Ας-Σαλίχ Αγιούμπ
| Ας-Σαλίχ Αγιούμπ | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Γέννηση | 5 Νοεμβρίου 1205 Κάιρο |
| Θάνατος | 22 Νοεμβρίου 1249 Μανσούρα |
| Αιτία θανάτου | φυματίωση |
| Συνθήκες θανάτου | φυσικά αίτια |
| Θρησκεία | Σουνιτισμός |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | πολιτικός ηγεμόνας |
| Οικογένεια | |
| Σύζυγος | Shajar al-Durr |
| Τέκνα | Αλ-Μουαζάμ Τουρανσάχ |
| Γονείς | Αλ-Καμίλ |
| Αδέλφια | Αλ-Αντίλ Β΄ |
| Οικογένεια | Αγιουβίδες |
| Στρατιωτική σταδιοδρομία | |
| Πόλεμοι/μάχες | Ζ΄ Σταυροφορία |
| Αξιώματα και βραβεύσεις | |
| Αξίωμα | Σουλτάνος της Αιγύπτου (1240–1249) Σουλτάνος της Δαμασκού (1239) Σουλτάνος της Δαμασκού (1245–1249) |
Ο Αλ-Μαλίκ ας-Σαλίχ Νατζμ αλ-Ντιν Αγιούμπ (5 Νοεμβρίου 1205 – 22 Νοεμβρίου 1249), ψευδώνυμο: Aμπού αλ-Φουτούχ, αραβ.: أبو الفتوح, επίσης γνωστός ως αλ-Μαλίκ αλ-Σαλίχ, ήταν ο Αγιουβίδης ηγεμόνας τής Αιγύπτου από το 1240 έως το 1249.
Πρώιμη ζωή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Ας-Σαλίχ γεννήθηκε το 1205, ως γιος τού Αλ-Καμίλ και μίας Νουβίας παλλακίδας. Το όνομά της ήταν Ουάρντ Αλ-Μούνα και ήταν επίσης υπηρέτρια τής άλλης συζύγου τού Αλ-Καμίλ, τής Σάουντα μπιντ Αλ-Φακίχ, μητέρας τού Αντίλ.[1] Το 1221 έγινε όμηρος στο τέλος τής Ε΄ Σταυροφορίας, ενώ ο Ιωάννης τού Μπριέν έγινε όμηρος τού πατέρα τού Ας-Σάλιχ, Αλ-Καμίλ, μέχρι την ανοικοδόμηση και την επιστροφή τής Δαμιέτης στην Αίγυπτο. Το 1232 τού δόθηκε το Χασάνκεϊφ στην Τζαζίρα (τώρα μέρος τής Τουρκίας), την οποία ο πατέρας του είχε καταλάβει από τους Αρτουκίδες. Το 1234 ο πατέρας του τον έστειλε να κυβερνήσει τη Δαμασκό, απομακρύνοντάς τον από τη διαδοχή στην Αίγυπτο, αφού τον υποψιάστηκε ότι συνωμοτούσε εναντίον του με τους Μαμελούκους.
Το 1238 ο αλ-Καμίλ απεβίωσε, αφήνοντας τον αλ-Σαλίχ ως κληρονόμο του στη Τζαζίρα και τον άλλο γιο του, τον αλ-Αντίλ Β΄, ως κληρονόμο του στην Αίγυπτο. [2] Στις δυναστικές διαμάχες που ακολούθησαν, ο αλ-Σαλίχ ανέλαβε τον έλεγχο τής Δαμασκού [3] το 1239, και άρχισε να τη χρησιμοποιεί ως βάση για την επέκταση τής επικράτειάς του.
