Αραβοχαζαρικοί πόλεμοι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αραβοχαζαρικοί πόλεμοι
Ισλαμικές κατακτήσεις
Map of the Caucasus, 740 CE.svg
Χάρτης της περιοχής του Καυκάσου περί το 740, μετά το πέρας του Β΄ Αραβοχαζαρικού Πολέμου
Χρονολογία642 - 799
ΤόποςΒόρειος Καύκασος (ειδικά στο Νταγκεστάν), Υπερκαυκασία (ειδικά Αζερμπαϊτζάν, Ιρανικό Αζερμπαϊτζάν)[1]
Εδαφικές
μεταβολές
Η εξουσία του χαλιφάτου εδραιώνεται στην Υπερκαυκασία, αλλά η ισλαμική επέκταση πέραν του Ντερμπέντ ανακόπτεται
Αντιμαχόμενοι

Οι Αραβοχαζαρικοί πόλεμοι ήταν μια σειρά συγκρούσεων μεταξύ του χαγανάτου των Χαζάρων και των πρώιμων χαλιφάτων των Ρασιντούν, Ομεϋαδών, και Αββασιδών, καθώς και των εκατέρωθεν συμμάχων τους. Οι σύγχρονοι ιστορικοί διακρίνουν δυο κύριες περιόδους συγκρούσεων, τον Α΄ Αραβοχαζαρικό Πόλεμο (περ. 642 - 652) και τον Β΄ Αραβοχαζαρικό Πόλεμο (περ. 722 - 737),[2][3] αλλά η αντιπαράθεση Αράβων και Χαζάρων περιλάμβανε και αριθμό μικροτέρων επιδρομών και μεμονωμένων συγκρούσεων από τα μέσα του Ζ΄ ως και τα τέλη του Η´ αιώνος.

Οι αραβοχαζαρικοί πόλεμοι ήταν αποτέλεσμα των προσπαθειών του Χαλιφάτου των Ομεϋαδών να εξασφαλίσει τον έλεγχο της Υπερκαυκασίας και του Βορείου Καυκάσου, όπου οι Χάζαροι ήταν εγκατεστημένοι. Η πρώτη αραβική εισβολή, τις δεκαετίες του 640 και 650, τελείωσε με την ήττα των Αράβων υπό τον Αμπντ αλ-Ραχμάν ιμπν Ραμπία έξω από την χαζαρική πόλη Μπαλαντζάρ. Εχθροπραξίες επαναλήφθηκαν τη δεκαετία του 710, με εκατέρωθεν επιδρομές στην περιοχή της οροσειράς του Καυκάσου. Υπό την ηγεσία των διακεκριμένων στρατηγών αλ-Τζαρράχ ιμπν Αμπντ Αλλάχ και Μασλαμά ιμπν Αμπντ αλ-Μαλίκ, οι Άραβες πέτυχαν να καταλάβουν το Ντερμπέντ και να προελάσουν ως και την νότια χαζαρική πρωτεύουσα Μπαλαντζάρ. Αυτές οι επιτυχίες είχαν μικρό αντίκτυπο στους νομάδες Χαζάρους, που συνέχισαν να εξαπολύουν καταστροφικές επιδρομές βαθιά στα αραβικά εδάφη της Υπερκαυκασίας. Σε μια τέτοια εισβολή το 730, οι Χάζαροι κατέφεραν σημαντικό πλήγμα στους Ομεϋάδες στην Μάχη του Αρνταμπίλ, όπου έπεσε ο αλ-Τζαρράχ, αλλά το επόμενο έτος οι ίδιοι ηττήθηκαν και απωθήθηκαν βόρεια. Ο Μασλαμά τότε ανακατέλαβε το Ντερμπέντ και το κατέστησε σημαντική στρατιωτική αποικία και βάση επιχειρήσεων, προτού αντικατασταθεί από τον Μαρουάν ιμπν Μουχάμαντ (τον μέλλοντα χαλίφη Μαρουάν Β΄) το 732. Ακολούθησε μια περίοδος σχετικά περιορισμένων επιχειρήσεων ως το 737, όταν ο Μαρουάν εξαπέλυσε μια μαζική εισβολή της Χαζαρίας, φτάνοντας ως και την χαζαρική πρωτεύουσα Ατίλ στον ποταμό Βόλγα. Αφού εξασφάλισαν κάποιου είδους δήλωση υποταγής από τον χαγάνο, οι Άραβες αποχώρησαν.

Η επιχείρηση αυτή σήμανε και το τέλος μεγάλης κλίμακας συγκρούσεων μεταξύ των δυο δυνάμεων, εξασφαλίζοντας την ισλαμική ηγεμονία στην Υπερκαυκασία, με το Ντερμπέντ ως το βορειότερο συνοριακό φυλάκιο του ισλαμικού κόσμου. Ταυτόχρονα όμως, ο συνεχής πόλεμος εξασθένισε τις στρατιωτικές δυνάμεις των Ομεϋαδών, και συνέβαλε στην πτώση της δυναστείας κατά την Επανάσταση των Αββασιδών λίγο αργότερα. Οι σχέσεις μεταξύ των Μουσουλμάνων του Καυκάσου και των Χαζάρων παρέμειναν σχετικά ειρηνικές, με εξαίρεση δυο επιδρομές των Χαζάρων τη δεκαετία του 760 και το 799, ως αποτέλεσμα αποτυχημένων προσπαθειών να επιτευχθεί μια γαμήλια συμμαχία μεταξύ Αράβων κυβερνητών ή τοπικών ηγεμόνων και του χαγάνου. Σποραδικές συγκρούσεις συνέχισαν μέχρι την κατάρρευση του χαγανάτου τον ύστερο Ι´ αιώνα, αλλά οι μεγάλοι πόλεμοι του Θ´ αιώνα ουδέποτε επαναλήφθηκαν.

Στρατηγικό υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Καύκασος ως σύνορο μεταξύ στέππας και οικουμένης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης των σασσανιδικών οχυρώσεων των «Κασπίων Πυλών» στο Ντερμπέντ, από τον Ρόντεριχ φον Έρκερτ

Οι Αραβοχαζαρικοί πόλεμοι ανήκουν σε μια μακρά σειρά πολεμικών συγκρούσεων μεταξύ των νομαδικών λαών της Ποντοκασπικής Στέππας και των πιο εξαστισμένων περιοχών νότια της οροσειράς του Καυκάσου. Τα δυο κύρια περάσματα του Καυκάσου, το Πέρασμα του ΝταριάλΑλανικές Πύλες») στο κέντρο της οροσειράς, και το Πέρασμα του ΝτερμπέντΚασπίες Πύλες») στα ανατολικά κατά μήκος της Κασπίας, χρησιμοποιούνταν ως οδοί εισβολής από αρχαιοτάτων χρόνων.[1][4] Ως εκ τούτου, η άμυνα του συνόρου του Καυκάσου απέναντι στις καταστροφικές επιδρομές των λαών της στέππας, όπως οι Σκύθες και οι Ούννοι, κατέστη ένα από τα κύρια καθήκοντα των μεγάλων βασιλείων της Εγγύς Ανατολής.[4] Αυτό αποτυπώθηκε στην ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση μεταξύ των λαών της Εγγύς Ανατολής ότι ο Μέγας Αλέξανδρος είχε με θεϊκή βοήθεια φράξει τον Καύκασο απέναντι στις ορδές των «Γωγ και Μαγώγ». Όπως τονίζει ο ιστορικός Gerald Mako, οι Γωγ και Μαγώγ αντιπροσώπευαν τους στερεοτυπικούς «βόρειους βάρβαρους», όπως τους φαντάζονταν οι αστικοί πολιτισμοί της Ευρασίας: «απολίτιστοι άγριοι που έπιναν αίμα, έτρωγαν παιδιά, και των οποίων η απληστία και η βαναυσότητα δεν είχαν όρια». Εάν το φράγμα του Αλεξάνδρου ποτέ αποτύγχανε, και οι Γωγ και Μαγώγ κατάφερναν να το περάσουν, θα επακολουθούσε η συντέλεια του κόσμου.[5]

Αρχής γενομένης από την περίοδο βασιλείας του Περόζη Α΄ (457-484), οι ηγεμόνες της Σασσανιδικής Αυτοκρατορίας άρχισαν την κατασκευή μιας οχυρωματικής γραμμής για την άμυνα του ευαίσθητου συνόρου στις όχθες της Κασπίας. Όταν ολοκληρώθηκε επί Χοσρόη Α΄ (531-579), εκτεινόταν επί 45 χλμ από τους ανατολικούς πρόποδες του Καυκάσου ως την Κασπία Θάλασσα. Επίκεντρο του αμυντικού συμπλέγματος ήταν το οχυρό του Ντερμπέντ, του οποίου η στρατηγική σημασία αποδίδεται εύγλωττα από το περσικό το όνομα «Νταρ-μπάντ», "κόμβος των πυλών".[6][7]

Αντίπαλοι στρατοί: Άραβες και Χάζαροι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το τουρκικό φύλο των Χαζάρων εμφανίστηκε στην περιοχή του σημερινού Νταγκεστάν στα τέλη του ΣΤ΄ αιώνα, αρχικά ως υποτελείς του Τουρκικού Χαγανάτου. Μετά την κατάρρευση του τελευταίου, οι Χάζαροι αναδείχθηκαν σε ανεξάρτητη και κυρίαρχη δύναμη στην περιοχή του Βορείου Καυκάσου τον Ζ΄ αιώνα.[7] Ως η πιο πρόσφατη μείζων δύναμη της στέπας, οι χρονικογράφοι του πρώιμου μεσαίωνα άρχισαν να ταυτίζουν τους Χαζάρους με τους Γωγ και Μαγώγ,[8] ενώ οι σασσανιδικές οχυρώσεις στο Ντερμπέντ ταυτίστηκαν με το φράγμα του Αλεξάνδρου.[7]

