus (απεβ. πριν από το 216 π.Χ.) ήταν πολιτικός κατά τη διάρκεια της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας. Γεννημένος στην εξέχουσα οικογένεια πατρικίων των Mανλίων Τορκουάτων, είχε μία διακεκριμένη σταδιοδρομία, έγινε τιμηιτής το 247 π.Χ., στη συνέχεια δύο φορές ύπατος το 244 και το 241 π.Χ., και πιθανώς πρώτος της Συγκλήτου (princeps Senatus) το 220 π.Χ. Παρά αυτά τα περίφημα αξιώματα, λίγα είναι γνωστά για τη ζωή του. Ήταν ένας διοικητής που υπηρέτησε κατά τη διάρκεια του Α΄ Καρχηδονιακού Πολέμου και θα μπορούσε να πίεσε για τη συνέχιση του πολέμου, ακόμη και μετά το μήνυμα της Καρχηδόνας για ειρήνη μετά τη ρωμαϊκή νίκη στα νησιά Αιγάτες το 241 π.Χ. Την ίδια χρονιά, κατέστειλε την εξέγερση των Φαλισκανών στην κεντρική Ιταλία, για την οποία του απονεμήθηκε θρίαμβος. Σε αυτή την περίπτωση, μπορεί να εισήγαγε τη λατρεία της Ήρας Κουρίτιδος (Juno Curitis) στη Ρώμη.
Καταγωγή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Αττικός ανήκε στο πατρίκιο γένος των Μανλίων, ένα από τα σημαντικότερα γένη της περιόδου της Δημοκρατίας. Μέλη της οικογένειας ήταν πριν από αυτόν 9 φορέςύπατοι και 14 φορές υπατικοί τριβούνοι. Ο πατέρας και ο μεγαλύτερος αδελφός τού Αττικού —και οι δύο είχαν το όνομα Τίτος— δεν είναι γνωστοί, αλλά ο παππούς του —ονομαζόταν επίσης Τίτος—ήταν ύπατος το 299, και απεβίωσε κατά τη διάρκεια τού αξιώματός του. Ο Αττικός ήταν πιθανώς ο θείος του σχεδόν συγχρόνου του Tίτου Μάνλιου Τορκουάτου, που ήταν ύπατος το 235 και το 224, τιμητής το 231, και τελικά δικτάτορας το 208.
Το επίθετο (cognomen) Torquatus ελήφθη για πρώτη φορά από τον προ-προπάππου τού Αττικού, τον Tίτο Μάνλιο Ιμπεριόσο το 361, όταν νίκησε έναν Γαλάτη σε μονομαχία και πήρε το περιδέραιο (torque) εκείνου ως τρόπαιο. Το γαλατικό περιδέραιο έγινε τότε το έμβλημα της οικογένειας, τα μέλη της οποίας το έβαζαν περήφανα στα νομίσματα που έκοψαν. Ο Iμπεριόσος Τορκουάτος ήταν διάσημος για τη αυστηρότητά του, σκοτώνοντας τον ίδιο του τον γιο, αφού τον είχε παρακούσει κατά τη διάρκεια μίας μάχης.
Το παρωνύμιο (cognomen) Αττικός αναφέρεται στην Αττική, και δείχνει ότι επηρεάστηκε από τον αυξανόμενο φιλελληνισμό στη Ρώμη. Μπορεί να έφτασε σε μία καλή επάρκεια στα ελληνικά, και να το έδειξε στο όνομά του. Αρκετοί άλλοι εξέχοντες πολιτικοί υιοθέτησαν ένα ελληνικό συνώνυμο κατά τη μέση Δημοκρατία, όπως ο Κόιντος Ποπλίλιος Φίλων ή ο Κόιντος Μάρκιος Φίλιππος. Το ίδιο παρωνύμιο χρησιμοποίησε δύο αιώνες αργότερα και ο φίλος τού Κικέρωνα, ο Τίτος Πομπόνιος Αττικός μετά τη μακρόχρονη διαμονή του στην Αθήνα.