Έλαβε διαβήματα από τους παλαιούς εμίρηδες τού πατέρα του στην Αίγυπτο, οι οποίοι τού ζήτησαν να απομακρύνει τον αδελφό του. Ενώ ετοιμαζόταν να εισβάλει στην Αίγυπτο, πληροφορήθηκε ότι ο αδελφός του είχε συλληφθεί από τους στρατιώτες του, και κρατούνταν αιχμάλωτος. Ο Ασ-Σαλίχ προσκλήθηκε να έρθει αμέσως και να αναλάβει το σουλτανάτο. [4]
Τον Αύγουστο τού 1239, ο Αγιούμπ άρχισε να πιέζει τον Αλ-Σαλίχ Ισμαήλ να τον ακολουθήσει στη Ναμπλούς, στην εκστρατεία για την κατάληψη τής Αιγύπτου από τον αλ-Αντίλ Β΄. Ο Αγιούμπ άρχισε να υποψιάζεται την υποτιθέμενη αναβλητικότητα τού Ισμαήλ, και έστειλε έναν γνωστό ιατρό, τον Σα'ντ αλ-Ντιν αλ-Ντιμασκί, για να μάθει τι έκανε ο υποτελής του. Ο βεζίρης τού Ισμαήλ ανακάλυψε το σχέδιο τού Αγιούμπ, και πλαστογράφησε κρυφά τα αρχεία τού αλ-Ντιμασκί για να παραπλανήσει τον Αγιούμπ, κάνοντάς τον να πιστέψει ότι ο Ισμαήλ ήταν πράγματι καθ' οδόν προς τη Ναμπλούς. Τελικά ο Ισμαήλ, με την υποστήριξη των Αγιουβιδών τού Κεράκ, τής Χάμα και τής Χομς, κατέλαβε τη Δαμασκό από τον Αγιούμπ τον Σεπτέμβριο του 1239. Ο Αγιούμπ εγκαταλείφθηκε από τα στρατεύματά του και αιχμαλωτίστηκε από ντόπιους Βεδουίνους, οι οποίοι τον μετέφεραν στον έλεγχο τού αλ-Νασίρ Νταούντ, όπου κρατήθηκε αιχμάλωτος στο Κεράκ, μαζί με τη Σατζάρ αλ-Ντουρ, η οποία γέννησε τον γιο τους Χαλίλ, και τον Μαμελούκο του Ρουκν αλ-Ντιν Μπαϊμπάρς αλ-Σαλιχί.
Τον Απρίλιο τού 1240 ο Αν-Νασίρ, σε διαμάχη με τον αλ-Αντίλ Β΄, απελευθέρωσε τον Αγιούμπ, και συμμάχησε μαζί του εναντίον των Αιγυπτίων, με αντάλλαγμα την υπόσχεση, ότι ο Αγιούμπ θα τον επανεγκαθιστούσε στη Δαμασκό. Ο Αλ-Αντίλ φυλακίστηκε από τα δικά του στρατεύματα, και ο Αγιούμπ με τον Αν-Νασίρ έκαναν θριαμβευτική είσοδο στο Κάιρο τον Ιούνιο του 1240, με αποτέλεσμα ο Ας-Σαλίχ να γίνει ο ανώτατος ηγεμόνας τής οικογένειας των Αγιουβιδών. [4]
Η άνοδος των Μαμελούκων
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μόλις εγκαταστάθηκε στο Κάιρο, ο Ας-Σαλίχ δεν ήταν καθόλου ασφαλής. Η περίπλοκη φύση τού κράτους των Αγιουβιδών σήμαινε ότι η ίδια η άρχουσα οικογένεια, καθώς και οι συνδεδεμένες κουρδικές φυλές, είχαν διχασμένες θρησκευτικές πεποιθήσεις. Εντός τής Αιγύπτου, μία ισχυρή φατρία εμίρηδων, οι Ασραφίγια, συνωμότησαν για να τον εκθρονίσουν και να τον αντικαταστήσουν με τον θείο του, Ισμαήλ, ο οποίος είχε ανακτήσει τον έλεγχο τής Δαμασκού μετά την αναχώρησή του. Ο Ας-Σαλίχ κλείστηκε στην ακρόπολη τού Καΐρου, και δεν μπορούσε πλέον να εμπιστευτεί ούτε τους κάποτε πιστούς εμίρηδες, που τον είχαν φέρει στην εξουσία. Η έλλειψη πιστών στρατιωτών τον οδήγησε να αρχίσει να αγοράζει μεγάλο αριθμό Κιπτσάκων σκλάβων, οι οποίοι ήταν διαθέσιμοι σε ασυνήθιστα μεγάλους αριθμούς μετά τις μογγολικές εισβολές στην κεντρική Ασία. Σύντομα σχημάτισαν τον πυρήνα τού στρατού του, και ήταν γνωστοί ως Μαμελούκοι. [6]