Οι Άραβες γνώριζαν ήδη τον θρύλο των Γωγ και Μαγώγ, που εμφανίζονται («Γιατζούτζ ουά Ματζούτζ») ακόμα και στο Κοράνι. Μετά τις πρώτες Ισλαμικές κατακτήσεις, αυτές οι αντιλήψεις ενισχύθηκαν με την πρόσληψη πολλών πολιτισμικών αντιλήψεων των κατακτημένων λαών.[9] Έτσι το νεοπαγές χαλιφάτο θεωρούσε εαυτών ως κληρονόμο των παραδόσεων και της «πολιτισμικής συνείδησης» των Σασσανιδών (και σε μικρότερο βαθμό των Βυζαντινών). Συνεπώς οι Άραβες χαλίφηδες υιοθέτησαν την ιδέα ότι, σύμφωνα με τον Mako, ήταν υποχρέωσή τους «να προστατεύουν τον κατοικημένο, δηλ. τον πολιτισμένο κόσμο, από τον βόρειο βάρβαρο». Αυτή η επιταγή δε εντάθηκε δια συνδυασμού με την ισλαμική διαίρεση του κόσμου στον «Οίκο του Ισλάμ» («Νταρ αλ-Ισλάμ») και τον «Οίκο του Πολέμου» («Νταρ αλ-Χαρμπ»), στον οποίο αναπόφευκτα κατατάσσονταν και οι ειδωλολάτρες τουρκογενείς λαοί της στέππας, όπως οι Χάζαροι.[10][α]

Σε αντίθεση όμως με τους Βυζαντινούς και Σασσανίδες προκατόχους τους, που επιδίωκαν να συγκρατήσουν τις επιδρομές των λαών της στέππας με οχυρώσεις και πολιτικές συμμαχίες, οι Άραβες είχαν καθαρά επεκτατικές και κατακτητικές διαθέσεις. Από την αρχή οι Άραβες επιδίωξαν να επεκταθούν προς το βορρά, και σύντομα αποτέλεσαν άμεσο κίνδυνο για την ίδια την επιβίωση των Χαζάρων ως ανεξαρτήτου λαού.[11] Η ανατολική πλευρά του Καυκάσου αποτέλεσε το κύριο πεδίο της αραβοχαζαρικής αντιπαράθεσης, με τις αραβικές στρατιές να επιδιώκουν την κατάληψη του Ντερμπέντ (στα αραβικά γνωστό ως «Μπαμπ αλ-Αμπουάμπ», «Πύλη των Πυλών») και τις χαζαρικές πόλεις Μπαλαντζάρ και Σαμαντάρ. Η ακριβής θέση αυτών δεν είναι γνωστή με βεβαιότητα, αλλά αμφότερες αναφέρονται ως πρωτεύουσες της Χαζαρίας από διαφορετικούς Άραβες συγραφείς, και ενδέχεται να αποτελούσαν την χειμερινή και θερινή πρωτεύουσα αντίστοιχα. Μόνο αργότερα, και υπό την επίδραση των αραβικών επιθέσεων, οι Χάζαροι μετακίνησαν την πρωτεύουσά τους βορειότερα, στο Ατίλ (αραβικά «αλ-Μπαϋντά») κοντά στις εκβολές του Βόλγα.[12]

Οι δυο αντίπαλοι στρατοί αντιπροσώπευαν και διαφορετικές στρατιωτικές φιλοσοφίες, που αντανακλούσαν τις διαφορετικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Οι αραβικοί στρατοί περιείχαν ευμεγέθη σώματα τόσο ελαφρού όσο και βαρέως ιππικού,[13] αλλά βασίζονταν πρωτίστως στο πεζικό τους, σε σημείο που το αραβικό ιππικό συχνά περιοριζόταν σε αψιμαχίες κατά την έναρξη μιας μάχης, και μετά αφίππευε και πολεμούσε πεζό.[14] Από την άλλη, ενώ οι Χάζαροι είχαν υιοθετήσει στοιχεία από τους νοτιότερους πολιτισμούς και είχαν πόλεις, παρέμεναν μια βασικά φυλετική και ημινομαδική κοινωνία. Όπως και άλλες κοινωνίες της στέππας προερχόμενες από την Κεντρική Ασία, εκπροσωπούσνα μια εξαιρετικά ευκίνητη μορφή πολέμου, βασιζόμενη σε ένα ικανότατο και σκληραγωγημένο ιππικό. Όπως σχολιάζει ο ιστορικός Khalid Yahya Blankinship, «οι Χάζαροι έμελλε να αποδειχτούν δύσκολοι αντίπαλοι για τους Μουσουλμάνους, ενδεχομένως εν μέρει επειδή το κράτος τους δεν ήταν αυστηρά οργανωμένο και έτσι δεν υπήρχε ένα κέντρο του οποίου η πτώση θα έφερνε μια απότομη κατάρρευση και γρήγορη συνθηκολόγηση».[15]

Σχέση με την αραβοβυζαντινή σύγκρουση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως έναν βαθμό, οι αραβοχαζαρικοί πόλεμοι συνδέονταν και με την διαρκή αντιπαράθεση του χαλιφάτου με την Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατά μήκος των ανατολικών παρυφών της Μικράς Ασίας, ένα θέατρου πολέμου που γειτνίαζε με αυτό του Καυκάσου. Οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες επιδίωκαν στενές σχέσεις με τους Χαζάρους, συμπεριλαμβανομένων γεγονότων όπως ο γάμος του Ιουστινιανού Β΄ με μια Χαζάρα πριγκίπισσα, σε βαθμό που τα δύο κράτη ήταν ουσιαστικά σύμμαχα κατά την εξεταζόμενη περίοδο.[16][17] Το ενδεχόμενο οι Χάζαροι να ενωθούν με τους Βυζαντινούς δια της Αρμενίας θα αποτελούσε μια σημαντική απειλή για το χαλιφάτο, ιδιαίτερα με δεδομένη την εγγύτητά της στην Συρία, την καρδιά του Χαλιφάτου των Ομεϋαδών.[1] Αυτό τελικά δεν συνέβη, και η Αρμενία αφέθηκε σχετικά ήσυχη, με τους Ομεϋάδες να της χαρίζουν ευρήτατη αυτονομία και τους Βυζαντινούς να αποφεύγουν να διεξάγουν επιχειρήσεις εκεί.[18] Μάλιστα, με δεδομένη την κοινή απειλή που αντιπροσώπευαν οι επιδρομές των Χαζάρων, οι Ομεϋάδες βρίκαν τους Αρμένιους (και τους γείτονές τους Γεωργιανούς) πρόθυμους συμμάχους κατά των Χαζάρων.[19]

Ορισμένοι βυζαντινολόγοι, με εξέχοντα τον Ντιμίτρι Ομπολένσκυ, πρότειναν ότι η αραβική εξάπλωση κατά των Χαζάρων είχε ως στόχο την υπερφαλάγγιση της βυζαντινής άμυνας από τα βόρεια, και την επίθεση στο Βυζάντιο από δυο πλευρές ταυτόχρονα. Αυτή η ερμηνεία θεωρείται παρατραβηγμένη από σύγχρονους ειδικούς. Όπως σχολιάζει ο David Wasserstein, θα ήταν ένα απίστευτα φιλόδοξο σχέδιο, που θα «απαιτούσε να δεχτούμε ότι το Βυζάντιο είχε ήδη σε αυτό το πρώιμο στάδιο να πείσει τους Μουσουλμάνους ότι δεν μπορούσε να κατακτηθεί», καθώς και ότι οι Μουσουλμάνοι διέθεταν «πολύ μεγαλύτερη γνώση και κατανόηση της γεωγραφίας της Ευρώπης» από ό,τι μπορεί να αποδειχθεί για την συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Ο Mako επίσης τονίζει ότι ένα τέτοιο μεγαλεπίβολο στρατηγικό σχέδιο δεν συμβαδίζει με την σχετικά περιορισμένη ένταση της σύγκρουσης ως την δεκαετία του 720.[20][21] Είναι πολύ πιο πιθανό ότι η βόρεια επέκταση των Αράβων πέραν του Καυκάσου ήταν, αρχικά τουλάχιστον, αποτέλεσμα της επιθετικής ορμής των Ισλαμικών κατακτήσεων, με τους κατά τόπους Άραβες διοικητές να επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν ευκαιρίας, σπασμωδικά και χωρίς ένα γενικό σχέδιο. Η επέκταση αυτή μπορεί να λάμβανε χώρα ακόμα και σε άμεση αντίθεση με τις οδηγίες του χαλίφη, όπως άλλωστε τεκμηριώνεται σε αρκετές περιπτώσεις σε άλλα μέτωπα κατά την περίοδο αυτή.[22] Από στρατηγικής άποψης, είναι δε πολύ πιο πιθανό ότι οι Βυζαντινοί ενθάρρυναν τους Χαζάρους να επιτεθούν στο χαλιφάτο, ώστε να μειώσουν την αυξανόμενη πίεση στο ανατολικό τους σύνορο κατά τις αρχές του Η΄ αιώνα.[19] Τοώντι, το Βυζάντιο επωφελήθηκε πολύ από την εκτροπή των αραβικών στρατιών προς τα βόρεια τις δεκαετίες του 720 και 730, πράγμα που οδήγησε σε περαιτέρω σύσφιγξη των σχέσεων με τους Χαζάρους δια του γάμου του μέλλοντος Κωνσταντίνου Ε΄ με την Χαζάρα Τζιτζάκ το 733.[23][24]

