Ανοσοσφαιρίνη Δ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

H ανοσοσφαιρίνη Δ (IgD) είναι μία από τις πέντε κύριες τάξεις ανοσοσφαιρινών (οι υπόλοιπες είναι οι: ανοσοσφαιρίνη Γ (IgG), ανοσοσφαιρίνη Α (IgA), ανοσοσφαιρίνη Μ (IgM), και ανοσοσφαιρίνη Ε (IgE). Όπως όλες οι ανοσοσφαιρίνες έτσι και η IgD συμμετέχει στην άμυνα του οργανισμού και παράγονται ως απάντηση σε ένα ερέθισμα από ξένο αντιγόνο. Παράγεται από τα πλασματοκύτταρα και εκκρίνεται στο αίμα και στα υγρά των ιστών. Ηλεκτροφορητικά η IgD όπως και όλες οι ανοσοσφαιρίνες κινείται ηλεκτροφορητικά στην περιοχή των γ-β-α2 σφαιρινών.[1][2][3]

Δομή IgD[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συγκεκριμένα η δομή της ΙgD έχει τα ίδια κοινά δομικά χαρακτηριστικά με τις IgG και IgE διότι το μόριο της είναι μονομερές και συμμετρικό. Συγκροτείται από 2 βαριές αλυσίδες (H) και 2 όμοιες ελαφριές πολυπεπτιδικές (L [κ και λ]) που συνδέονται μεταξύ τους με δισουλφιδικούς δεσμούς (S-S) που σταθεροποιούν την δομή τους με μη ομοιοπολικές αλληλεπιδράσεις. Κάθε ελαφρά αλυσίδα συνδέεται με μια από τις βαριές και τα εναπομένοντα τμήματα των δύο βαριών αλυσίδων που συνδέονται μεταξύ τους έτσι, ώστε να σχηματίζεται ένα συμμετρικό μόριο τεσσάρων αλυσίδων (H2L2). Ένα συγκεκριμένο μόριο ανοσοσφαιρίνης περιέχει 2κ ή 2λ και ποτέ και τις δύο ταυτόχρονα. Κάθε μια από τις αλυσίδες H και L των ανοσοσφαιρίνων αποτελείται από δύο ημιμόρια, ένα αρχικό τμήμα με μεταβλητή ακολουθία στα αμινοξέα, το οποίο εμφανίζει μεγάλη ποικιλομορφία μεταξύ των διαφόρων ανοσοσφαιρίνων και ένα τελικό τμήμα (περιοχή C) με σταθερή ακολουθία στα αμινοξέα το οποίο καθορίζει την τάξη της ανοσοσφαιρίνης και αποτελεί και το κύριο μέρος του μορίου. Το τμήμα του αντισώματος (περιοχή V) που είναι μεταβλητό στη συχνότητα των αμινοξέων επιτρέπει στο αντίσωμα να προσαρμόζεται ειδικά στο αντιγόνο που επιδρά κάθε φορά. Πρωτεολυτικά ένζυμα διασπούν τα αντισώματα σε καθορισμένες θέσεις. Συγκεκριμένα η διάσπαση γίνεται με υδρόλυση, η οποία διασπά το αντίσωμα σε 3 τμήματα εκ των οποίων τα 2 από τα 3 (ονομάζονται τμήματα Fab) που είναι εντελώς όμοια συντελούν στην αναγνώριση και τη σύνδεση με το αντιγόνο. Το τρίτο άλλο τμήμα έχει την ιδιότητα με κατάλληλες συνθήκες να κρυσταλλώνεται και γι’ αυτό ονομάζεται τμήμα Fc. Στο τμήμα αυτό καθηλώνονται τα μακροφάγα και οι πρωτεΐνες του συμπληρώματος. Οι τελευταίες ενεργοποιούν την αντίδραση αντιγόνου-αντισώματος.[4][5]