Ο Ας-Σαλίχ δεν ήταν ο πρώτος Αγιουβίδης ηγεμόνας που χρησιμοποίησε τους Μαμελούκους, αλλά ήταν ο πρώτος που βασίστηκε τόσο πολύ σε αυτούς. [7] Αντί να στρατολογήσει απλώς μικρό αριθμό Μαμελούκων, ο Ας-Σαλίχ ίδρυσε δύο πλήρη σώματα, που αριθμούσαν έως και 1000 άνδρες το καθένα. [8] Η μία μονάδα ήταν γνωστή ως «Σώμα τού Ποταμού» ή Μπαχρίγια, επειδή φρουρούσαν στο νησί Ραουντά στον Νείλο. [7] [8] Το δεύτερο, μικρότερο σώμα ήταν το Τζαμνταρίγια, και φαίνεται ότι λειτουργούσε ως σωματοφυλακή τού Ας-Σαλίχ. [8]
Καθώς οι Μαμελούκοι τελικά ανέτρεψαν τη δυναστεία των Αγιουβιδών και ανέλαβαν την εξουσία μόνοι τους, η πρώιμη άνοδός τους στην εξουσία υπό τον Ας-Σαλίχ Αγιούμπ έχει σημαντική ιστορική σημασία. Στα αγγλικά, οι αναφορές στους Μπαχρίγια μετά το τέλος τού Ας-Σαλίχ, όταν έγιναν η κυρίαρχη δύναμη στην Αίγυπτο, συνήθως τους περιγράφουν ως Μαμελούκους Μπαχρί. Τα μέλη των Μπαχρίγια που στρατολογήθηκαν από τον ίδιο τον Ας-Σαλίχ αναφέρονται επίσης μερικές φορές ως Σαλιχίγια. Κατά τη διάρκεια τής ζωής του, αυτοί οι όροι ήταν συνώνυμοι.
Πόλεμοι με άλλα βασίλεια των Αγιουβιδών και τους Σταυροφόρους
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η περίοδος 1240-1243 καταλήφθηκε σε μεγάλο βαθμό από πολύπλοκους στρατιωτικούς και διπλωματικούς ελιγμούς, που αφορούσαν τα Σταυροφορικά κράτη στην Παλαιστίνη και τους ευρωπαϊκούς στρατούς που έφθασαν κατά τη Σταυροφορία των Βαρόνων, άλλους ηγεμόνες τής οικογένειας των Αγιουβιδών στη Συρία, και τους Χο(βα)ρεσμίους τού Ντιγιάρ Μουντάρ, οι οποίοι προηγουμένως είχαν συμμαχήσει με τον ας-Σαλίχ.
Όπως ακριβώς οι Μαμελούκοι Μπαχρί τού ήταν σημαντικοί στο να τού επιτρέψουν να διατηρήσει την τάξη στην Αίγυπτο, οι Χο(βα)ρέσμιοι ήταν χρήσιμοι στο να κυριαρχήσουν επί των άλλων Αγιουβιδών ηγεμόνων στις γειτονικές περιοχές. Το 1244, κατόπιν πρόσκλησης τού Ας-Σαλίχ, [9] το υπόλοιπο τού στρατού των Χο(βα)ρεσμίων, που μόλις είχε συντριβεί και κατατροπωθεί από τους Μογγόλους, προέλασε μέσω τής Συρίας και τής Παλαιστίνης και λεηλάτησε την Ιερουσαλήμ, η οποία είχε παραδοθεί στον Φρειδερίκο Β΄ αυτοκράτορα τής Γερμανίας, από τον αλ-Καμίλ κατά τη διάρκεια τής ΣΤ΄ Σταυροφορίας.
Αργότερα εκείνο το έτος, ο ας-Σαλίχ, και πάλι συμμαχώντας με τους Χο(βα)ρεσμίους, νίκησε τον θείο του Ισμαήλ στη Μάχη τού Λα Φορμπί στη Συρία. Ο Ισμαήλ είχε συμμαχήσει με το σταυροφορικό βασίλειο τής Ιερουσαλήμ. Το 1245 ο ας-Σαλίχ κατέλαβε τη Δαμασκό [10], και τού απονεμήθηκε ο τίτλος τού σουλτάνου από τον χαλίφη αλ-Μουστασίμ στη Βαγδάτη. Ο ας-Σαλίχ, ωστόσο, δεν μπόρεσε να επεκτείνει την κυριαρχία του πολύ πέρα από τη Δαμασκό, [9] αν και κατάφερε να διατηρήσει το εμιράτο τού Μπάαλμπεκ υπό τον Σαάντ αλ-Ντιν αλ-Χουμαϊντί.