Ως ένα ακόμα κίνητρο της αραβικής επέκτασης έχει προταθεί και η επιθυμία ελέγχου του βόρειου κλάδου του Δρόμου του Μεταξιού, αλλά ο Mako το αμφισβητεί, τονίζοντας ότι η σύγκρουση σταμάτησε ακριβώς την περίοδο που σημειώνεται η μεγαλύτερη κίνηση στον Δρόμο, δηλ. μετά τα μέσα του Η΄ αιώνα.[25]

Α΄ Αραβοχαζαρικός Πόλεμος και επακόλουθα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης της εδαφικής επέκτασης του χαλιφάτου ως το τέλος της δυναστείας των Ομεϋαδών το 750.
      Ισλαμικό κράτος κατά τον θάνατο του Μωάμεθ       Επέκταση υπό το Χαλιφάτο Ρασιντούν       Επέκταση υπό το Χαλιφάτο των Ομεϋαδών

Οι Χάζαροι πρωτοεκστράτευσαν στην περιοχή του Καυκάσου κατά τον Βυζαντινοπερσικό πόλεμο του 602-628, όταν ήταν ακόμα υποτελείς του Δυτικού Τουρκικού Χαγανάτου. Οι Τούρκοι άλωσαν το Ντερμπέντ και ενώθηκαν με τους Βυζαντινούς στην από κοινού πολιορκία της Τιφλίδος. Η συνεισφορά τους αποδείχθηκε καθοριστική για την τελική Βυζαντινή νίκη στον πόλεμο. Για μερικά χρόνια ύστερα, ως περίπου το 632, οι Χάζαροι ασκούσαν κάποια μορφής ηγεμονία επί της Ιβηρίας του Καυκάσου (αντιστοιχεί περίπου στη σημερινή Γεωργία), την Αλβανία του Καυκάσου (περίπου η σημερινή Δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν) και το Αδαρμπαϋτζάν (αρχαία Ατροπατηνή Μηδία, σημ. Ιρανικό Αζερμπαϊτζάν).[26]

Οι Χάζαροι και οι Άραβες ήρθαν σε σύγκρουση ως αποτέλεσμα της πρώτης φάσης των Ισλαμικών κατακτήσεων: ήδη το 640, οι Άραβες είχαν φτάσει στην Αρμενία,[27][28] και το 642, εξαπέλυσαν την πρώτη επιδρομή πέραν του Καυκάσου υπό τον Αμπντ αρ-Ραχμάν ιμπν Ραμπία.[6][12] Αυτή η επδιρομή έφτασε ως το Ντερμπέντ όπου, σύμφωνα με την ιστορία του αλ-Ταμπαρί, ο τοπικός Πέρσης κυβερνήτης, Σαχρμπαράζ, προσφέρθηκε να παραδώσει το οχυρό στους Άραβες και να τους συνδράμει κατά των ανυπότακτων τοπικών φυλών, αν αυτός και οι άντρες του απαλάσσονταν από τον κεφαλικό φόρο («τζιζίγια»). Η πρότασή του έγινε δεκτή και επικυρώθηκε από τον χαλίφη Ουμάρ (β. 634-644).[29]

Το 645/646 οι Άραβες νίκησαν έναν Βυζαντινό στρατό, ενισχυμένο με δυνάμεις Χαζάρων και Αλανών, στην Αρμενία.[27] Ως επακόλουθο, η αραβική εξουσία στην Υπερκαυκασία εδραιώθηκε τη δεκαετία του 650: το 652 οι Αρμένιοι προύχοντες, υπό τον Θεόδωρο Ρστούνι, αναγνώρισαν την επικυριαρχία του χαλιφάτου, και το 654, μετά από μια αποτυχημένη εξέγερση των Αρμενίων, οι Άραβες επέκτειναν την εξουσία τους και επί της Ιβηρίας.[28]

Ο αλ-Ταμπαρί αναφέρει ότι η πρώτη αραβική διείσδυση σε εδάφη των Χαζάρων συνέβη ήδη το 642, ισχυριζόμενος ότι ο Αμπντ αρ-Ραχμάν ιμπν Ραμπία έφτασε μέχρι το Μπαλαντζάρ, χωρίς απώλειες, και ότι το ιππικό του επέδραμε ως και 200 παρασάγγες (περ. 800 χλμ) στα βόρεια της πόλης αυτής, αλλά τόσο η χρονολογία όσο και ο απίθανος ισχυρισμός ότι οι Άραβες δεν υπέστησαν καμμία απώλεια έχουν αμφισβητηθεί από σύγχρονους μελετητές.[12][30] Με το Ντερμπέντ ως βάση επιχειρήσεων, ο Αμπντ αρ-Ραχμάν εξαπέλυσε συχνές επιδρομές τα επόμενα χρόνια, αλλά αυτές φαίνεται να ήταν μικρής κλίμακας υποθέσεις, και κανένα μείζων γεγονός δεν αναφέρεται στις πηγές.[31] Το 651/652, παρά τις ρητές εντολές του χαλίφη για προσοχή και αυτοσυγκράτηση, ο Αμπντ αρ-Ραχμάν οδήγησε ένα ισχυρό στρατό βόρεια, με σκοπό να καταλάβει το Μπαλαντζάρ. Η πόλη πολιορκήθηκε για μερικές μέρες, ώσπου η άφιξη μιας επικουρικής δύναμης, σε συνδυασμό με την γενική έξοδο της φρουράς της, κατέληξαν σε βαριά ήττα για τους Άραβες. Ο Αμπντ αρ-Ραχμάν (ή, σύμφωνα με τον Baladhuri, ο αδερφός του Σαλμάν) και 4.000 Μουσουλμάνοι πολεμιστές έπεσαν στο πεδίο της μάχης.[32] Τρία χρόνια αργότερα, οι Χάζαροι απέκρουσαν μια εκστρατεία αντιποίνων υπό τον Χαμπίμπ ιμπν Μασλαμά.[6] Ως συνέπεια αυτών των επιθέσεων, οι Χάζαροι εγκατέλειψαν το Μπαλαντζάρ και μετακίνησαν την πρωτεύουσά τους βόρεια, σε μια προσπάθεια να απομακρυνθούν από την ακτίνα δράσης των αραβικών στρατιών.[33]

Λόγω της έκρηξης του Α΄ Ισλαμικού Εμφυλίου Πολέμου και της προτεραιότητας άλλων μετώπων, οι Άραβες απείσχαν από επιθέσεις κατά των Χαζάρων μέχρι τις αρχές του Η΄ αιώνα.[34] Οι Χάζαροι από την πλευρά τους εξαπέλυσαν ορισμένες επιδρομές κατά των ηγεμονιών της Υπερκαυκασίας που βρίσκονταν υπό χαλαρή ισλαμική κυριαρχία: σε μια επιδρομή στην Αλβανία το 661/662 ηττήθηκαν από τον τοπικό ηγεμόνα, αλλά το 683 ή το 685 (που συνέπεσε με ακόμα έναν εμφύλιο πόλεμο στον ισλαμικό κόσμο) μια μεγάλης κλίμακας επιδρομή ήταν πιο επιτυχημένη, αποφέροντας πολλή λεία και αιχμαλώτους. Οι ηγεμόνες της Ιβηρίας, Αδαρνάσης Β΄, και της Αρμενίας, Γρηγόριος Α΄ Μαμικονιάν, έπεσαν προσπαθώντας να αντισταθούν.[3][35]

Β΄ Αραβοχαζαρικός Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ναρίν-Καλά, η μεσαιωνική ακρόπολη του Ντερμπέντ

Οι σχέσεις των δυο δυνάμεων παρέμειναν σχετικά ήρεμες μέχρι τα πρώτα χρόνια του Η΄ αιώνα, όταν τέθηκε το σκηνικό ενός νέου γύρου συγκρούσεων: η πολιτική επιρροή των Βυζαντινών στον Καύκασο είχε περιθωριοποιηθεί, και το Χαλιφάτο είχε ενδυναμώσει τον έλεγχό του επί της Αρμενίας μετά την καταστολή μιας μείζονος εξέγερσης το 705, θέτοντάς την υπό άμεση αραβική κυριαρχία ως την επαρχία της «Αρμινίγια». Οι Άραβες και οι Χάζαροι πλέον βρίσκονταν άμεσα αντιμέτωποι για τον έλεγχο του Καυκάσου. Μόνο οι δυτικές περιοχές της Υπερκαυκασίας, στη σημερινή Γεωργία, παρέμειναν εκτός του άμεσου ελέγχου των δυο αντίπαλων δυνάμεων.[36]

Αντικρουόμενες πληροφορίες τοποθετούν την έναρξη της νέας σύγκρουσης ήδη το 707, με μια εκστρατεία του Ομεϋάδη στρατηγού Μασλαμά, γιου του χαλίφη Αμπντ αλ-Μαλίκ ιμπν Μαρουάν (β. 685-705), στο Αδαρμπαϋτζάν και ως τις πύλες του Ντερμπέντ, που φαίνεται να ήταν τότε υπό τον έλεγχο των Χαζάρων. Διάφορες πηγές αναφέρουν επιθέσεις κατά του Ντέρμπεντ το 708, υπό τον Μουχάμαντ ιμπν Μαρουάν, καθώς και το επόμενο έτος υπό τον Μασλαμά, αλλά η ορθότερη χρονολογία για την ανάκτηση του Ντερμπέντ είναι μάλλον η εκστρατεία του Μασλαμά το 713/714.[12][37][38] Κατόπιν ο Μασλαμά εισχώρησε βαθύτερα στο έδαφος των Χαζάρων προσπαθώντας, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, να υποτάξει τους Ούνους που ζούσαν βόρεια του Καυκάσου και που ήταν υποτελείς των Χαζάρων. Οι Χάζαροι του αντιστάθηκαν υπό τον στρατηγό Αλπ, και εξαπέλυσαν και επιδρομές νότια στην Αλβανία ως αντίποινα.[12][38] Το 717, οι Χάζαροι εξαπέλυσνα ισχυρή επιδρομή στο Αδαρμπαϋτζάν, αλλά απωθήθηκαν από τους Άραβες υπό τον Χατίν ιμπν αλ-Νουμάν. Ο Χατίν παρουσιάστηκε στον χαλίφη με πενήντα Χαζάρους αιχμαλώτους, η πρώτη φορά που καταγράφεται τέτοιο γεγονός στις πηγές.[38][39]