Πολιτική σταδιοδρομία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Τιμητής (247 π.Χ.)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η πρώτη αναφορά του Αττικού στην ιστορία είναι η εκλογή του ως τιμητή το 247, δίπλα στον Aύλο Ατίλιο Καϊατίνο, έναν πληβείο με διακεκριμένη σταδιοδρομία (δύο φορές ύπατος το 258 και το 254, δικτάτορας το 249). Κατά τον 3ο αι., οι Μάνλιοι και οι Aτίλιοι ήταν σύμμαχοι του μεγάλου πατρικίου γένους Φαβίων και μέλη αυτών των τριών γενών βρίσκονται συχνά μαζί στους Πίνακες Αξιωμάτων (Fasti). Επιπλέον, ένας από τους υπάτους του 247 ήταν ο Nουμέριος Φάβιος Βουτέων. Επιπλέον, ο Φρήντριχ Μύντσερ πρότεινε ότι ο Aττικός ήταν νυμφευμένος με μία Φαβία.
Η προσχώρηση του Αττικού στην τιμητεία είναι εξαιρετική, επειδή αυτό το αξίωμα ήταν συνήθως το αποκορύφωμα μίας σταδιοδρομίας στη Ρώμη, θεωρητικά αποκλειστικά για πρώην υπάτους (μόνο έξι τιμητές βρίσκονταν σε αυτήν την κατάσταση μεταξύ 312 και 31 π.Χ.). Αυτή η εκλογή μπορεί να εξηγηθεί από την επιρροή των Φαβίων, καθώς και από την έλλειψη διαθέσιμων πρώην πατρικίων υπάτων στο πλαίσιο του Α΄ Καρχηδονιακού Πολέμου, καθώς χρειάζονταν έμπειροι διοικητές στο πεδίο, και αρκετοί ύπατοι είχαν σκοτωθεί στη μάχη. Ο Καϊατίνος ήταν πιθανότατα με μεγαλύτερο κύρος από τους δύο, καθώς ο Αττικός ήταν νεότερος άνδρας. Επιπρόσθετα καταγράφεται ως τιμητής στους Πίνακες (Fasti), πράγμα που σημαίνει ότι η Συνέλευση των Εκατό τον εξέλεξε πριν από τον Αττικό.
Οι τιμητές ολοκλήρωσαν την 38η περίοδο απογραφής (lustrum) και κατέγραψαν 241.212 Ρωμαίους πολίτες, μία απότομη πτώση από την προηγούμενη απογραφή (το 252), η οποία αριθμούσε 297.797 πολίτες. Οι ήττες στα Δρέπανα και στο Λιλύβαιο σε συνδυασμό με την πολεμική φθορά επηρέασαν σοβαρά τους Ρωμαίους πολίτες. Τελικά, οι τιμητές συνέταξαν το lectio —τη λίστα των συγκλητικών— και όρισαν τον πρώτο της Συγκλήτου (princeps Senatus). Ίσως επέλεξαν σε αυτήν την περίπτωση τον Γναίο Κορνήλιο Βλασίωνα, αλλά είναι επίσης πιθανό να διορίστηκε στην επόμενη lectio το 241.

Πρώτη υπατεία (244 π.Χ.)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Αττικός εξελέγη ύπατος για πρώτη φορά το 244 μαζί με τον Γάιο Σεμπρώνιο Βλαίσο, έναν πληβείο που είχε ήδη γίνει ύπατος το 253. Ο Αττικός περιγράφεται από τον Κασσιόδωρο —ο οποίος στηρίχθηκε στον Τ. Λίβιο για τον κατάλογο των υπάτων του— ως ο πρώτος ύπατος. Ο Μάρκος Φάβιος Βουτέων ήταν ύπατος τον προηγούμενο χρόνο με έναν άλλον Ατίλιο —τον Γάιο Βούλβο— και μπορεί να έπαιξε ρόλο στην εκλογή του Αττικού και του Βλαισίου. Τίποτε δεν είναι γνωστό για τη δραστηριότητά τους ως υπάτου. Πιθανώς υπηρέτησαν στη Σικελία, όπου οι περισσότερες από τις επιχειρήσεις του Πρώτου Πουνικού Πολέμου πραγματοποιήθηκαν εκείνη τη χρονιά. [3] Οι δύο αποικίες Brundisium και Fregenae ιδρύθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας τους.
