Αντίστροφη μηχανική

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αντίστροφη μηχανική, ή ανάστροφη μηχανική (αγγλ.: reverse engineering) είναι η διαδικασία ή μέθοδος[1][2], διά της οποίας επιχειρείται προσπάθεια ανάγνωσης και ανακάλυψης των τεχνικών χαρακτηριστικών µίας συσκευής, ενός προϊόντος, ή ακόμη και ενός συστήματος, αναλύοντας τα επιμέρους στοιχεία του, όπως π.χ. τη δομή, τη λειτουργία του ή την απόκρισή του ως διάταξη[3][4].

Εφαρμογές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σήμερα η μηχανική αυτή βρίσκει εφαρμογές στη μηχανική των υπολογιστών, τη μηχανολογία, την ηλεκτρονική μηχανική, τη χημική μηχανική, και τη βιολογία συστημάτων.[5]

Φιλοσοφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τεχνική αυτή χρησιμοποιείται ορισμένες φορές για να κατασκευαστεί ένα προϊόν αντίστοιχο αυτού που ήδη υπάρχει, αλλά δε διαθέτουμε επαρκή στοιχεία και άλλες φορές για να συμπληρώσουμε τις γνώσεις µας µε στόχο την επέκταση αυτού του προϊόντος. Ο τελικός στόχος είναι να εξάγουμε συμπεράσματα, που δεν θα απαιτούν επιπλέον μελέτη του υλικού για να προχωρήσουμε σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια που συνδέεται µε αυτό.

Η αρχή της αντίστροφης μηχανικής εμφανίζεται στις αρχές της δεκαετίας του 2010, όταν και εμφανίστηκε η ανάγκη κατανόησης της ραγδαία αναπτυσσόμενης τεχνολογίας τόσο για τις συσκευές όσο και τα προϊόντα, που είχαν υλοποιηθεί.[6]

Απώτερος στόχος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο απώτερος στόχος είναι η παροχή τεχνογνωσίας στην κατασκευαστική και την παραγωγική βιομηχανία για τη δραστική βελτίωση αλλά και αναβάθμιση των υπαρχόντων υλικών και την παροχή καινοτομικών, που θα μπορούν να υπερτερούν ποιοτικά έναντι αυτών, που βρίσκονται ήδη σε κυκλοφορία. Φυσικά ο επόμενες διαδικασίες, που αφορούν πολλά και διαφορετικά στοιχεία της παραγωγής, της συναρμολόγησης, των πωλήσεων, της προώθησης, μένουν ως έχουν.

Η αντίστροφη μηχανική ως σχεδιαστικό µέσο, εμφανίστηκε αρχικά στην Ιαπωνία, και εισήχθη κυρίως για την αντιγραφή προϊόντων. Αρχικά αντιμετωπίστηκε ιδιαιτέρως αρνητικά τόσο από τις επιχειρήσεις παραγωγής και όσο και από τις εταιρείες εμπορίας. Μάλιστα το κοινό, δεν αναγνώριζε κανένα δείγμα καινοτομίας ανάπτυξης ή πρωτοτυπίας. Όπως ήταν αναμενόμενο, έμεινε ως ένα δείγμα έλλειψης πρωτότυπων ιδεών, καθώς και στασιμότητας που είχε επέλθει στην τεχνολογία σχεδιασμού (design) και υλοποίησης προϊόντων (product manufacturing).

Αναλυτική διαδικασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διαδικασία επανασχεδιασμού θα πρέπει σε πρώτη φάση να ελεγχθεί το προϊόν σε εργαστηριακές συνθήκες, όπως ήταν εκείνες -τότε στο παρελθόν- όταν και σχεδιάστηκε. Η αποσυναρμολόγηση του θεωρείται αναγκαία, ώστε να μελετηθεί αρχικά μακροσκοπικά και οπτικά για τα επιμέρους στοιχεία που το συγκροτούν. Σε αυτό το στάδιο µπορεί να μελετηθεί η δομή του προϊόντος όπως και ο τρόπος µε τον οποίο συνυπάρχουν και λειτουργούν όλα τα επιμέρους τμήματα του.

Με τον τρόπο αυτό επιχειρείται κατανόηση για τον τρόπο λειτουργίας του και έπεται στη συνέχεια η αρχική σχεδίαση ενός παρόμοιου µε βάση τόσο φυσικά επιμέρους χαρακτηριστικά, όσο και ιδιότητες. Αυτό λαμβάνει χώρα τόσο σε επίπεδο υποσυστήματος (δηλ. προσαρμοστικό), είτε διαφορετικά σε επίπεδο εξαρτήματος (δηλ. διαφοροποίηση).

Επιμέρους στάδια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διαδικασία της αντίστροφης μηχανικής περιλαμβάνει τρία (3) στάδια:

  • Το στάδιο της σάρωσης (scanning)
  • Το στάδιο της επεξεργασίας σημείων (point processing)
  • Το στάδιο της γεωμετρικής ανάπτυξης του μοντέλου (geometric model development)

Η όλη στρατηγική της αντίστροφης μηχανικής πρέπει να λαμβάνει υπόψη της: τον αριθμό υποσυστημάτων που θα σαρωθούν (ένα ή πολλά), το μέγεθος του υποσυστήματος (μεγάλο – μικρό), την πολυπλοκότητα του υποσυστήματος, το υλικό του υποσυστήματος (μαλακό ‐ σκληρό), το φινίρισμα του υποσυστήματος (στιλπνό – θαμπό), τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά του υποσυστήματος (εσωτερικό – εξωτερικό μέρος), και την ακρίβεια που απαιτείται (γραμμική – ογκομετρική).

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διαβάστε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]