Κλιμάκωση της σύγκρουσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κύρια φάση του πολέμου ξεκίνησε το 721/722. Εκείνο τον χειμώνα, 30.000 Χάζαροι εισέβαλαν στην Αρμενία και νίκησαν κατά κράτος τον αποτελούμενο κατά μεγάλο μέρος από Σύριους στρατό του τοπικού κυβερνήτη, Μιλάκ ιμπν Σαφφάρ αλ-Μπαχρανί, στο πεδίο του Μαρτζ αλ-Χιτζάρα τον Φεβρουάριο και Μάρτιο του 722.[40][41] Για να τους αντιμετωπίσει, ο χαλίφης Γιαζίντ Β΄ (β. 720-724) έστειλε έναν από τους πιο διακεκριμένους στρατηγούς του, τον αλ-Τζαρράχ ιμπν Αμπντ Αλλάχ, με 25.000 Σύριους στρατιώτες.[42] Μαθαίνοντας την έλευσή του, οι Χάζαροι οπισθοχώρησαν στην περιοχή του Ντερμπέντ, του οποίου η μουσουλμανική φρουρά ακόμα αντιστεκόταν. Με ταχείς προελάσεις, ο αλ-Τζαρράχ κατάφερε να μπει στην πόλη χωρίς να βρει αντίσταση, και εξαπέλυσε με τη σειρά του επιδρομές στα εδάφη των Χαζάρων.[43] Κατόπιν, με τον όγκο του στρατού του νίκησε μια δύναμη 40.000 Χαζάρων υπό τον Μπαρτζίκ, έναν από τους γιους του χαγάνου των Χαζάρων, σε απόσταση μιας μέρας πορείας στα βόρεια του Ντερμπέντ. Προελαύνοντας βόρεια, ο αραβικός στρατός κατέλαβε τους οικισμούς Χαμζίν και Ταργού, των οποίων οι κάτοικοι μεταφέρθηκαν και εγκαταστάθηκαν αλλού.[44] Τέλος, ο αραβικός στρατός έφτασε στο Μπαλαντζάρ. Η πόλη αναφέρεται ότι είχε ισχυρές οχυρώσεις κατά τις πρώτες αραβικές επιθέσεις στα μέσα του Ζ΄ αιώνα, αλλά φαίνεται ότι είχαν αμεληθεί εν τω μεταξύ, διότι οι Χάζαροι επέλεξαν να αμυνθούν περικυκλώνοντας την ακρόπολη με τα κάρα τους. Οι Άραβες διέλυσαν την πρόχειρη αυτή οχύρωση και κατέλαβαν την πόλη στις 21 Αυγούστου 722. Οι περισσότεροι από τους κατοίκους της πόλης θανατώθηκαν ή πουλήθηκαν ως σκλάβοι, αλλά μερικοί, μεταξύ των οποίων και ο διοικητής της, κατάφεραν να διαφύγουν στα βόρεια. Η λεία που περιήλθε στα χέρια των Αράβων ήταν τόσο μεγάλη που λέγεται ότι κάθε ένας από τους 30.000 ιππείς - αριθμός μάλλον υπερβολικός και φουσκωμένος από μεταγενέστερες πηγές - στον αραβικό στρατό έλαβε 300 χρυσά δηνάρια ως μερίδιο.[38][45]

Κατόπιν, ο αλ-Τζαρράχ έδωσε διαταγές να πνιγούν μερικοί από τους Χαζάρους αιχμαλώτους. Ο στρατός του κατέλαβε μερικά κοντινά οχυρά και συνέχισε την πορεία του προς τα βόρεια. Το οχυρό Ουαμπαντάρ, παρά την ισχυρή του φρουρά, συνθηκολόγησε με αντάλλαγμα την καταβολή φόρου, αλλά η αραβική προέλαση σταμάτησε πριν φτάσει στην επόμενη μεγάλη χαζαρική πόλη, το Σαμαντάρ.[38][46] Παρά την επιτυχία τους, οι Άραβες ακόμα δεν είχαν νικήσει τον όγκο του στρατού των Χαζάρων, ο οποίος, όπως όλες οι νομαδικές στρατιές, δεν εξαρτώνταν από πόλεις για τον εφοδιασμό του. Η παρουσία αυτού του στρατού κοντά στο Σαμαντάρ, και ειδήσεις για εξεγέρσεις ανάμεσα στις ορεσίβιες φυλές στα μετόπισθέν τους, ανάγκασαν τους Άραβες να υποχωρήσουν στο Ουαρθάν, νότια του Καυκάσου.[42][47] Μετά την επάνοδό του, ο αλ-Τζαρράχ έδωσε αναφορά στον χαλίφη για την εκστρατεία, και ζήτησε επιπλέον δυνάμεις για να νικήσει τους Χαζάρους, σαφής ένδειξη τόσο της σφοδρότητας των μαχών όσο και, σύμφωνα με τον Blankinship, ότι η εκστρατεία του δεν ήταν τόσο αποτελεσματική όσο παρουσιάζεται στις ισλαμικές πηγές.[42][47]

Το Πέρασμα Νταριάλ περί το 1861

Οι πηγές είναι ασαφείς σχετικά με την δραστηριότητα του αλ-Τζαρράχ το 723, αλλά φαίνεται ότι εξαπέλυσε άλλη μια εκστρατεία προς τα βόρεια, μέχρι πέρα από το Μπαλαντζάρ (αν και αυτό μπορεί να είναι απλά μια απήχηση στις πηγές, ή και η πραγματική χρονολογία, της εκστρατείας του 722).[42][47] Σε απάντηση, οι Χάζαροι επέδραμαν στα νότια του Καυκάσου, αλλά τον Φεβρουάριο του 724 ο αλ-Τζαρράχ τους νίκησε κατά κράτος μεταξύ των ποταμών Κύρου και Αράξη σε μια μάχη που διήρκεσε αρκετές μέρες.[42] Ο νέος χαλίφης, Ισάμ ιμπν Αμπντ αλ-Μαλίκ (β. 724-743), υποσχέθηκε να του στείλει ενισχύσεις, αλλά εν τέλει απέτυχε να το κάνει. Εντούτοις, το 724 ο αλ-Τζαρράχ κατέλαβε την Τιφλίδα και έφερε την Ιβηρία του Καυκάσου και την χώρα των Αλανών υπό ισλαμική κυριαρχία. Κατά την εκστρατεία αυτή έγινε και ο πρώτος μουσουλμάνος στρατηγός που διέσχισε το Πέρασμα Νταριάλ. Αυτή η επιτυχία εξασφάλισε τα πλευρά των Αράβων απέναντι σε μια πιθανή επίθεση των Χαζάρων δια του Νταριάλ, και ταυτόχρονα τους έδωσε μια δεύτερη οδό εισβολής στην Χαζαρία.[48]

Το 725 ο χαλίφης αντικατέστησε τον Ισάμ ιμπν Αμπντ αλ-Μαλίκ με τον αδερφό του Μασλαμά, ο οποίος ήδη κατείχε την θέση του κυβερνήτη της Τζαζίρα (Άνω Μεσοποταμία).[38][49] Η τοποθέτηση του Μασλαμά, ενός από τους πλέον διακεκριμένους στρατηγούς των Ομεϋαδών, είναι σημάδι της σημασίας που απέδιδε ο χαλίφης στο μέτωπο του Καυκάσου.[50] Αρχικά όμως ο Μασλαμά παρέμεινε στην Τζαζίρα, απασχολημένος με επιχειρήσεις κατά των Βυζαντινών. Στην θέση του έστειλε τον αλ-Χάριθ ιμπν Αμρ αλ-Ταΐ να αναλάβει τον Καύκασο. Το 725, ο αλ-Χάριθ ασχολήθηκε με την στερέωση της ισλαμικής κυριαρχίας στην Αλβανία, εκστρατεύοντας κατά μήκος του Κύρου στις περιοχές αλ-Λακζ και Χασμαντάν. Επιπλέον, μάλλον ήταν απασχολημένος και με την απογραφή εκείνου του έτους.[50][51] Την επόμενη χρονιά, ο Μπαρτζίκ εξαπέλυσε μια μεγάλης κλίμακας εισβολή στην Αλβανία και το Αδαρμπαϋτζάν. Οι Χάζαροι μάλιστα πολιόρκησαν το Ουαρθάν, χρησιμοποιόντας καταπέλτες. Η χρήση τέτοιων προηγμένων πολιορκητικών μηχανών δείχνει, σύμφωνα με τον Blankinship, ότι οι Χάζαροι ήταν "ένα στρατιωτικά εξελιγμένο έθνος, και όχι μια απλή ανοργάνωτη αγέλη βαρβάρων". Ο αλ-Χάριθ κατάφερε να τους νικήσει στις όχθες του Αράξη και να τους απωθήσεθ βόρεια του ποταμού, αλλά η κατάσταση για τους Άραβες παρέμενε κρίσιμη.[50][52]

