Αντισταθμιστική επιμήκυνση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η αντισταθμιστική επιμήκυνση στη φωνολογία και την ιστορική γλωσσολογία είναι η επιμήκυνση ενός ήχου φωνήεντος που συμβαίνει μετά την απώλεια ενός ακόλουθου συμφώνου, συνήθως στην έξοδο συλλαβής, ή ενός φωνήεντος σε παρακείμενη συλλαβή. Η επιμήκυνση που προκαλείται από την απώλεια του συμφώνου μπορεί να θεωρηθεί ως ακραία μορφή συγχώνευσης (Κρόουλι 1997:46). Και οι δύο τύποι μπορεί να προκύψουν από τις προσπάθειες των ομιλητών να διατηρήσουν τη μοραϊκή τιμή μιας λέξης.[1]

Αρχαία ελληνικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα είδος μορφών αντισταθμιστικής επιμήκυνσης περιλαμβάνεται στον ενικό ονομαστικής και τη δοτική πληθυντικού πολλών μετοχών, επιθέτων και ουσιαστικών, στις καταλήξεις του ενεστώτα και του ενεργητικού μέλλοντα όλων των ρημάτων του 3ου προσώπου του πληθυντικού, και στον ενεστώτα των αθεματικών ρημάτων του 3ου προσώπου του ενικού στα αρχαία ελληνικά:

  • *πάντ-ς → πᾶς (αρσενικό ονομαστικής ενικού)[2]
  • *πάντ-ι̯ᾰ → *πάντσα → πᾶσα (θηλυκό)
  • *πάντ-σι → πᾶσι (αρσενικό/ουδέτερο δοτικής πληθυντικού)
  • σύγκριση παντ-ός (αρσ./ουδ. γενική ενικού)
  • *όντ-ι̯ᾰ → *όντσα → οὖσα μετοχή (θηλυκό ονομαστικής ενικού)[3]
  • *οντ-ίᾱ → *ονσία → οὐσία
  • σύγκριση ὀντ-ός (αρσ./ουδ. γενικής ενικού, της μετοχής ὤν)
  • Δωρικό ἄγ-ο-ντι → ἄγοντσι → Αττικό/Ιωνικό ἄγουσι
  • Δωρικό φα-ντί → *φαντσί → Αττικό/Ιωνικό φᾱσί[4]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Hayes, Bruce (1989). «Compensatory Lengthening in Moraic Phonology». Linguistic Inquiry (The Massachusetts Institute of Technology) 20 (2): 253–306. 
  2. Smyth, par. 299: adjs. in nt.
  3. Smyth, par. 301 a and d: participles in nt.
  4. Smyth, par. 462 note: Doric athematic verb endings.