Αρχαιολογικό Σύμπλεγμα Βακτρίας-Μαργιανής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η έκταση του Αρχαιολογικού Συμπλέγματος (σύμφωνα με την Εγκυκλοπαίδεια του Ινδοευρωπαϊκού Πολιτισμού)
Αρχαιολογικοί πολιτισμοί που σχετίζονται με τις ινδοϊρανικές μεταναστεύσεις. Οι πολιτισμοί Αντρόνοβο, Γιαζ και του Συμπλέγματος Βακτρίας-Μαργιανής συσχετιζόταν συνήθως με τις ινδοϊρανικές μεταναστεύσεις.

Το Αρχαιολογικό Σύμπλεγμα Βακτρίας-Μαργιανής, γνωστό και ως πολιτισμός του Ώξου, είναι ο σύγχρονος αρχαιολογικός προσδιορισμός για έναν πολιτισμό της Εποχής του Χαλκού στην Κεντρική Ασία, που χρονολογείται την εποχή περ. 2300–1700 π.Χ., ο οποίος βρίσκεται στο σημερινό βόρειο Αφγανιστάν, στο ανατολικό Τουρκμενιστάν, στο νότιο Ουζμπεκιστάν και στο δυτικό Τατζικιστάν, με επίκεντρο τον άνω Αμού Ντάρια. Οι χώροι του ανακαλύφθηκαν και ονομάστηκαν από τον Σοβιετικό αρχαιολόγο Βίκτωρα Σαριγιαννίδη (1976). Η Βακτρία ήταν το ελληνικό όνομα για την περιοχή της Βάκτρας (σημερινό Μπαλχ), στο σημερινό βόρειο Αφγανιστάν, και Μαργιανή ήταν το ελληνικό όνομα για την περσική σατραπεία του Μαργκούς, πρωτεύουσα της οποίας ήταν το Μερβ, στο σημερινό νοτιοανατολικό Τουρκμενιστάν.

Οι ανασκαφές του Σαριγιαννίδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 αποκάλυψαν πολυάριθμες μνημειώδεις κατασκευές σε πολλές τοποθεσίες, οι οποίες ήταν οχυρωμένες από εντυπωσιακούς τοίχους και πύλες. Οι αναφορές σχετικά με το Αρχαιολογικό Σύμπλεγμα περιορίζονταν κυρίως στα σοβιετικά επιστημονικά περιοδικά μέχρι τα τελευταία χρόνια της Σοβιετικής Ένωσης, επομένως τα ευρήματα ήταν άγνωστα στη Δύση μέχρι να αρχίσουν να μεταφράζονται τα έργα του Σαριγιαννίδη τη δεκαετία του 1990.[1]

Προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν αρχαιολογικές μαρτυρίες οικισμού στους βόρειους πρόποδες του Κοπετ Νταγκ κατά τη νεολιθική εποχή. Αυτή η περιοχή είναι προικισμένη με τα πολύχρονα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της αρχαίας Εγγύς Ανατολής, παρόμοια με εκείνα που βρίσκονται νοτιοδυτικά του Κοπέτ Νταγκ στην οροσειρά Γκοργκάν στο Ιράν.[2] Στο Τζεϊτούν, οι οικίες από τούβλα λάσπης κατοικήθηκαν για πρώτη φορά περ. το 6000 π.Χ.. Οι κάτοικοι ήταν αγρότες που διατηρούσαν αγέλες αιγοειδών και προβάτων και καλλιεργούσαν σιτάρι και κριθάρι, και είχαν καταγωγή από τη νοτιοδυτική Ασία.[3] Το Τζεϊτούν έχει δώσει το όνομά του σε ολόκληρη τη νεολιθική περίοδο στην περιοχή που βρίσκεται στους βόρειους πρόποδες της Κοπέτ Νταγκ. Στον χώρο Τσαγκιλί Ντεπέ της ύστερης νεολιθικής εποχής, οι αγρότες αύξαναν ολοένα και περισσότερο τα είδη καλλιεργειών τα οποία συνηθίζονται σε άγονα περιβάλλοντα, όπως το εξαπλοειδές σιτάρι, το οποίο επικράτησε κατά τη χαλκολιθική περίοδο.[4]

Καθήμενη γυναικεία φιγούρα, χλωρίτης και ασβεστόλιθος, Βακτρία, 2500–1500 π.Χ. (Κομητειακό Μουσείο Τέχνης του Λος Άντζελες)