Η χαζαρική εισβολή έπεισε τον Μασλαμά να αναλάβει προσωπικά την διεύθυνση των επιχειρήσεων στο μέτωπο του Καυκάσου το 727. Εκεί για πρώτη φορά ήρθε αντιμέτωπος με τον ίδιο τον χαγάνο, καθώς αμφότεροι οι Άραβες και οι Χάζαροι κλιμάκωσαν την σύγκρουση. Ο Μασλαμά, που μάλλον είχε ενισχυθεί με επιπλέον δυνάμεις από τη Συρία και την Τζαζίρα, πέρασε στην επίθεση. Ανέκτησε τον έλεγχο του Νταριάλ, που από ό,τι φαίνεται είχε απολεσθεί μετά την εκστρατεία του αλ-Τζαρράχ το 724, και προωθήθηκε σε χαζαρικό έδαφος, όπου και παρέμεινε ώσπου η έλευση του χειμώνα τον ανάγκασε να υποχωρήσει στο Αδαρμπαϋτζάν.[53][52] Ό,τι κι αν πέτυχε ο Μασλαμά σε αυτή την εκστρατεία, δεν ήταν αρκετό. Την επόμενη χρονιά επανέλαβε την εισβολή του, αλλά αυτή κατέληξε σε μια "σχεδόν καταστροφή", σύμφωνα με τον Blankinship. Οι αραβικές πηγές περιγράφουν πώς τα στρατεύματα των Ομεϋαδών πολεμούσνα ασταμάτητα επί τριάντα ή σαράντα μέρες μέσα στη λάσπη, υπό συνεχή βροχή, προτού καταφέρουν να πετύχουν μια νίκη κατά του χαγάνου στις 17 Σεπτεμβρίου 728. Το πόσο καίρια ήταν αυτή η νίκη είναι αμφίβολο όμως, καθώς κατά την επιστροφή του ο Μασλαμά έπεσε σε ενέδρα των Χαζάρων, με αποτέλεσμα οι Άραβες απλά να εγκαταλείψουν την εφοδιοπομπή τους και να σπεύσουν πανικόβλητοι να διασχίσουν το Πέρασμα Νταριάλ για να σωθούν.[54][55] Μετά από αυτή την εκστρατεία, ο Μασλαμά αντικαταστάθηκε ξανά από τον αλ-Τζαρράχ. Παρά την δραστηριότητά του, ο Μασλαμά είχε αποτύχει να εξασφαλίσει τους στόχους του: το 729, οι Άραβες είχαν χάσει τον έλεγχο της βορειοανατολικής Υπερκαυκασίας και βρίσκονταντ και πάλι στην άμυνα, με τον αλ-Τζαρράχ υποχρεωμένο για μια ακόμη φορά να αποκρούσει μια εισβολή των Χαζάρων στο Αδαρμπαϋτζάν.[54][56]

Μάχη του Αρνταμπίλ και η αραβική αντίδραση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κανάτι από τον «θησαυρό του Nagyszentmiklós», με έφιππο πολεμιστή της στέππας του πρώιμου μεσαίωνα να σέρνει αιχμάλωτο

Το 729/730, ο αλ-Τζαρράχ επανέλαβε την επίθεση δια της Τιφλίδας και του Περάσματος Νταριάλ. Οι αραβικές πηγές αναφέρουν ότι έφτασε ως την πρωτεύουσα των Χαζάρων, το αλ-Μπαϋντά στον ποταμό Βόλγα, αλλά οι σύγχρονοι ιστορικοί όπως ο Dunlop και ο Blankinship το θεωρούν απίθανο. Οι Χάζαροι εξαπέλυσαν αντεπίθεση υπό την ηγεσία κάποιου Θαρμάχ, η οποία ανάγκασε τον αλ-Τζαρράχ να υποχωρήσει νότια του Καυκάσου για να υπερασπιστεί την Αλβανία. Δεν είναι σαφές αν οι Χάζαροι εισέβαλαν δια του Νταριάλ ή από τις Κασπίες Πύλες, αλλά κατάφεραν να προσπεράσουν τον στρατό του αλ-Τζαρράχ στην Μπαρδάα και να θέσουν υπό πολιορκία το Αρνταμπίλ. Η πόλη αυτή ήταν η πρωτεύουσα του Αδαρμπαϋτζάν, και εκεί βρισκόταν ο όγκος των Μουσουλμάνων εποίκων και των οικογενειών τους, περίπου 30.000 συνολικά. Όταν τα νέα αυτά έφτασαν στα αυτιά του αλ-Τζαρράχ, οδήγησε τον στρατό του νότια σε ταχείες πορείες και επιτέθηκε στους Χαζάρους έξω από τα τείχη της πόλης. Στην επακόλουθη τριήμερη μάχη στις 7-9 Δεκεμβρίου 730 ο στρατός του αλ-Τζαρράχ, 25.000 άνδρες, σχεδόν εκμηδενίστικαν από τους Χαζάρους υπό τον Μπαρτζίκ.[57][58][59] Μεταξύ των πεσόντων ήταν και ο αλ-Τζαρράχ, με αποτέλεσμα η διοίκηση να περάσει στον αδερφό του, αλ-Χατζάτζ, ο οποίος δεν κατάφερε να αποτρέψει την άλωση του Αρνταμπίλ. Ο ιστορικός του Ι΄ αιώνα Αγάπιος της Ιεραπόλεως αναφέρει ότι οι Χάζαροι πήραν ως και 40.000 αιχμαλώτους από την πόλη, τον στρατό του αλ-Τζαρράχ, και την γύρω περιοχή. Οι Χάζαροι λεηλάτησαν την επαρχία, καταλαμβάνοντας την Γκαντζά και άλλους οικισμούς. Ορισμένα αποσπάσματα δε έφτασαν ως και την Μοσούλη στη βόρεια Τζαζίρα, επικίνδυνα κοντά στην ίδια τη Συρία, την μητροπολιτική επαρχία των Ομεϋαδών.[60][61][62]

Η ήττα στο Αρτναμπίλ αποτέλεσε μεγάλο σοκ για τους Μουσουλμάνους, που για πρώτη φορά χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν έναν εχθρό που είχε εισχωρήσει τόσο βαθιά στα εδάφη του χαλιφάτου. Ο χαλίφης Ισάμ έστειλε τον Σαΐντ ιμπν Αμρ αλ-Χαρασί να αντιμετωπίσει τους Χάζαρους, ενώ ο Μασλαμά ετοιμαζόταν για να τους αντιπαρατεθεί. Παρότι οι δυνάμεις που μπόρεσε να συγκεντρώσει άμεσα ο αλ-Χαρασί ήταν περιορισμένες (στους επιζώντες του Αρτναμπίλ χρειάστηκε να δωθούν δέκα χρυσά δηνάρια για να πειστούν να πολεμήσουν), ο αλ-Χαρασί κατάφερε να ανακαταλάβει το Αχλάτ στην Λίμνη Βαν. Από εκεί κινήθηκε βορειοανατολικά προς τη Μπαρδάα και μετά νότια προς το Ουαρθάν, που πολιορκούνταν από τους Χαζάρους. Κοντά στο Μπατζαρουάν ο αλ-Χαρασί συνάντησε μια δύναμη 10.000 Χαζάρων, την οποία και νίκησε, σκοτώνοντας τους περισσότερους Χαζάρους και ελευθερώνοντας τους 5.000 Μουσουλμάνους αιχμαλώτους που είχαν μαζί τους. Οι επιζώντες Χάζαροι διέφυγαν προς το βορρά, με τον αλ-Χαρασί να τους καταδιώκει.[63][64] Παρά την επιτυχία του αυτή, ο αλ-Χαρασί απαλλάχθηκε των καθηκόντων του στις αρχές του 731 και μάλιστα φυλακίστηκε για λίγο στη Γκαμπαλά και τη Μπαρδάα λόγω του φθόνου του Μασλαμά, τον οποίο ο Ισάμ είχε διορίσει ξανά κυβερνήτη της Αρμινίγια και του Αδαρμπαϋτζάν.[65][66]