Δεύτερη υπατεία (241 π.Χ.)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Αττικός εξελέγη ύπατος για δεύτερη φορά το 241, μαζί με τον πληβείο Κόιντο Λουτάτιο Κέρκο. Ο τελευταίος ήταν αδελφός του Γάιου Λουτάτιου Κάτουλου, ο οποίος κέρδισε τη μάχη των Νήσωνστις Αιγάτες νήσους στο τέλος της υπατείας του, στις 10 Μαρτίου 241 (οι αξιωματούχοι ανελάμβαναν τα καθήκοντά τους την 1η Μαΐου εκείνη την εποχή). Ο Κασσιόδωρος και ο Ευτρόπιος (που επίσης βασίστηκαν στον Λίβιο) λένε ότι ο Κέρκο ήταν ο πρώτος ύπατος και ο Αττικός ο δεύτερος, αλλά στους Πίνακες του Καπιτωλίου (Fasti Capitolini) ο Αττικός καταγράφεται πρώτος ύπατος. Οι Πίνακες (Fasti) έγιναν επί του Aυγούστου από τον σύλλογο των αρχιερέων, τα μέλη του οποίου συχνά μετέφεραν τους προγόνους τους στην πρώτη θέση, για να ενισχύσουν το κύρος της οικογένειάς τους -μία πολιτική που υποστήριζε ο Aύγουστος, που προσπάθησε να αναβιώσει πολλές εξέχουσες οικογένειες πατρικίων- αφού το να εκλεγόταν πρώτοι ήταν αντικείμενο μεγάλης υπερηφάνειας. Ο επί Αυγούστου αρχιερέας Aύλος Μάνλιος Τορκουάτος ήταν επομένως υπεύθυνος για την προώθηση του Aττικού στους Πίνακες, καθώς και για πολλά άλλα μέλη της οικογένειάς του.

Ο Ζωναράς λέει ότι ο Κάτουλος έκανε μία πρώτη συνθήκη με τον Αμίλκαρ Βάρκα μετά τη νίκη του, λίγες ημέρες πριν το τέλος της υπατείας του, ώστε να είναι αυτός που τελείωσε τον πόλεμο. Ωστόσο, αυτός και ο Πολύβιος προσθέτουν, ότι ο «λαός της Ρώμης» απέρριψε τη συνθήκη, έτσι ο αδελφός του, ο Κέρκο, διαπραγματεύτηκε σκληρότερους όρους για την Καρχηδόνα, μετά την ανάληψη των καθηκόντων του. Ο Άνταμ Ζιολκόβσκι πιστεύει ότι «οι πληβείοι» στην πραγματικότητα έδειξε την αντίθεσή του, εκλέγοντας έναν ύπατο που ήταν ενάντια στη συνθήκη του Κάτουλου. Αφού ο Κέρκο δεν μπορούσε να αντικρούσει τον αδελφό του, σημαίνει ότι η αντίθεση προήλθε από τον Αττικό, ο οποίος ήθελε να συνεχίσει τον πόλεμο. Ωστόσο ο Αττικός έπρεπε να υποχωρήσει, και να δεχθεί τη σύναψη ειρήνης, αλλά έλαβε πρόσθετες ρήτρες στη νέα συνθήκη. Αυτός ο συμβιβασμός μπορεί να θεωρήθηκε ακόμη πολύ επιεικής προς την Καρχηδόνα από μία φατρία στη Σύγκλητο, γι' αυτό και η Ρώμη κατέλαβε τη Σαρδηνία λίγα χρόνια αργότερα. Παρεμπιπτόντως, η Σαρδηνία κατακτήθηκε από τον ανιψιό του Αττικού, τον Τίτο Μάνλιο Τορκουάτο, το 235.