Κατά την εποχή του χαλκού, ο πληθυσμός της περιοχής αυξήθηκε. Ο αρχαιολόγος Βάντιμ Μιχαϊλοβιτς Μάσον, ο οποίος ήταν επικεφαλής της Μικτής Αρχαιολογικής Αποστολής του Νότιου Τουρκμενιστάν από το 1946, αναφέρει πως οι άνθρωποι μετανάστευσαν στην περιοχή από το κεντρικό Ιράν αυτήν την περίοδο, φέρνοντας τη μεταλλουργία και άλλες καινοτομίες μαζί τους, αλλά πιστεύει ότι οι νέοι κάτοικοι σύντομα αναμείχθηκαν με τους αγρότες του Τζεϊτούν.[5] Αντίθετα, σε μια ανασκαφή στο Μοντζουκλί Ντεπέ το 2010 βρέθηκαν στοιχεία για μία διακοπή στην ιστορία των εποικισμών μεταξύ της ύστερης νεολιθικής και πρώιμης χαλκολιθικής εποχής στην περιοχή.[6][7]

Η θέση του Αλτίν-Ντεπέ σε σύγχρονο χάρτη της Μέσης Ανατολής.

Οι σημαντικοί οικισμοί της χαλκολιθικής εποχής εμφανίστηκαν στο Καρά-Ντεπέ και το Ναμαζγκά Ντεπέ. Επίσης, υπήρχαν μικρότεροι οικισμοί στο Ανάου, το Ντασλίτζι και το Γιάσι-ντεπέ. Οικισμοί παρόμοιοι με τους πρώτους του Ανάου εμφανίστηκαν ανατολικότερα. Περίπου το 3500 π.Χ., η πολιτιστική ενότητα της περιοχής χωρίζεται σε δύο είδη αγγειοπλαστικής: πολύχρωμα στα δυτικά και πιο λιτά στα ανατολικά. Αυτό μπορεί να αντανακλά το σχηματισμό δύο φυλών. Φαίνεται ότι γύρω στο 3000 π.Χ. οι άνθρωποι από το Γκεοκσιούρ μετανάστευσαν στο δέλτα του Μουργκάμπ (όπου εμφανίστηκαν μικροί, διάσπαρτοι οικισμοί) και έφτασαν ανατολικά στην κοιλάδα του Ζεραφσάν στην Υπερωξιανή. Και στις δύο περιοχές χρησιμοποιήθηκε αγγειοπλαστική παρόμοια του Γκεοκσιούρ. Στην Υπερωξιανή εγκαταστάθηκαν στο Σαράζμ κοντά στο Πεντζικέντ. Στα νότια, στις όχθες του ποταμού Χέλμαντ, βρέθηκαν έργα με ύφος παρόμοιο του Αλτίν Ντεπέ και του Γκεοκσιούρ. Έτσι, οι αγρότες του Ιράν, του Τουρκμενιστάν και του Αφγανιστάν συνδέονταν με διεσπαρμένους γεωργικούς οικισμούς.[5]

Στην πρώιμη εποχή του χαλκού ο πολιτισμός των οάσεων Κοπέτ Νταγκ και Αλτίν-Ντεπέ δημιούργησε μια πρωτο-αστική κοινωνία. Το Αλτίν-Ντεπέ ήταν σημαντικό κέντρο ακόμη και τότε. Η αγγειοπλαστική βρισκόταν στην ακμή της και η καλλιέργεια αμπελιών αναπτύχθηκε. Το μέγεθος αυτής της αστικής ανάπτυξης έφθασε στη μέση εποχή του χαλκού περ. το 2300 π.Χ..[5] Ο πολιτισμός της εποχής του χαλκού έδωσε το όνομα στο Σύμπλεγμα Βακτρίας-Μαργιανής.

Υλικός πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άνθρωπος με κεφαλή πτηνού και φίδια. Βόρειο Αφγανιστάν, 2000-1500 π.Χ.

