Ανώτατο Δικαστήριο της Εσθονίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Το Ανώτατο Δικαστήριο της Εσθονίας (εσθονικά: Riigikohus) είναι το ανώτατο δικαστήριο της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης της Εσθονίας. Αποτελεί τόσο ακυρωτικό δικαστήριο όσο και συνταγματικό δικαστήριο. Η έδρα του δικαστηρίου βρίσκεται στο Τάρτου.[1]

Αίθουσες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενική Συνέλευση του Δικαστηρίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Γενική Συνέλευση (Üldkogu) είναι το ανώτατο όργανο του Δικαστηρίου και αποτελείται από τους 19 δικαστές του.[2] Οποιαδήποτε απόφαση ψηφίζεται με το σύστημα της απλής πλειοψηφίας. Σε περίπτωση ισοψηφίας, ο Ανώτατος Δικαστής μπορεί να κρίνει την τελική έκβαση. Για να είναι το Δικαστήριο σε θέση να λαμβάνει αποφάσεις, πρέπει να παρίστανται τουλάχιστον 11 από τους δικαστές.

Μόνο η Γενική Συνέλευση έχει την εξουσία να προτείνει διορισμούς και απολύσεις κατώτερων δικαστών, να αποφασίζει για πειθαρχικές καταγγελίες κατά δικαστών και να υιοθετεί δηλώσεις ανικανότητας μελών του κοινοβουλίου, του Προέδρου της Εσθονίας, του Καγκελάριου της Δικαιοσύνης ή του Γενικού Ελεγκτή.[3]

Μια υπόθεση μπορεί να παραπεμφθεί στη Γενική Συνέλευση από οποιοδήποτε από τα κατώτερα τμήματα του Δικαστηρίου, ενώ όλες οι αποφάσεις που λαμβάνονται από την επιτροπή της Συνέλευσης είναι δεσμευτικές για τα κατώτερα τμήματα.[3] Το 2012, για παράδειγμα, η Γενική Συνέλευση αποφάσισε σχετικά με τη νομιμότητα του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας. Η υπόθεση παραπέμφθηκε στην Συνέλευση από το Τμήμα Συνταγματικής Αναθεώρησης, λόγω του δημόσιου και αμφιλεγόμενου χαρακτήρα της.[4]

Μικτή Συνέλευση (ad hoc)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μικτή Συνέλευση (Erikogu) καλείται να επιλύσει διαφορές μεταξύ τμημάτων του δικαστηρίου, σχετικά με την ερμηνεία της νομοθεσίας, και να αποφασίσει επί των ενδοδικαστικών διαφορών δικαιοδοσίας. Η Συνέλευση συγκαλείται και προεδρεύεται από τον Προϊστάμενο επί της Δικαιοσύνης και περιλαμβάνει δύο Δικαστές από όλα τα σχετικά τακτικά δικαστήρια (Αστικά, Ποινικά και Διοικητικά). Οι αποφάσεις της Συνέλευσης είναι δεσμευτικές για τα κατώτερα σώματα, εκτός αν έχουν απορριφθεί από τη Γενική Συνέλευση.[5]

Συνταγματικό Τμήμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Τμήμα Συνταγματικής Αναθεώρησης (Põhiseaduslikkuse järelevalve kolleegium) εκτελεί το ρόλο του συνταγματικού δικαστηρίου στο εσθονικό νομικό σύστημα. Ο Ανώτατος Δικαστής του Δικαστηρίου είναι αυτεπάγγελτος πρόεδρος του Τμήματος Συνταγματικής Αναθεώρησης. Το Τμήμα Συνταγματικής Αναθεώρησης αποτελείται από τον Ανώτατο Δικαστή και οκτώ Δικαστές, οι οποίοι εκπροσωπούν όλα τα κατώτερα δικαστικά σώματα. Κάθε χρόνο, δύο από τα ανώτερα μέλη του Τμήματος απαλλάσσονται από τα καθήκοντά τους και δύο νέα εκλέγονται από τη Γενική Συνέλευση. Το Τμήμα Συνταγματικής Αναθεώρησης μπορεί να αποφανθεί για οποιαδήποτε νομοθεσία καταγγελθεί ως αντισυνταγματική και μπορεί να συμβουλεύσει το κοινοβούλιο για τη συνταγματικότητα οποιουδήποτε προτεινόμενου σχεδίου νόμου.[6]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Supreme Court of Estonia https://www.riigikohus.ee/en/supreme-court-estonia Αρχειοθετήθηκε 2019-06-22 στο Wayback Machine.
  2. «Αρχειοθετημένο αντίγραφο». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 6 Φεβρουαρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 15 Απριλίου 2020. 
  3. 3,0 3,1 «Riigikohus: Üldkogu». Supreme Court of Estonia. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 13 Δεκεμβρίου 2013. Ανακτήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 2013. 
  4. Application by the Chancellor of Justice to declare Article 4, section 4 of the Treaty Establishing the ESM unconstitutional (2012) 3-4-1-6-12 - Judgement Αρχειοθετήθηκε 2017-06-17 στο Wayback Machine.; Recording of the Trial
  5. «Riigkohus: Erikogu». Supreme Court of Estonia. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 13 Δεκεμβρίου 2013. Ανακτήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 2013. 
  6. «Supreme Court of Estonia» (PDF) (στα Εσθονικά). Supreme Court of Estonia. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 13 Δεκεμβρίου 2013. Ανακτήθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 2013.