Αρμενομονάστηρο
Συντεταγμένες: 35°17′15″N 33°31′20″E / 35.28750°N 33.52222°E
| Μοναστήρι του Σουρπ Μαγκάρ (Κύπρος) | |
|---|---|
| Είδος | μοναστήρι |
| Αρχιτεκτονική | αρμενική αρχιτεκτονική |
| Γεωγραφικές συντεταγμένες | 35°17′15″N 33°31′20″E |
| Θρήσκευμα | Αρμενική Αποστολική Εκκλησία |
| Διοικητική υπαγωγή | Κερύνεια |
| Χώρα | Κύπρος και Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου |
| δεδομένα (π) | |
Το Μοναστήρι του Σουρπ Μαγκάρ (Αγίου Μακαρίου) (Αρμένικα: 'Ս. Մակարայ Վանք) ή Αρμενομονάστηρο βρίσκεται σε γραφική τοποθεσία στην οροσειρά του Πενταδακτύλου στην Κύπρο, σε υψόμετρο 530 μ. και περίπου 1½ χλμ. δυτικά της Χαλεύκας ή 11 χλμ. βορειοανατολικά της Κυθρέας. Πρόκειται για το σημαντικότερο αρμενικό εκκλησιαστικό κτίριο και το μοναδικό αρμενικό μοναστήρι στην Κύπρο, το οποίο γιόρταζε την πρώτη Κυριακή του Μάη. Από το 1974 βρίσκεται στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου. Σήμερα είναι ερειπωμένο και χρειάζεται άμεση αναστήλωση.
Στην ίδια περιοχή πιθανολογείται ότι παλιότερα υπήρχε βυζαντινό μοναστήρι, που ήταν αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο.
Το Μοναστήρι του Αγίου Μακαρίου είχε ιδρυθεί από Κόπτες περί το 1000 μ.Χ. και ήταν αφιερωμένο στον Άγιο Μακάριο τον Ερημίτη ή Νεώτερο (306-395), ο οποίος είχε ασκητέψει στις σπηλιές της περιοχής, αν και γιόρταζε επίσης τη μνήμη του Αγίου Μακαρίου του Πρεσβυτέρου. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς πέρασε στα χέρια των Αρμενίων, αλλά αυτό είχε ήδη γίνει το 1425. Ο σημερινός ναός του μοναστηριού κτίστηκε μεταξύ 1811-1814.
Εκεί γράφτηκε μεγάλος αριθμός χειρογράφων μεταξύ 1202-1740, τα οποία μεταφέρθηκαν στη Λευκωσία για ασφαλή φύλαξη στις αρχές του 20ου αιώνα. Για αιώνες ξακουστός χώρος προσκυνήματος, υπήρξε ενδιάμεσος σταθμός για προσκυνητές και κληρικούς· ίσως ο πιο φημισμένος επισκέπτης του ήταν ο Αββάς Μεχιτάρ της Σεβαστείας (1695).
Το Αρμενομονάστηρο ανακαινίστηκε ή αναστηλώθηκε μεταξύ 1734-1735, μεταξύ 1811-1818 (όταν κτίστηκε και εγκαινιάστηκε το νέο παρεκκλήσι το 1814), το 1866, το 1926, το 1929, μεταξύ 1947-1949 και το 1973.
Οι τεράστιες γαίες του (8.329 σκάλες ή 1.114 εκτάρια) εκτείνονταν μέχρι την παραλία, και περιλάμβαναν 30.000 ελαιόδεντρα και χαρουπόδεντρα, η εκμετάλλευση των οποίων συνιστούσε το κύριο εισόδημα της Αρμενικής Μητρόπολης Κύπρου μέχρι την τουρκική εισβολή του 1974. Τα εισοδήματα αυτά ενίσχυαν οικονομικά τα αρμένικα σχολεία της Λευκωσίας, ιδιαίτερα το Εθνικό Εκπαιδευτήριο-Ορφανοτροφείο του Βαχάν Κιουρκτζιάν (Παγκουράν), το οποίο λειτουργούσε μεταξύ 1897-1904, καθώς και το Σχολείο Μελικιάν-Ουζουνιάν (1921-1963).
Τα κτίσματα του μοναστηριού υπέστησαν καταστροφές κατά την τουρκική εισβολή του 1974. Υπήρξαν σχέδια για τη μετατροπή του σε ξενοδοχείο, που τελικά αποτράπηκαν, το 1999 και το 2005. Ύστερα από τρεις (3) δεκαετίες, χάρη στην κοινή πρωτοβουλία της Αρμενικής Εθναρχίας Κύπρου και του Εκπροσώπου των Αρμενίων, κου Βαρτκές Μαχτεσιάν, το ετήσιο προσκύνημα το Μάιο αναβιώθηκε μεταξύ 2007-2016.
Το 2016 κηρύχτηκε αρχαίο μνημείο β’ πίνακα. Το 2020 ξεκίνησαν από τη δικοινοτική Τεχνική Επιτροπή για την Πολιτιστική Κληρονομιά εργασίες συντήρησης της μονής, οι οποίες ωστόσο διακόπηκαν ένα μήνα αργότερα.