Οι κάτοικοι της περιοχής ασκούσαν τις ποτιστικές καλλιέργειες σιταριού και κριθαριού. Με τον εντυπωσιακό υλικό τους πολιτισμό που περιλάμβανε μνημειώδη αρχιτεκτονική, χάλκινα εργαλεία, κεραμικά και κοσμήματα ημιπολύτιμων λίθων, το σύμπλεγμα εκθέτει πολλά από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του πολιτισμού. Το σύμπλεγμα μπορεί να συγκριθεί με τους πρωτοαστικούς οικισμούς στη λεκάνη του Χέλμαντ στο Μουντιγκάκ στο δυτικό Αφγανιστάν και στο Σαχρέ Σουχτέχ στο ανατολικό Ιράν ή στη Χαράπα και το Μοχέντζο-ντάρο στην κοιλάδα του Ινδού.[8]

Ο Σαριαγιαννίδης θεωρεί το Γκονούρ ως την «πρωτεύουσα» του συμπλέγματος στη Μαργιανή καθ' όλη την εποχή του χαλκού. Το ανάκτορο του βόρειου Γκονούρ έχει διαστάσεις 150 μέτρα επί 140 μέτρα, ο ναός στο Τογκολόκ 140 μέτρα επί 100 μέτρα, το φρούριο στο Κελέλι 3.125 επί 125 μέτρα και το σπίτι ενός τοπικού κυβερνήτη στο Άντζι Κούι 25 επί 25 μέτρα. Κάθε μία από αυτές τις εντυπωσιακές κατασκευές έχει ανασκαφεί εκτενώς. Παρόλο που όλες έχουν εντυπωσιακά τείχη, πύλες και αντιτειχίσματα, δεν είναι πάντοτε ξεκάθαρο γιατί μια δομή αναγνωρίζεται ως ναός και άλλη ως παλάτι.[9] Ο Μάλορυ επισημαίνει ότι οι οχυρωμένοι οικισμοί του συμπλέγματος Βακτρίας-Μαργιανής, όπως οι Γκονούρ και Τογκολόκ, μοιάζουν με τα κίλα, το είδος του φρουρίου που είναι γνωστό στην περιοχή αυτήν την ιστορική περίοδο. Μπορεί να είναι κυκλικά ή ορθογώνια και να έχουν μέχρι τρία περιμετρικά τοιχώματα. Στα οχυρά βρίσκονται κατοικίες, εργαστήρια και ναοί.[10]

Οι άνθρωποι του πολιτισμού του συμπλέγματος ήταν πολύ καλοί στην εργασία τους με διάφορα μέταλλα όπως ο μπρούντζος, ο χαλκός, το ασήμι και ο χρυσός. Αυτό επιβεβαιώνεται από τα πολλά μεταλλικά αντικείμενα που βρέθηκαν σε όλους τους χώρους.

Εκτεταμένα συστήματα άρδευσης έχουν ανακαλυφθεί στην όαση Γκεοκσιούρ.[5]

Μοντέλα δίτροχων κάρων περ. από το 3000 π.Χ. που βρέθηκαν στο Αλτίν-Ντεπέ είναι η πρώτη ολοκληρωμένη μαρτυρία τροχοφόρων μεταφορών στην Κεντρική Ασία, αν και τα τροχοφόρα μοντέλα προέρχονται από τα συμφραζόμενα πιθανώς νωρίτερα. Κρίνοντας από τον τύπο της ιπποσκευής, τα κάρα αρχικά έλκονταν από βόδια ή ταύρο. Ωστόσο οι καμήλες κυριάρχησαν στην περιοχή. Μοντέλο κάρου το οποίο έλκονταν από καμήλα περίπου το 2200 π.Χ βρέθηκε στο Αλτίν Ντεπέ.[11]

Η ανακάλυψη μιας ενιαίας μικροσκοπικής πέτρινης σφραγίδας με γεωμετρικές σημάνσεις στο Ανάου στο Τουρκμενιστάν το 2000 οδήγησε ορισμένους να ισχυριστούν ότι το σύμπλεγμα Βακτρίας-Μαργιανής είχε επίσης αναπτύξει γραφή και έτσι μπορεί πράγματι να θεωρείται εγγράμματος πολιτισμός. Έχει πέντε σημάδια που είναι παρόμοια με τους κινεζικούς χαρακτήρες της «μικρής σφραγίδας».[12]