Ο Μασλαμά επανήλθε στον Καύκασο με ευάριθμο στρατό από την Τζαζίρα και ανέλαβε την επίθεση. Επανέφερε τις επαρχίες της Αλβανίας υπό αραβικό έλεγχο, αφού επέβαλε παραδειγματική τιμωρία στους κατοίκους του Χαϋδάν, που του αντιστάθηκαν. Φτάνοντας στο Ντερμπέντ, βρήκε εγκατεστημένη εκεί μια φρουρά 1.000 Χαζάρων με τις οικογένειές τους. Παρακάμπτωντας το οχυρό, ο Μασλαμά προέλασε βόρεια. Καίτοι οι λεπτομέρειες της εκστρατείας αυτής όπως αναφέρονται στις πηγές μάλλον αποτελούν προϊόν σύγχυσης με τα γεγονότα του 728, φαίνεται ότι κατέλαβε το Χαμζίν, το Μπαλαντζάρ, και το Σαμαντάρ, προτού αναγκαστεί να υποχωρήσει και πάλι αφού συνάντησε τον κύριο όγκο του στρατού των Χαζάρων υπό τον χαγάνο. Αφήνοντας τις φωτιές του στρατοπέδου τους να καίνε για να παραπλανήσουν τους Χαζάρους, οι Άραβες αποχώρησαν κατά τη διάρκεια της νύχτας, και με μια σειρά επίπονων πορειών που κάλυψαν διπλάσια από την συνηθισμένη απόσταση, έφτασαν στο Ντερμπέντ. Οι Χάζαροι τους ακολούθησαν από κοντά, και τους επιτέθηκαν κοντά στο Ντερμπέντ, αλλά οι Άραβες, ενισχυμένοι με τοπικές στρατολογίες, κατάφεραν να αντισταθούν έως ότου μια μικρή επίλεκτη δύναμη επιτέθηκε στην σκηνή του χαγάνου και κατάφερε να τον τραυματίσει. Με το ηθικό αναπτερωμένο, οι Μουσουλμάνοι πέρασαν στην επίθεση και νίκησαν τους Χαζάρους. Σε αυτή την μάχη ή εκστρατεία τοποθετείται μάλλον και ο θάνατος του Χαζάρου στρατηγού Μπαρτζίκ.[67][68] Εκμεταλλευόμενος την νίκη του, ο Μασλαμά εκδίωξε τους Χαζάρους από το Ντερμπέντ δηλητηριάζοντας την τροφοδοσία του νερού του οχυρού. Επανίδρυσε την πόλη ως στρατιωτική αποικία, εγκαθιστώντας 24.000 άνδρες εκεί, προερχόμενους κυρίως από τη Συρία, κατανεμημένους σε συνοικίες ανάλογα με τις επαρχίες («τζουντ») από όπου προέρχονταν. Κατόπιν επέστρεψε με τον υπόλοιπο στρατό του (κυρίως τα αποσπάσματα από τη Τζαζίρα και την Κιννασρίν, που απολάμβαναν της εύνοιάς του) νότια του Καυκάσου για να διαχειμάσει, αφήνοντας τους Χαζάρους να ανακαταλάβουν τις ερημωμένες πόλεις τους. Παρά την κατάληψη του Ντερμπέντ, φαίνεται ότι τα επιτεύγματα του Μασλαμά δεν ικανοποιήσαν τον Ισάμ, ο οποίος τον Μάρτιο του 732 αντικατέστησε τον αδερφό του με τον Μαρουάν ιμπν Μουχάμαντ, ο οποίος θα βασίλευε ως ο τελευταίος Ομεϋάδης χαλίφης το 744-750.[69][70]

Το καλοκαίρι του 732, ο Μαρουάν οδήγησε 40.000 άντρες βόρεια στα εδάφη των Χαζάρων. Οι αναφορές σχετικά με την εκστρατεία αυτή είναι συγκεχυμένες: ο Ιμπν Αθάμ αναφέρει ότι έφτασε το Μπαλαντζάρ και επέστρεψε στο Ντερμπέντ με τα κοπάδια που είχαν πιάσει, αλλά η εκστρατεία περιγράφεται με όρους που θυμίζουν τις εκστρατείες του Μασλαμά το 728 και το 731, και η αυθεντικότητά της αμφισβητείται. Ο Ιμπν Χαγιάτ από την άλλη αναφέρει ότι ο Μαρουάν εξαπέλυσε μια περιορισμένη εκστρατεία στην περιοχή βόρεια του Ντερμπέντ, προτού επιστρέψει νότια για να διαχειμάσει.[71][72] Ο Μαρουάν ήταν πιο δραστήριος στα νότια, όπου διόρισε τον Βαγρατίδη Ασώτιο Γ΄ ως ηγεμόνα της Αρμενίας, ουσιαστικά χαρίζοντας ευρεία αυτονομία στην Αρμενία σε αντάλλαγμα για την συμμετοχή των Αρμένιων στις επιχειρήσεις στο πλευρό του χαλιφάτου. Σύμφωνα με τον Blankinship, αυτή η ασυνήθιστη παραχώρηση είναι σημάδι της επιδείνωσης της κρίσης λειψανδρίας που αντιμετώπιζαν οι στρατιωτικές δυνάμεις των Ομεϋαδών.[73][74] Περίπου την ίδια εποχή, οι Χάζαροι και οι Βυζαντινοί ενίσχυσαν τους δεσμούς τους και επισημοποίησαν την συμμαχία τους απέναντι στον κοινό τους εχθρό με τον γάμο του Κωνσταντίνου Ε΄ με την πριγκίπισσα Τζιτζάκ των Χαζάρων.[75][76]

Τελική φάση του πολέμου και η εισβολή του Μαρουάν στη Χαζαρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την εκστρατεία του Μαρουάν το 732, μεσολάβησε μια περίοδος σχετικής ηρεμίας. Ο Μαρουάν αντικαταστάθηκε την άνοιξη του 733 ως κυβερνήτης της Αρμινίγια και του Αδαρμπαϋτζάν από τον Σαΐντ αλ-Χαρασί, αλλά κατά τα δυο έτη της θητείας του, αυτός δεν φαίνεται να ανέλαβε καμία εκστρατεία.[72][77] Ο Blankinship αποδίδει αυτή την αδράνεια στην εξάντληση των αραβικών στρατιών, φέροντας ως παράδειγμα την ταυτόχρονη ηρεμία που επικράτησε την περίοδο 732-734 στην Υπερωξειανή, όπου οι Άραβες είχαν επίσης υποστεί μια σειρά αιματηρών ηττών στα χέρια μιας τουρκογενούς δύναμης της στέππας.[78] Εν τω μεταξύ, ο Μαρουάν λέγεται ότι παρουσιάστηκε στον χαλίφη Ισάμ, διαμαρτυρόμενος για την ακολουθούμενη πολιτική στον Καύκασο, και προτείνοντας να σταλεί ξανά ο ίδιος να αντιμετωπίσει τους Χαζάρους, με πλήρεις εξουσίες και στρατό 120.000 ανδρών. Όταν ο Σαΐντ ζήτησε το 735 να απαλλαχθεί των καθηκόντων του λόγω της επιδεινούμενης όρασής του, Ο Ισάμ διόρισε τον Μαρουάν στη θέση του.[72]

Ο Μαρουάν επέστρεψε στον Καύκασο αποφασισμένος να εξαπολύσει ένα συντριπτικό χτύπημα κατά των Χαζάρων, αλλά φαίνεται ότι και αυτός δεν κατάφερε να διεξάγει παρά τοπικές επιχειρήσεις για κάποιο διάστημα. Ίδρυσε μια νέα βάση επιχειρήσεων στο Κασάκ, περί τους 20 παρασάγγες από την Τιφλίδα και σαράντα από την Μπαρδάα, αλλά οι αρχικές του κινήσεις ήταν κατά τοπικών ηγεμονίσκων.[79][80] Το 735, ο Μαρουάν κατέλαβε τρία οχυρά στην Αλανία, κοντά στο Πέρασμα Νταριάλ, καθώς και έναν τοπικό ηεμόνα, τον Τουμάν Σαχ, τον οποίο και ελευθέρωσε και αποκατέστησε στα εδάφη του ως υποτελή ηγεμόνα. Την επόμενη χρονιά, ο Μαρουάν εκστραευσε κατά ενός άλλου τοπικού ηγεμόνα, του Ουαρτανίς. Αφού οι Άραβες κατέλαβαν το κάστρο του και εκτέλεσαν τους υπερασπιστές του, παρά το ότι είχαν συνθηκολογήσει, ο Ουαρτανίς προσπάθησε να διαφύγει, αλλά συνελήφθη και εκτελέστηκε από τους κατοίκους του Χαμζίν.[80] Τωόντι, ο Αγάπιος και ο Μιχαήλ ο Σύρος αναφέρουν ότι οι Άραβες και οι Χαζάροι συνήψαν ειρήνη αυτή την περίοδο, μια πληροφορία που οι ισλαμικές πηγές είτε αγνοούν εντελώς είτε προσπαθούν να την υποβαθμίσουν σαν μια πρόσκαιρη κίνηση τακτικής του Μαρουάν με σκοπό να κερδίσει καιρό και να παραπλανήσει τους Χαζάρους σχετικά με τις προθέσεις του.[81][78]

Η μεσαιωνική ακρόπολη της Ανακοπίας σήμερα

Για το 737 όμως, ο Μαρουάν προετοίμασε μια μαζική επίθεση, με σκοπό να τελειώσει την σύρραξη για τα καλά. Από ό,τι φαίνεται, ο Μαρουάν μετέβη στη Δαμασκό για να πείσει ο ίδιος τον Ισάμ να υποστηρίξει το εγχείρημα. Προφανώς πέτυχε το σκοπό του, μιας και ο ιστορικός του Ι΄ αιώνα Μπαλαμί ισχυρίζεται ότι ο στρατός του αριθμούσε 150.000 άντρες: τακτικές δυνάμεις από τη Συρία και τη Τζαζίρα, εθελοντές του «τζιχάντ», Αρμένιοι υπό τον Ασώτιο Γ΄, και ακόλουθοι και υπηρέτες. Όποιο και να ήταν το πραγματικό μέγεθος του στρατού του Μαρουάν, ήταν μια τεράστια για την εποχή δύναμη, και σαφέστατα η ισχυρότερη που είχε ποτέ σταλεί κατά των Χαζάρων.[82][81] Ο Μαρουάν πρώτα φρόντισε να εξασφαλίσει τα νώτα του, υποτάσσοντας τις αρμενικές φατρίες που ακόμα αντιτίθενταν στους Άραβες και στον πελάτη τους Ασώτιο. πειτα εισέβαλε στην Ιβηρία του Καυκάσου, αναγκάζοντας τον Χοσροΐδη ηγεμόνα της να αναζητήσει καταφύγιο στο οχυρό της Ανακοπίας στις όχθες της Μαύρης Θάλασσας, στο βυζαντινό προτεκτοράτο της Αβασγίας. Ο Μαρουάν πολιόρκησε την Ανακοπία ώσπου η εμφάνιση δυσεντερίας μεταξύ των στρατιωτών του τον ανάγκασε να υποχωρήσει.[82]

