Αυτοκράτορας Γιόζεϊ
| Γιόζεϊ | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Όνομα στη μητρική γλώσσα | 陽成天皇 (Ιαπωνικά) |
| Γέννηση | 2 Ιανουαρίου 869 Heian-kyō |
| Θάνατος | 23 Οκτωβρίου 949 Reizen-in |
| Τόπος ταφής | Mount Yoshida |
| Χώρα πολιτογράφησης | Ιαπωνία |
| Εκπαίδευση και γλώσσες | |
| Ομιλούμενες γλώσσες | Ιαπωνικά |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | waka poet συγγραφέας Αυτοκράτορας της Ιαπωνίας |
| Οικογένεια | |
| Σύζυγος | Yasuko-naishinnō, Kyoko-joō, Tomo no Yasuhira's daughter, Fujiwara no Tōnaga's daughter Daughter of Ki clan |
| Τέκνα | Motoyoshi-shinnō, Minamoto no Kiyokage, Mototoshi-shinnō, Minamoto no Kiyomi, Motohira-shinnō Minamoto no Kiyotō |
| Γονείς | Seiwa και Fujiwara no Takaiko |
| Αδέλφια | Atsuko-naishinnō, Sadakazu-shinnō, Sadasumi-shinnō, Sadamoto-shinnō Sadayasu-shinnō |
| Οικογένεια | Αυτοκρατορικός οίκος της Ιαπωνίας |
| Αξιώματα και βραβεύσεις | |
| Αξίωμα | Αυτοκράτορας της Ιαπωνίας (876–884) |
Ο Αυτοκράτορας Γιόζεϊ ιαπ. 陽成天皇, Yōzei-tennō, 2 Ιανουαρίου 869 – 23 Οκτωβρίου 949) ήταν ο 57ος Αυτοκράτορας της Ιαπωνίας[1] (σύμφωνα με την παραδοσιακή σειρά διαδοχής)[2], από το 876 μέχρι το 884 μ.Χ..[3][4] Δεν πρέπει να συγχέεται με τον μεταγενέστερο Αυτοκράτορα Γκο-Γιόζεϊ. Πριν από την άνοδό του στον Θρόνο των Χρυσανθέμων, το προσωπικό του όνομα (ιμίνα) ήταν Σανταακίρα-σινό (貞明親王).[5]
Ο Γιόζεϊ ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Αυτοκράτορα Σέιβα. Μητέρα του ήταν η Αυτοκράτειρα Φουτζιβάρα νο Τακαΐκο.[6] Ο εκ μητρός θείος τού Γιοζέι, ο Φουτζιβάρα νο Μοτοτσούνε, ήταν μια κυρίαρχη μορφή στη ζωή του νεαρού Αυτοκράτορα[7], ο οποίος ανήλθε στον θρόνο σε ηλικία οκτώ ετών εξαιτίας της παραιτήσεως του πατέρα του, με επίσημη ενθρόνιση στις 20 Ιανουαρίου 877. Μετά τον θάνατο του Σέιβα το 880 οι σχέσεις του Γιόζεϊ με τη μητέρα και τον θείο του φαίνεται ότι χειροτέρευσαν και από τον Αύγουστο του 883 ο Μοτοτσούνε, αν και επισήμως αντιβασιλέας και νταϊτζό-νταϊτζίν, άρχισε να αρνείται να παραστεί σε συνεδριάσεις της Αυλής. Ο έφηβος Αυτοκράτορας είχε αρχίσει να έχει παρεκκλίνουσα συμπεριφορά: έμενε μόνος του όλο και πιο πολύ, ενώ απολάμβανε να παρατηρεί ζώα να μάχονται μεταξύ τους μέχβρβι θανάτου και να εκτελεί ο ίδιος εγκληματίες. Πριν το τέλος του έτους, η κρίση αποκορυφώθηκε όταν ο ετεροθαλής αδελφός του, ο Μιναμότο νο Γιάσου, ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου όντας σε ακρόαση από τον Αυτοκράτορα μέσα στα Ανάκτορα. Οι συνθήκες παραμένουν άγνωστες, αλλά από τότε οι φήμες (και σήμερα οι περισσότεροι ιστορικοί) απέδιδαν κάποια ευθύνη στον Γιόζεϊ, που λεγόταν ότι υπέφερε από ξεσπάσματα αναίτιας οργής και σκληρότητας. Τότε ο Μοτοτσούνε βρήκε αφορμή να εκθρονίσει τον 14χρονο Αυτοκράτορα με πρόσχημα τη διανοητική του αστάθεια. Το γεγονός παρουσιάσθηκε δημοσίως ως οικειοθελής παραίτηση εξαιτίας ασθενείας. Τον διαδέχθηκε ο πρίγκιπας Toκιγιάσου, τότε Υπουργός Τελετών, με το όνομα Αυτοκράτορας Κόκο.
Μετά την εκθρόνισή του ο Γιόζεϊ έζησε μια μακρά και μάλλον πιο ήρεμη ζωή: τα 65 χρόνια που πέρασε ως πρώην Αυτοκράτορας είναι τα περισσότερα από κάθε άλλον στην ιστορία της Ιαπωνίας, ξεπερνώντας τα 50 χρόνια του έκπτωτου Αυτοκράτορα Γκο-Μιζούνοο. Ζούσε ακόμα όταν πέθαναν οι επόμενοι 6 Αυτοκράτορες και απέκτησε εννέα τέκνα.[8] Δύο από τους γιους του, ο Μιναμότο νο Κιγιοκάγκε και ο Πρίγκιπας Μοτογιόσι, ήταν μέλη της αυλής των Αυτοκρατόρων Νταϊγκό έως Μουρακάμι και ποιητές. Ο ίδιος ο Γιόζεϊ υπήρξε καλός ποιητής, παρά τον χαρακτήρα του, γράφοντας αρκετά ποιήματα βάκα, από τα οποία σώζεται μόνο ένα, καθώς αυτό συμπεριλήφθηκε στη συλλογή Γκόσεν βακασού (951 μ.Χ.) και αργότερα στην Ογκούρα Χιακούνιν ίσσου.[9]
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Υπηρεσία Αυτοκρατορικού Οίκου (Kunaichō): 陽成天皇 (57)
- ↑ Ponsonby-Fane, Richard: The Imperial House of Japan, 1959, σσ. 66-67
- ↑ Titsingh, Isaac: Annales des empereurs du Japon,, έκδ. του 1834, σσ. 121–124
- ↑ Varley, H. Paul (επιμ.): Jinō Shōtōki, 1980, σσ. 170-171
- ↑ Titsingh, σελ. 121
- ↑ Varley, σελ. 170
- ↑ Titsingh, σελ. 121.
- ↑ Brown, σελ. 288
- ↑ «小倉百人一首の全首を見る».
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Το πρώτο από τα λήμματα «Γιοζέι Τέννο» στη Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια «Χάρη Πάτση», τόμος 9, σελ. 662