Το έτος των υπατειών του Κέρκο και του Aττικού σημαδεύτηκε από φυσικές καταστροφές στη Ρώμη, οι οποίες σύμφωνα με τον Oρόσιο «σχεδόν κατέστρεψαν την πόλη». Προσθέτει ότι ο ποταμός Τίβερης υπερχείλισε, και έβλαψε όλα τα κτίρια που βρίσκονται στην πεδιάδα. Αυτή η πλημμύρα ήταν ιδιαίτερα καταστροφική, διότι εκείνη την εποχή τα περισσότερα κτίρια ήταν κατασκευασμένα από ξύλο και πηλό, τα οποία είναι ευάλωτα στο νερό. Μία μεγάλη πυρκαγιά κατέστρεψε επίσης τον ναό της Εστίας (Vesta) και το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής γύρω από την Αγοr;a (Forum). Ο μέγιστος αρχιερέας — Λεύκιος Καικίλιος Μέτελλος— παραλίγο να καεί, προσπαθώντας να σώσει το παλλάδιο από τον φλεγόμενο ναό. Οι αρχαίοι συγγραφείς λένε ότι οι Φαλισκανοί —ένας Ιταλικός λαός που ζούσε στη Νότια Ετρουρία— εξεγέρθηκαν, εκμεταλλευόμενοι την κατάσταση. Η πραγματική αιτία είναι πιθανότατα η λήξη μίας 50ετούς συνθήκης, που συνήφθη το 293. Μάλιστα ο E/ Σ. Στέιβλυ θεωρεί, ότι αυτός ο πόλεμος ήταν μέρος μίας σκόπιμης στρατηγικής από τη Ρώμη, για να ενισχύσει τον έλεγχο της Ετρουρίας. Σημειώνει ότι οι τιμητές του 241 κατασκεύασαν την Αυρηλία Οδό (Via Aurelia) που πήγαινε βόρεια από τη Ρώμη στην Πίζα, και ίδρυσε αποικίες στην περιοχή.
Σύμφωνα με τον Ζωναρά, ο Αττικός είχε κάποιες δυσκολίες να υπερκεράσει τους Φαλισκανούς στην πρώτη του μάχη εναντίον τους, καθώς νίκησαν το πεζικό του. Το ιππικό παρ' όλα αυτά έσωσε την κατάσταση. Είχε καλύτερο αποτέλεσμα στη δεύτερη μάχη, η οποία τελείωσε την εκστρατεία μετά από μόλις έξι ημέρες. Οι ύπατοι κατέλαβαν τα άλογα, τους σκλάβους, τα όπλα των Φαλισκανών, τη μισή επικράτειά τους και μετατόπισαν την πρωτεύουσά τους Φαλέριοι σε μία ανυπεράσπιστη τοποθεσία, στο Φαλέριοι Νόβι. Η αναφορά του Ζωναρά περιγράφει τον Αττικό ως τον μοναδικό διοικητή, αλλά ο Κέρκο και ο Αττικός έλαβαν και οι δύο θρίαμβο για τη νίκη, αντίστοιχα, που εορτάστηκε την 1η και την 4η Μαρτίου 240. Οι δύο ύπατοι αναφέρονται επίσης μαζί σε ένα φαλισκανό χάλκινο θώρακα, με μία επιγραφή που λέει «λάφυρο από το Φαλέριοι». Η προστάτιδα-θεά των Φαλερίων ήταν η Ήρα Κουρίτις (Iuno Curritis), την οποία ο Aττικός έφερε στη Ρώμη ιδρύοντας έναν ναό αφιερωμένο σε αυτήν στο Άρεως Πεδίον (Campus Martius, η ακριβής τοποθεσία του ναού είναι ακόμη άγνωστη), ενώ ο Κέρκo ίδρυσε τον ναό της Τύχης του Δήμου (Fortuna Publica) στον Κυρινάλιο λόφο. Και οι δύο ύπατοι πιθανότατα εκπλήρωναν έναν όρκο σε αυτές τις θεές, που είχαν κάνει στο πεδίο της μάχης.