Τότε ο Μαορυάν εξαπέλυσε μια επίθεση από δυο κατευθύνσεις κατά των Χαζάρων: 30.000 άνδρες (συμπεριλαμβανομένων των περισσότερων στρατολογιών από τις υποτελείς ηγεμονίες του Καυκάσου) υπό τον κυβερνήτη του Ντερμπέντ, Ασίντ ιμπν Ζάφιρ αλ-Σουλαμί, προέλασαν βόρεια κατά μήκος της όχθης της Κασπίας, ενώ ο ίδιος ο Μαρουάν με τον όγκο των δυνάμεών του διέσχισε το Πέρασμα Νταριάλ. Η εισβολή συνάντησε ισχνή αντίσταση: οι αραβικές πηγές αναφέρουν ότι ο Μαρουάν είχε επίτηδες συλλάβει τον Χαζάρο απεσταλμένο και τον είχε αφήσει ελεύθερο να επιστρέψει στον ηγεμόνα του με την κήρυξη πολέμου μόνο αφού βρισκόταν ήδη βαθιά σε χαζαρικό έδαφος. Οι δυο αραβικές στρατιές συνέκλιναν στο Σαμαντάρ, όπου έλαβε χώρα μια μεγάλη επιθεώρηση του ενωμένου στρατού. Σύμφωνα με τον Ιμπν Αθάμ, οι στρατιώτες έλαβαν νέα ρούχα σε λευκό χρώμα (το δυναστικό χρώμα των Ομεϋαδών) καθώς και νέα δόρατα.[82][83] Από εκεί ο Μαρουάν συνέχισε την προέλασή του, φτάνοντας, σύμφωνα με ορισμένες αρβαικές πηγές, στην πρωτεύουσα των Χαζάρων, το αλ-Μπαϋντά επί του Βόλγα. Ο χαζάρος υποχώρησε προς τα Ουράλια Όρη, αλλά άφησε πίσω του μια σημαντική δύναμη για να υπερασπιστεί την πρωτεύουσά του.[84] Ο Blankinship παραδέχεται ότι το επίτευγμα αυτό ήταν εντυπωσιακός στρατιωτικός άθλος, αλλά χωρίς ιδιαίτερη στρατηγική αξία: οι ταξιδιώτες του Ι΄ αιώνα Ιμπν Φαντλάν και αλ-Ισταχρί περιγράφουν την χαζαρική πρωτεύουσα ως λίγο ανώτερη ενός μεγάλου καταυλισμου, και δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι είχε υπάρξει μεγαλύτερη ή πιό αστικοποιημένη στο παρελθόν.[85]

Ανασκαφές στη Σαμοσντέλκα, που ταυτίζεται από ορισμένους αρχαιολόγους με την χαζαρική πρωτεύουσα, αλ-Μπαϋντά ή Ατίλ[86]

Η επακόλουθη εξέλιξη της εκστρατείας παρέχεται μόνο από τον Ιμπν Αθάμ και τις μεταγενέστερες πηγές που βασίζονται σε αυτόν. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του, ο Μαρουάν προχώρησε ακόμα πιο βόρεια, και επιτέθηκε σε ένα σλαβικό φύλο ονόματι Μπουρτάς, των οποίων τα εδάφη εκτείνονταν ως την Βουλγαρία του Βόλγα, και οι οποίοι ήταν υποτελείς των Χαζάρων, αιχμαλωτίζοντας 20.000 οικογένειες (ή 40.000 άτομα, σε άλλες πηγές). Ο στρατός των Χαζάρων, υπό τον «ταρχάν» ( ένα από τα υψηλότερα αξιώματα στα τουρκικά κράτη), ακολουθούσε κατά πόδας την αραβική προέλαση από την άλλη όχθη του Βόλγα. Καθώς οι Χάζαροι απέφευγαν να δώσουν μάχη, ο Μαρουάν έστειλε 40.000 άντρες υπό τον Καουθάρ ιμπν αλ-Ασουάντ αλ-Ανμπαρί να διασχίσουν τον Βόλγα, οι οποίοι κατάφεραν να αιφνιδιάσουν τους Χαζάρους σε ένα βάλτο. Στην μάχη που ακολούθησε, οι Άραβες σκότωσαν 10.000 Χαζάρους, συμπεριλαμβανομένου του «ταρχάν», και συνέλαβαν 7.000 αιχμαλώτους.[87][88] Τότε ο χαγάνος λέγεται ότι ζήτησε τη σύναψη ειρήνης, και όταν ο Μαρουάν πρόσφερε «είτε το Ισλάμ είτε το ξίφος», ο χαγάνος δέχτηκε να ασπαστεί το Ισλάμ. Δυο νομοδιδάσκαλοι («φακίχ») εστάλεισαν να τον κατηχήσουν στις επιταγές της θρησκείας, με τις απαγορεύσεις για την κατανάλωση κρασιού, χοιρινοί, και ακάθαρτου κρέατος τυγχάνουν ιδιαίτερης αναφορές.[89][90] Ο Μαρουάν επίσης πήρε μαζί του μεγάλο αριθμό Σλάβων και Χαζάρων αιχμαλώτουν τους οποίους εγκατέστησε στον ανατολικό Καύκασο: περίπου 20.000 Σλάβοι εγκαταστάθηκαν στο Καχέτι, σύμφωνα με τον αλ-Μπαλάδουρι, ενώ οι Χάζαροι εγκαταστάθηκαν στο αλ-Λακζ. Λίγο καιρό μετά, οι Σλάβοι σκότωσαν τον διορισμένο κυβερνήτη τους και προσπάθησαν να διαφύγουν στα βόρεια, αλλά ο Μαρουάν τους καταδίωξε και τους σκότωσε.[90][91][92]

Η εκστρατεία του 737 ήταν η αποκορύφωση των Αραβοχαζαρικών πολέμων, αλλά τα χειροπιαστά της αποτελέσματα ήταν ισχνά. Παρότι οι αραβικές εκστρατείες μετά το Αρνταμπίλ πράγματι μπορεί να αποθάρρυναν τους Χαζάρους από περαιτέρω επιδρομές στα νότια,[91] οποιαδήποτε αναγνώριση του Ισλάμ ή της αραβικής επικυριαρχίας από τον χαγάνο προφανώς εξαρτώνταν από την παρουσία αραβικών στρατευμάτων επί χαζαρικού εδάφους, πράγμα που δεν μπορούσε να παραταθεί για πολύ.[90] Επιπλέον, η αξιοπιστία της πληροφορίας ότι ο χαγάνος προσηλυτίστηκε στο Ισλάμ αμφισβητείται: ο αλ-Μπαλάδουρι, του οποίου η αφήγηση είναι μάλλον πλησιέστερα στις πρωτότυπες πηγές, αναφέρει ότι ο προσήλυτος ήταν ένας απλός άρχοντας των Χαζάρων, ο οποίος ακολούθησε τον Μαρουάν νότια και τοποθετήθηκε επικεφαλής των Χαζάρων εποίκων στο αλ-Λακζ. Όπως σχολιάζει ο Blankinship, αυτό είναι άλλη μια ένδειξη του πόσο απίθανο είναι να ασπάστηκε πραγματικά το Ισλάμ ο χαγάνος, εφόσον ο Μαρουάν αισθάνθηκε υποχρεωμένος να μεταφέρει τους Χαζάρους προσήλυτους σε αραβικό έδαφος για ασφάλεια.[88] Ο προσηλυτισμός του χαγάνου επίσης αντίκειται στο γεγονός ότι περί το 740 η χαζαρική αυλή ασπάστηκε τον Ιουδαϊσμό ως επίσημη θρησκεία,[β] μια απόφαση που προφανώς οφειλόταν στην επιμονή των Χαζάρων να αποφύγουν την αφομοίωση, όσο και να τονίσουν την ανεξαρτησία τους, τόσο απέναντι στους Χριστιανούς Βυζαντινούς όσο και στους Μουσουλμάνους Άραβες.[93]

Επακόλουθα και επιπτώσεις του Β΄ Αραβοχαζαρικού Πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όποια κι αν ήταν τα πραγματικά συμβάντα στην εκστρατεία του Μαρουάν, οι συγκρούσεις μεταξύ Αράβων και Χαζάρων έπαψαν για πάνω από δυο δεκαετίες μετά το 737.[74] Η στρατιωτική δραστηριότητα των Αράβων στον Καύκασο συνεχίστηκε ως το 741, καθώς ο Μαρουάν διεξήγαγε εκτεταμένες εκστρατείες κατά των διαφόρων ηγεμονιών της περιοχής.[γ][95][96] Ο Blankinship τονίζει ότι οι εκστρατείες αυτές ήταν πλησιέστερα σε επιδρομές με σκοπό την αποκομιδή λείας και την εξασφάλιση του ανεφοδιασμού του αρβαικού στρατού, παρά προσπάθειες μόνιμης κατάκτησης τωνβ περιοχών αυτών.[97] Από την άλλη, ο Βρετανός ιστορικός Ντάγκλας Ντάνλοπ θεωρούσε ότι ο Μαρουάν έφτασε πολύ κοντά στο να πετύχει στον σκοπό του να κατακτήσει τη Χαζαρία, και ότι «προφανώς επιδίωκε να επαναλάβει τις επιχειρήσεις του κατά του χαγάνου αργότερα», αλλά δεν είχε την ευκαιρία.[98]