Αλληλεπιδράσεις με άλλους πολιτισμούς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υλικά από τους οικισμούς του συμπλέγματος Βακτρίας-Μαργιανής έχουν βρεθεί στον πολιτισμό της κοιλάδας του Ινδού, στο Ιρανικό Οροπέδιο και στον Περσικό Κόλπο.[9] Ευρήματα στους χώρους του συμπλέγματος παρέχουν περαιτέρω στοιχεία εμπορικών και πολιτιστικών επαφών. Σε αυτά περιλαμβάνονται διάφορες σφραγίδες.[13] Ο δεσμός μεταξύ του Αλτίν Ντεπέ και της κοιλάδας του Ινδού φαίνεται να ήταν ιδιαίτερα ισχυρός. Μεταξύ των ευρημάτων ήταν δύο σφραγίδες από την Χαράπα και αντικείμενα από ελεφαντόδοντο. Ο οικισμός Σορτουγκάι στη Χαράπα του βόρειου Αφγανιστάν στις όχθες του ποταμού Αμού Ντάρια ήταν σημαντικός εμπορικός σταθμός.[5]

Υπάρχουν ενδείξεις διαρκούς επαφής μεταξύ των οικισμών του συμπλέγματος και αυτών των στεπών της Ευρασίας στα βόρεια, οι οποίες εντάθηκαν περ. το 2000 π.Χ. Στο δέλτα του Αμού Ντάρια, στην Αράλη, τα νερά του διοχετεύονταν για άρδευση της γεωργίας από ανθρώπους των οποίων τα οστά μοιάζουν με εκείνα των νομάδων του πολιτισμού Αντρόνοβο. Το γεγονός αυτό σημαίνει πως επρόκειτο για νομάδες οι οποίοι ασχολήθηκαν με τη γεωργία αφότου ήρθαν σε επαφή με τους ανθρώπους της Βακτρίας-Μαργιανής, γνωστοί ως πολιτισμός Ταζαμπαγκιάμπ.[14] Περίπου το 1800 π.Χ., τα περιφερειακά κέντρα του συμπλέγματος μειώθηκαν σημαντικά σε μέγεθος. Κάθε όαση ανέπτυξε δικούς της τύπους κεραμικής και άλλα αντικείμενα. Επίσης, η αγγειοπλαστική του πολιτισμού Ταζαμπαγκιάμπ-Αντρόνοβο στα βόρεια εμφανίστηκε ευρέως στην ύπαιθρο της Βακτρίας-Μαργιανής. Πολλά προπύργια του συμπλέγματος Βακτρίας-Μαργιανής παρέμειναν κατειλημμένα και στο εσωτερικό τους (μαζί με την προηγούμενη αγγειοπλαστική του συμπλέγματος), εμφανίζονται έργα χονδροειδούς αγγειοπλαστικής των Ταζαγκιάμπ-Αντρόνοβο όπως και σε ιερατικά στρατόπεδα έξω από τα τείχη. Στα υψίπεδα πάνω από τις οάσεις της Βακτρίας στο Τατζικιστάν, σε νεκροταφεία εμφανίζονται έργα κεραμικής με στοιχεία τόσο του πολιτισμού του συμπλέγματος όσο και πολιτισμού Ταζαγκιάμπ-Αντρόνοβο.[15] Σε χώρους στη νότια Βακτρία οι αυξανόμενοι δεσμοί με τον πολιτισμό Αντρόνοβο είναι ορατοί.[16]

Σχέσεις με τους Ινδοϊρανούς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σύμπλεγμα Βακτρίας-Μαργιανής έχει προσελκύσει την προσοχή ως υποψήφιο για όσους αναζητούν για διασυνδέσεις με τους Ινδοϊρανούς, έναν σημαντικό γλωσσικό κλάδο που αποχωρίστηκε από τους πρωτοϊνδοευρωπαίους. Ο ίδιος ο Σαριαγιαννίδης θεωρεί το σύμπλεγμα ως ινδοϊρανικό, χαρακτηρίζοντάς το ως αποτέλεσμα μετανάστευσης από το νοτιοδυτικό Ιράν. Υλικά από τη Βακτρία-Μαργιανή βρέθηκαν στα Σούσα, Σαχντάντ και Τεπέ Γιαχία στο Ιράν, αλλά ο Λάμπεργκ-Καρλόφσκι δεν το θεωρεί ως απόδειξη ότι το σύμπλεγμα καταγόταν από το νοτιοανατολικό Ιράν. «Τα ελάχιστα υλικά αυτού του συμπλέγματος βρίσκονται σε κάθε μία από τις τοποθεσίες του ιρανικού Οροπεδίου όπως και σε τοποθεσίες της Αραβικής χερσονήσου».[9]