Αρκετοί αρχαίοι συγγραφείς λένε ότι ο ανιψιός του Αττικού —ο Τίτος Τορκουάτος— έκλεισε την πύλη του ναού του Ιανού, μετά τη νικηφόρα εκστρατεία του στη Σαρδηνία κατά τη διάρκεια της υπατείας του το 235. Αυτή η πράξη σήμαινε συμβολικά ότι η Ρώμη και οι γείτονές της ήταν σε ειρήνη. Ήταν μόνο η πρώτη φορά που ο ναός έκλεισε μετά τη βασιλεία του Nουμά Πομπίλιου —του θρυλικού 2ου βασιλιά της Ρώμης—και παρέμεινε έτσι για οκτώ χρόνια. Οι πύλες του στη συνέχεια έμειναν ανοιχτές, μέχρι που ο Αύγουστος τις έκλεισε ξανά μετά τη μάχη του Ακτίου το 31 π.Χ. Ωστόσο, όπως λέει ο Λίβιος, αυτό το γεγονός έλαβε χώρα «μετά τον Πρώτο Καρχηδονιακό Πόλεμο», ο Tιμ Κορνέλ και ο Στέιβλυ το τοποθετούν στο 241, όταν ο Aττικός ήταν ύπατος, καθώς είναι πιο λογικό να κλείσει ο ναός του Ιανού στο τέλος ενός 23χρονου πολέμου, παρά για μία μικρή εκστρατεία στη Σαρδηνία. Η συναίνεση ωστόσο παραμένει υπέρ του 235.
Ως πρώτος της Συγκλήτου (220–216 π.Χ.)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Αττικός εξαφανίζεται από τις αρχαίες πηγές μετά τη 2η υπατεία του. Ωστόσο, δεδομένου ότι ο Aττικός εξελέγη τιμητής σε μικρότερη ηλικία από ό,τι συνήθως, μάλλον ξεπέρασε τους άλλους πρώην τιμητές. Ως εκ τούτου, μπορεί να ονομάστηκε πρώτος της Συγκλήτου (princeps senatus) κατά την αναφορά απογραφής (leccio) του 220, επειδή πριν από το 208, οι τιμητές διόριζαν αυτόματα ως τέτοιο τον πρώην τιμητή με τη μεγαλύτερη αρχαιότητα. Ο princeps senatus ήταν ο πρώτος συγκλητικός που μιλούσε στις συζητήσεις, και έτσι είχε μεγάλη επιρροή στη Σύγκλητο. Η πρόταση ότι ο Αττικός ήταν πρώτος έγινε από τον Φράνσις Ράιαν, με την υπόθεση ότι ο Αττικός ήταν ακόμα ζωντανός το 220. Προσθέτει ότι πρέπει να απεβίωσε πριν από το 216, όταν ο Μάρκος Φάβιος Βουτέων έγινε πρώτος της Συγκλήτου.
Ο Πλίνιος λέει ότι ένας πρώην ύπατος ονόματι Aύλος Τορκουάτος απεβίωσε, ενώ έτρωγε ένα κέικ. Θα μπορούσε να είναι ο Αττικός, αλλά ο Mύντσερ ευνοεί τον ύπατο του 164, που ονομάζεται επίσης Aύλος Τορκουάτος.
Γενεαλογία των Mανλίων Τορκουάτων
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Γενεαλογικό δένδρο παρμένο από τον Mύντσερ μέχρι τον "A. Mάνλιο Τορκουάτο, απεβ. 208", και μετά από τον Mίτσελ, με διορθώσεις. Όλες οι ημερομηνίες είναι π.Χ.