Οι Ομεϋάδες πέτυχαν μια σημαντική επιτυχία με την δημιουργία ενός μάλλον σταθερού συνόρου αγκιστρωμένου στο Ντερμπέντ,[36][97] αλλά απέτυχαν να προωθηθούν παραπέρα, παρά τις διαδοχικές τους προσπάθειες, μπροστά στην δυναμική αντίδραση των Χαζάρων. Ο Ντάνλοπ παραλληλίζει τα γεγονότα του Καυκάσου με την σχεδόν ταυτόχρονη αντιπαράθεση Αράβων και Φράγκων πέραν των Πυρηναίων, που κατέληξαν στη Μάχη του Πουατιέ, και σημειώνει ότι όπως οι Φράγκοι στη δύση, έτσι και οι Χάζαροι έπαιξαν καίριο ρόλο στην ανάσχεση της ισλαμικής επέκτασης.[99] O Blankinship επίσης τονίζει τα σχετικά περιορισμένα κέρδη του χαλιφάτου κατά τον Β΄ Αραβοχαζαρικό Πόλεμο, ιδιαίτερα σε σχέση με τα μέσα που διατέθηκαν: ο ουσιαστικός αραβικός έλεγχος περιοριζόταν στις πεδιάδες και την ακτή της Κασπίας, ενώ οι κατακτημένες περιοχές ήταν υπερβολικά φτωχές για να αποζημιώσουν τη Δαμασκό για το κόστος του πολέμου. Ακόμα πιο σημαντικό επακόλουθο ήταν η περαιτέρω αποδυνάμωση του στρατού της Συρίας και της Τζαζίρα, του κυρίου στηρίγματος της δυναστείας, τόσο λόγω φθοράς - η ήττα στο Αρνταμπίλ ήταν ή πρώτη φορά που ένας συριακός στρατός είχε υποστεί τέτοια καταστροφή - όσο και λόγω της ανάγκης διατήρησης μιας ισχυρής φρουράς στο Ντερμπέντ.[100] Η αφαίμαξη του συριακού στρατού με την διασπορά του στα διάφορα απομακρυσμένα μέτωπα του χαλιφάτου επρόκειτο να γίνει ο μείζων παράγοντας στην τελική πτώση της δυναστείας των Ομεϋαδών κατά τον εμφύλιο της δεκαετίας του 740 και την επακόλουθη Επανάσταση των Αββασιδών.[101]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. Albrecht, Sarah (2016). «Dār al-Islām and dār al-ḥarb». Στο: Fleet, Kate; Krämer, Gudrun; Matringe, Denis και άλλοι, επιμ (στα αγγλικά). Encyclopaedia of Islam, THREE. Brill Online. https://dx.doi.org/10.1163/1573-3912_ei3_COM_25867.  και την εκεί αναφερόμενη βιβλιογραφία.
  2. Αυτή είναι η παραδοσιακά αποδεκτή χρονολογία, που αμφισβητείται από πιο πρόσφατες έρευνες που τοποθετούν την υιοθέτηση του Ιουδαϊσμού από τους Χαζάρους τον Θ΄ αιώνα, βλ. Brook 2006, σελίδες 106–114.
  3. Οι αραβικές πηγές αναφέρουν εκστρατείες με σκοπό την εξασφάλιση φόρου υποτέλειας (υπό τη μορφή σκλάβων και ετησίων φορτίων σιτηρών για το Ντερμπέντ) καθώς και την επιβολή υποχρέωσης στρατιωτικής συμπαράστασης, κατά των ηγεμονιών Σαρίρ, Γούμιk, Χίρατζ ή Χίζατζ, Τουμάν, Ζιρίκαραν, Χαμζίν, Σιντάν (αλλιώς Σουγντάν ή Μασντάρ), Λαϋζάν ή αλ-Λακζ, Ταμπαρσαράν, Σαρουάν, και Φιλάν.[94]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Blankinship 1994, σελ. 106.
  2. Dunlop 1954, σελίδες 41, 58.
  3. 3,0 3,1 Brook 2006, σελίδες 126–127.
  4. 4,0 4,1 Mako 2010, σελίδες 50–53.
  5. Mako 2010, σελίδες 50–51.
  6. 6,0 6,1 6,2 Brook 2006, σελ. 126.
  7. 7,0 7,1 7,2 Kemper 2013.
  8. Brook 2006, σελίδες 7–8.
  9. Mako 2010, σελ. 52.
  10. Mako 2010, σελίδες 52–53.
  11. Wasserstein 2007, σελίδες 374–375.
  12. 12,0 12,1 12,2 12,3 12,4 Barthold & Golden 1978, σελ. 1173.
  13. Blankinship 1994, σελ. 126.
  14. Kennedy 2001, σελίδες 23–25.
  15. Blankinship 1994, σελ. 108.
  16. Blankinship 1994, σελίδες 108–109.
  17. Lilie 1976, σελ. 157.
  18. Blankinship 1994, σελ. 107.
  19. 19,0 19,1 Blankinship 1994, σελ. 109.
  20. Wasserstein 2007, σελίδες 377–378.
  21. Mako 2010, σελίδες 49–50.
  22. Wasserstein 2007, σελίδες 378–379.
  23. Blankinship 1994, σελίδες 149–154.
  24. Lilie 1976, σελίδες 157–160.
  25. Mako 2010, σελίδες 48–49.
  26. Brook 2006, σελίδες 133–135.
  27. 27,0 27,1 Lilie 1976, σελ. 54.
  28. 28,0 28,1 Gocheleishvili 2014.
  29. Dunlop 1954, σελίδες 47–49.
  30. Dunlop 1954, σελίδες 50–51.
  31. Dunlop 1954, σελίδες 51–54.
  32. Dunlop 1954, σελίδες 55–57.
  33. Wasserstein 2007, σελ. 375.
  34. Mako 2010, σελ. 45.
  35. Dunlop 1954, σελίδες 59–60.
  36. 36,0 36,1 Cobb 2011, σελ. 236.
  37. Dunlop 1954, σελ. 60.
  38. 38,0 38,1 38,2 38,3 38,4 38,5 Brook 2006, σελ. 127.
  39. Dunlop 1954, σελίδες 60–61.
  40. Blankinship 1994, σελίδες 121–122.
  41. Dunlop 1954, σελίδες 61–62.
  42. 42,0 42,1 42,2 42,3 42,4 Blankinship 1994, σελ. 122.
  43. Dunlop 1954, σελίδες 62–63.
  44. Dunlop 1954, σελίδες 63–64.
  45. Dunlop 1954, σελίδες 64–65.
  46. Dunlop 1954, σελίδες 65–66.
  47. 47,0 47,1 47,2 Dunlop 1954, σελ. 66.
  48. Blankinship 1994, σελίδες 122–123.
  49. Blankinship 1994, σελ. 123.
  50. 50,0 50,1 50,2 Dunlop 1954, σελ. 67.
  51. Blankinship 1994, σελίδες 123–124.
  52. 52,0 52,1 Blankinship 1994, σελ. 124.
  53. Dunlop 1954, σελίδες 67–68.
  54. 54,0 54,1 Dunlop 1954, σελ. 68.
  55. Blankinship 1994, σελίδες 124–125.
  56. Blankinship 1994, σελίδες 125, 149.
  57. Dunlop 1954, σελίδες 68–71.
  58. Blankinship 1994, σελίδες 149–150.
  59. Brook 2006, σελίδες 127–128.
  60. Blankinship 1994, σελ. 150.
  61. Brook 2006, σελ. 128.
  62. Dunlop 1954, σελίδες 70–71.
  63. Dunlop 1954, σελίδες 71–73.
  64. Blankinship 1994, σελίδες 150–151.
  65. Dunlop 1954, σελίδες 74–76.
  66. Blankinship 1994, σελ. 151.
  67. Dunlop 1954, σελίδες 76–79.
  68. Blankinship 1994, σελίδες 151–152.
  69. Blankinship 1994, σελ. 152.
  70. Dunlop 1954, σελίδες 79–80.
  71. Blankinship 1994, σελίδες 152–153.
  72. 72,0 72,1 72,2 Dunlop 1954, σελ. 80.
  73. Blankinship 1994, σελ. 153.
  74. 74,0 74,1 Cobb 2011, σελ. 237.
  75. Blankinship 1994, σελίδες 153–154.
  76. Lilie 1976, σελίδες 157–158.
  77. Blankinship 1994, σελίδες 170–171.
  78. 78,0 78,1 Blankinship 1994, σελ. 171.
  79. Dunlop 1954, σελίδες 80–81.
  80. 80,0 80,1 Blankinship 1994, σελίδες 171–172.
  81. 81,0 81,1 Dunlop 1954, σελ. 81.
  82. 82,0 82,1 82,2 Blankinship 1994, σελ. 172.
  83. Dunlop 1954, σελίδες 81–82.
  84. Dunlop 1954, σελίδες 82–83.
  85. Blankinship 1994, σελίδες 172–173.
  86. Brook 2006, σελ. 21.
  87. Dunlop 1954, σελίδες 83–84.
  88. 88,0 88,1 Blankinship 1994, σελ. 173.
  89. Dunlop 1954, σελ. 84.
  90. 90,0 90,1 90,2 Barthold & Golden 1978, σελ. 1174.
  91. 91,0 91,1 Blankinship 1994, σελ. 174.
  92. Brook 2006, σελ. 179.
  93. Blankinship 1994, σελίδες 173–174.
  94. Blankinship 1994, σελίδες 174–175, 331–332 (σημ. 36–47).
  95. Dunlop 1954, σελίδες 85, 86–87.
  96. Blankinship 1994, σελίδες 174–175.
  97. 97,0 97,1 Blankinship 1994, σελ. 175.
  98. Dunlop 1954, σελίδες 86–87.
  99. Dunlop 1954, σελίδες 46–47, 87.
  100. Blankinship 1994, σελίδες 175, 231.
  101. Blankinship 1994, σελίδες 223–225, 230–236.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Arab–Khazar wars της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).