Το 1246 αποφάσισε ότι οι Χο(βα)ρέσμιοι σύμμαχοί του ήταν επικίνδυνα ανεξέλεγκτοι, γι' αυτό στράφηκε εναντίον τους, και τους νίκησε κοντά στη Χομς στη δυτική Συρία, σκοτώνοντας τον ηγέτη τους, και διασκορπίζοντας τα υπολείμματα σε όλη τη Συρία και την Παλαιστίνη. [9] Η κατάληψη τής Ιερουσαλήμ από τον Ας-Σαλίχ μετά τη λεηλασία από τους Χο(βα)ρεσμίους οδήγησε στην έκκληση για μία νέα Σταυροφορία στην Ευρώπη, και ο Λουδοβίκος Θ΄ τής Γαλλίας ανέλαβε τον σταυρό. [9] Η οργάνωση τής εκστρατείας διήρκεσε αρκετά χρόνια, αλλά το 1249 ο Λουδοβίκος Θ΄ εισέβαλε στην Αίγυπτο κατά την Ζ΄ Σταυροφορία, [11] και κατέλαβε τη Δαμιέτη.]
Το τέλος και η κληρονομιά
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Ας-Σαλίχ έλειπε πολεμώντας τον θείο του Ισμαήλ στη Συρία, όταν έφτασε η είδηση τής εισβολής των Σταυροφόρων, αλλά επέστρεψε γρήγορα στην Αίγυπτο, και στρατοπέδευσε στην αλ-Μανσούρα Απεβίωσε στις 22 Νοεμβρίου μετά από ακρωτηριασμό τού ποδιού του λόγω σοβαρού αποστήματος . Ο Ας-Σάλιχ δεν εμπιστευόταν τον κληρονόμο του, αλ-Μουαζάμ Τουρανσάχ, και τον είχε κρατήσει σε ασφαλή απόσταση από την Αίγυπτο στο Χασάνκεϊφ. [12] Η χήρα του Ας-Σαλίχ, Σατζάρ αλ-Ντουρ, κατάφερε να κρύψει το τέλος του, μέχρι να φθάσει ο Τουρανσάχ.
Η διακυβέρνηση τού Τουρανσάχ ήταν σύντομη, και ακολουθήθηκε από μία μακρά και περίπλοκη μεσοβασιλεία, μέχρι που οι Μπαχρί Μαμελούκοι τελικά ανέλαβαν την εξουσία. Ο Ας-Σαλίχ ήταν έτσι ο τελευταίος σημαντικός Αγιουβίδης ηγεμόνας τής Αιγύπτου, και ο τελευταίος που συνδύασε την κυριαρχία τής Αιγύπτου με την αποτελεσματική κυριαρχία τμημάτων τής Παλαιστίνης και τής Συρίας.
Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Grousset, René (2 Δεκεμβρίου 2023). Histoire des croisades, Tome III: L'anarchie franque. Perrin. σελ. 444. ISBN 978-2262025694.
- ↑ Humphreys 1977, σελ. 239.
- ↑ Humphreys 1977, σελ. 249.
- 1 2 Humphreys 1977, σελ. 264.
- 1 2 «Basin». Smithsonian's National Museum of Asian Art. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 3 Φεβρουαρίου 2023. Ανακτήθηκε στις 3 Φεβρουαρίου 2023.
- ↑ Humphreys 1977, σελ. 268.
- 1 2 Irwin 1986, σελ. 18.
- 1 2 3 Whelan 1988, σελ. 225.
- 1 2 3 4 Irwin 1986, σελ. 19.
- ↑ Humphreys 1977, σελ. 283.
- ↑ Riley-Smith 1990, σελ. 96.
- ↑ Irwin 1986, σελ. 20.
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Al-Maqrizi, Al Selouk Leme'refatt Dewall al-Melouk, Dar al-kotob, 1997.
- Humphreys, R. Stephen (1977), From Saladin to the Mongols: The Ayyubids of Damascus, 1193–1260, Albany, New York: State University of New York Press, ISBN 0-87395-263-4, https://books.google.com/books?id=JfXl5kvabhoC
- Irwin, Robert (1986), The Middle East in the Middle Ages: The Early Mamluk Sultanate, 1250–1382, Southern Illinois University Press / Croom Helm, ISBN 1-5974-0466-7
- Riley-Smith, Jonathan, επιμ.. (1990), The Atlas of the Crusades, Times Books, ISBN 0816021864, https://archive.org/details/atlasofcrusadesc00jona
- Whelan, Estelle (1988), «Representations of the Khassakiyah and the Origins of Mamluk Emblems», στο: Soucek, Priscilla, επιμ., Content and Context of Visual Arts in the Islamic World, University Park, Pennsylvania: Pennsylvania State University Press
Δείτε επίσης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Κατάλογος ηγεμόνων της Αιγύπτου