| Τίτος Μάνλιος Ιμπεριόσος Τορκουάτος δικτάτωρ 353, 349, 320 ύπατος 347, 344, 340 ΓΕΝΟΣ ΜΑΝΛΙΩΝ ΤΟΡΚΟΥΑΤΩΝ | |||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| Τίτος Μάνλιος Τορκουάτος (απεβ. 340) | |||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| Τίτος Μάνλιος Τορκουάτος ύπατος το 299 | Λεύκιος Μάνλιος Τορκουάτος λεγάτος το 295 | ||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| Τίτος Μάνλιος Τορκουάτος | |||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| Τίτος Μάνλιος Τορκουάτος | Αύλος Μάνλιος Τορκουάτος Αττικός ύπατος 244, 241 τιμητής 247 | ||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| Τίτος Μάνλιος Τορκουάτος δικτάτωρ 208 ύπατος 235, 224 τιμητής 231 | |||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| Αύλος Μάνλιος Τορκουάτος (απεβ. 208) | |||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| Τίτος Μάνλιος Τορκουάτος ύπατος 165 | Αύλος Μάνλιος Τορκουάτος ύπατος 164 | ||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| Τίτος Μάνλιος Τορκουάτος πραίτωρ 137 | Δέκιμος Ιούνιος Σιλανός Μανλιανός πραίτωρ 141 (απεβ. 140) | Αύλος Μάνλιος Τορκουάτος ΚΛΑΔΟΣ ΑΥΛΟΥ | |||||||||||||||||||||||||||||||||||
| Τίτος Μάνλιος Τορκουάτος | Λεύκιος Μάνλιος Τορκουάτος ταμίας π.113 ΚΛΑΔΟΣ ΛΕΥΚΙΟΥ | Αύλος Μάνλιος Τορκουάτος πραίτωρ 70 | |||||||||||||||||||||||||||||||||||
| Τίτος Μάνλιος Τορκουάτος πραίτωρ 69 | Μανλία | Λεύκιος Μάνλιος Τορκουάτος ύπατος 65 | Αύλος Μάνλιος Τορκουάτος | Τίτος Μάνλιος Τορκουάτος | |||||||||||||||||||||||||||||||||
| Λεύκιος Μάνλιος Τορκουάτος πραίτωρ 49 | Αύλος Μάνλιος Τορκουάτος ταμίας 43 αρχιερέας | ||||||||||||||||||||||||||||||||||||
Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 758. Ανακτήθηκε στις 29 Ιουνίου 2021.
- 1 2 Thomas Robert Shannon Broughton: «The Magistrates of the Roman Republic» (Αγγλικά) Αμερικανική Φιλολογική Εταιρεία. 1951. ISBN-10 0-89130-812-1.
- ↑ Broughton, vol. I, p. 217.
Βιβλιογραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Αρχαία έργα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Cassiodorus, Chronica (Latin text in the Monumenta Germaniae Historica).
- Cicero, De Finibus (Latin text on Wikisource).
- Eutropius, Brevarium (English translation by Rev. John Selby Watson on Wikisource).
- Fasti Capitolini, Fasti Triumphales.
- Livy, Ab Urbe Condita (English translation by Rev. Canon Roberts on Wikisource), Periochae (English translation by Jona Lendering on Livius.org).
- Orosius, Historiae Adversus Paganos ("Histories against the Pagans") (Latin text on Attalus.org).
- Pliny the Elder, Historia Naturalis (English translation by Harris Rackham, W.H.S. Jones, and D.E. Eichholz on Wikisource).
- Plutarch, Parallel lives (English translation of the Life of Numa by John Dryden and Arthur Hugh Clough on Wikisource).
- Polybius, The Histories (English translation by William Roger Paton on LacusCurtius).
- Valerius Maximus, Factorum ac Dictorum Memorabilium (English translation by Samuel Speed on EEBO).
- Marcus Velleius Paterculus, Compendium (English translation by Rev. John Selby Watson on Wikisource).
- Joannes Zonaras, Epitome (English translation of Cassius Dio and Zonaras by Earnest Cary on LacusCurtius).
Σύγχρονα έργα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Gregory S. Aldrete, Floods of the Tiber in Ancient Rome, Baltimore, The Johns Hopkins University Press, 2006.
- Hans Beck, Karriere und Hierarchie: Die römische Aristokratie und die Anfänge des cursus honorum in der mittleren Republik, Berlin, Akademie Verlag, 2005.
- Bruno Bleckmann, Die römische Nobilität im Ersten Punischen Krieg, Berlin, Akademie Verlag, 2002.
- T. Corey Brennan, The Praetorship in the Roman Republic, Oxford University Press, 2000.
- T. Robert S. Broughton, The Magistrates of the Roman Republic, American Philological Association, 1951–1952.