Σημαντική μερίδα των αρχαιολόγων παρατηρεί τον πολιτισμό όπως ξεκίνησε από τους αγρότες στην νεολιθική παράδοση της Εγγύς Ανατολής, αλλά αναμείχθηκε με ινδοϊρανικούς ομιλητές από τον πολιτισμό του Αντρόνιβο στην τελευταία του φάση, δημιουργώντας ένα υβρίδιο. Υπό αυτήν την άποψη, οι πρωτοϊνδοαριανοί αναπτύχθηκαν μέσα στο σύνθετο πολιτισμό πριν μετακινηθούν νότια στην ινδική υποήπειρο.[15]

Τοποθεσίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αφγανιστάν:

Τουρκμενιστάν:

Ουζμπεκιστάν:

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. E. g. Sarianidi, V. I. 1976. "Issledovanija pamjatnikov Dashlyiskogo Oazisa," in Drevnii Baktria, vol. 1. Moscow: Akademia Nauk.
  2. Kohl 2007, σελίδες 189–190.
  3. D. R. Harris, C. Gosden and M. P. Charles, "Jeitun: Recent excavations at an early Neolithic site in Southern Turkmenistan," Proceedings of the Prehistoric Society, 1996, vol. 62, pp. 423–442.
  4. Naomi F. Miller, "Agricultural development in western Central Asia in the Chalcolithic and Bronze Ages," Vegetation History and Archaeobotany (1999) 8:13–19.
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 5,4 V. M. Masson, "The Bronze Age in Khorasan and Transoxiana," chapter 10 in A. H. Dani and Vadim Mikhaĭlovich Masson (eds.), History of civilizations of Central Asia, volume 1: The dawn of civilization: earliest times to 700 BCE (1992).
  6. Reinhard Bernbeck et al., "A-II Spatial Effects of Technological Innovations and Changing Ways of Life," in Friederike Fless, Gerd Graßhoff, Michael Meyer (επιμ.), Reports of the Research Groups at the Topoi Plenary Session 2010, eTopoi: Journal for Ancient Studies, Special Volume 1 (2011).
  7. Bernbeck, Susan Pollock, Reinhard. «Archaeological Research in Turkmenistan, Monjukli Depe». monjukli.net. Ανακτήθηκε στις 29 Οκτωβρίου 2018. 
  8. Kohl 2007, σελίδες 186–187.
  9. 9,0 9,1 9,2 C.C. Lamberg-Karlovsky, "Archaeology and Language: The Indo-Iranians", Current Anthropology, vol. 43, no. 1 (Feb. 2002).
  10. Mallory & Adams 1997, σελ. 72.
  11. LB Kirtcho, The earliest wheeled transport in Southwestern Central Asia: new finds from Alteyn-Depe, Archaeology Ethnology and Anthropology of Eurasia, vol. 37, no. 1 (2009), pp. 25–33.
  12. John Colarusso, Remarks on the Anau and Niyä Seals, Sino-Platonic Papers, no. 124 (August 2002), pp. 35–47.
  13. Kohl 2007, σελίδες 196–199.
  14. Kohl 2007, Chapter 5.
  15. 15,0 15,1 David Anthony, The Horse, the Wheel and Language (2007), σσ. 452–56.
  16. Kaniuth, Kai (2007). «The metallurgy of the Late Bronze Age Sappali Culture (southern Uzbekistan) and its implications for the 'tin question'». Iranian Antiqua 42. doi:10.2143/IA.42.0.2017869. http://poj.peeters-leuven.be/content.php?url=article.php&id=2017869&journal_code=IA. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Francfort, H.P. (1991), «Note on some Bronze Age Petroglyphs of Upper Indus and Central Asia», Pakistan Archaeology 26: 125–135 
  • Francfort, H.P. (1994), The central Asian Dimension of the Symbolic System in Bactria and Margia, 28, σελ. 406–418 
  • Kohl, Philip L. (2007). The Making of Bronze Age Eurasia. Cambridge Universy Press. ISBN 1139461990. 
  • Mallory, J. P.; Adams, D. Q. (1997). «BMAC». Encyclopedia of Indo-European Culture. London: Fitzroy Dearborn. ISBN 1-884964-98-2. 
  • Parpola, Asko (2015). The Roots of Hinduism: The Early Aryans and the Indus Civilization. Oxford University Press Incorporated. ISBN 0190226927. 

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί συνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]