- Michael Crawford, Roman Republican Coinage, Cambridge University Press, 1974–2001.
- Attilio Degrassi, Fasti Capitolini recensuit, praefatus est, indicibus instruxit Atilius Degrassi, Turin, 1954.
- Harriet Flower, "The significance of an inscribed breastplate captured at Falerii in 241 B.C.", Journal of Roman Archaeology, Volume 11 (1998), pp. 224–232.
- Erich S. Gruen, Culture and National Identity in Republican Rome, Ithaca & New York, Cornell University Press, 1992.
- Dexter Hoyos, Unplanned Wars: The Origins of the First and Second Punic Wars, Berlin & New York, Walter de Gruyter, 1998.
- —— (editor), A Companion to Roman Imperialism, Leiden/Boston, Brill, 2013.
- Simon Keay et al., "Falerii Novi: A New Survey of the Walled Area", Papers of the British School at Rome, Vol. 68 (2000), pp. 1–93.
- C. F. Konrad, "Lutatius and the 'Sortes Praenestinae'", Hermes, 143. Jahrg., H. 2 (2015), pp. 153–171.
- Eleanor W. Leach, "Fortune's Extremities: Q. Lutatius Catulus and Largo Argentina Temple B: A Roman Consular and his Monument", Memoirs of the American Academy in Rome, Vol. 55 (2010), pp. 111–134.
- Harold Mattingly, Edward A. Sydenham, Carol H. V. Sutherland, The Roman Imperial Coinage, vol. I, from 31 BC to AD 69, London, Spink & Son, 1923–1984.
- Daniele Miano, Fortuna: Deity and Concept in Archaic and Republican Italy, Oxford University Press, 2018.
- Jane F. Mitchell, "The Torquati", in Historia: Zeitschrift für Alte Geschichte, vol. 15, part 1, (January 1966), pp. 23–31.
- Friedrich Münzer, Roman Aristocratic Parties and Families, translated by Thérèse Ridley, Johns Hopkins University Press, 1999 (originally published in 1920).
- Stephen P. Oakley, A Commentary on Livy: Volume III, Book IX, Oxford University Press, 2005.
- August Pauly, Georg Wissowa, Friedrich Münzer, et alii, Realencyclopädie der Classischen Altertumswissenschaft (abbreviated RE), J. B. Metzler, Stuttgart, 1894–1980.
- Francisco Pina Polo, The Consul at Rome: The Civil Functions of the Consuls in the Roman Republic, Cambridge University Press, 2011.
- Francis X. Ryan, Rank and Participation in the Republican Senate, Stuttgart, Franz Steiner Verlag, 1998.
- Jaakko Suolahti, The Roman Censors, a study on social structure, Helsinki, Suomalainen Tiedeakatemia, 1963.
- Lily Ross Taylor and T. Robert S. Broughton, "The Order of the Two Consuls' Names in the Yearly Lists", Memoirs of the American Academy in Rome, 19 (1949), pp. 3–14.
- ——, "New Indications of Augustan Editing in the Capitoline Fasti", Classical Philology, Vol. 46, No. 2 (Apr., 1951), pp. 73–80.
- —— and T. Robert S. Broughton, "The Order of the Consuls' Names in Official Republican Lists", Historia: Zeitschrift für Alte Geschichte, vol. 17, part 2 (Apr., 1968), pp. 166–172.
- Frank William Walbank, A. E. Astin, M. W. Frederiksen, R. M. Ogilvie (editors), The Cambridge Ancient History, vol. VII, part 2, The Rise of Rome to 220 B.C., Cambridge University Press, 1989.
- ——, A Commentary on Polybius, Oxford University Press, 1979.
- David Wardle, "Valerius Maximus and the End of the First Punic War", Latomus, T. 64, Fasc. 2 (2005), pp. 377–384.
- Jean-Louis Zimmermann, "La fin de Falerii Veteres: Un témoignage archéologique", The J. Paul Getty Museum Journal, Vol. 14 (1986), pp. 37–42.
- Adam Ziolkowski, The Temples of Mid-Republican Rome and their Historical and Topographical Context, Rome, 1992.