Λειτουργία της IgD[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λειτουργία της IgD υπήρξε ανέκαθεν ένας γρίφος στην ανοσολογία από την ανακάλυψη της το 1964. Σε πρόσφατες έρευνες που έγιναν σε αρχαία σπονδυλωτά η ΙgD έχει συντηρηθεί εξελικτικά από τα ψάρια ως τον άνθρωπο λόγω των σημαντικών ανοσολογικών της λειτουργιών. Αυτή η εμφάνιση IgD σε είδη με προσαρμοστικό ανοσοποιητικό σύστημα και επίσης η ύπαρξη της σε λεμφοκύτταρα του ομφάλιου λώρου μας αποδεικνύουν ότι πρόκειται για μία πρωτογενή ανοσοσφαιρίνη η αργότερα εξελίχτηκε σε πιο πολύπλοκες δομές πιθανότατα σε IgM.[6] Η IgD αποτελεί το 1% περίπου των πρωτεϊνών στις πλασματικές μεμβράνες των ώριμων Β λεμφοκυττάρων και συνήθως συνεκφράζεται με την ανοσοσφαιρίνη IgM. Λειτουργεί ως υποδοχέας αντιγόνου για τον έλεγχο της ενεργοποίησης των λεμφοκυττάρων και την καταστολή. Η εκκρινόμενη IgD παράγεται ως ένα μονομερές αντίσωμα που αποτελείται από 2 βαριές αλυσίδες της δέλτα (δ) τάξης και 2 ελαφριές αλυσίδες. Στο πλάσμα του αίματος κυκλοφορεί σε πολύ μικρές ποσότητες. Η IgD ενεργοποιεί τα Β κύτταρα του ανοσιακού συστήματος τα οποία μόλις ενεργοποιηθούν είναι έτοιμα να λάβουν μέρος στην άμυνα του οργανισμού. Κατά την διάρκεια της διαφοροποίησης των Β κυττάρων η IgM είναι ο αποκλειστικός ισότυπος που εκφράζεται από άωρα κύτταρα Β. Η IgD εκφράζεται όταν τα Β λεμφοκύτταρα εξέρχονται από το μυελό των οστών για τη συμπλήρωση περιφερικών λεμφοειδών ιστών. Όταν ένα κύτταρο Β φθάνει στην ώριμη κατάσταση του συνεκφράζει τόσο IgD όσο και IgM, αν και δεν είναι ακόμη πλήρως κατανοητό ποιες είναι οι διαφορές στη δράση των IgM και IgD στη λειτουργία των Β κυττάρων. Έχει παρατηρηθεί ότι ποντίκια τα οποία έχουν τροποποιηθεί γενετικά έτσι ώστε να μην παράγουν IgD δεν έχουν σημαντικά εγγενή ελαττώματα Β κυττάρων. Η IgD συνδέεται σε βασεόφιλα και μαστοκύτταρα τα οποία ενεργοποιεί να παράγουν αντιμικροβιακούς παράγοντες. Διεγείρει επίσης τα βασεόφιλα για να ελευθερώσουν ομοιοστατικούς παράγοντες των Β κυττάρων.

Σύνδρομα και ασθένειες που σχετίζονται με την IgD[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύνδρομα και ασθένειες που σχετίζονται με την IgD Η αυξημένη IgD μπορεί να αποτελεί δείκτη χρόνιας φλεγμονής και έχει βρεθεί σε ασθενείς με φλεγμονώδη νοσήματα όπως ο οικογενής μεσογειακός πυρετός, η νόσος Bechet’s και το σύνδρομα PFAMA και HIDS (σύνδρομο αυξημένης IgD). Το σύνδρομο της IgD είναι μια σπάνια διαταραχή η οποία ανήκει στον Οικογενή Μεσογειακό Πυρετό και χαρακτηρίζεται από συγκέντρωση IgD άνω του > 100 U/ml σε διαδοχικές μετρήσεις που απέχουν τουλάχιστον ένα μήνα. Η τιμή της IgD μπορεί να είναι φυσιολογική στους ασθενείς ηλικίας κάτω των τριών ετών παρόλο που εμφανίζεται σε αυτούς συχνότερα. Φυσιολογική τιμή της IgD έχει επίσης αναφερθεί σε ασθενή με τυπική κλινική προβολή και θετικό οικογενειακό ιστορικό.[7][8] Αυξημένη IgD παρατηρείται επίσης σε:

Χημικές ιδιότητες ανοσοσφαιρίνης D[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βαριές αλυσίδες δ
Ελαφριές αλυσίδες κ ή λ
Μοριακός τύπος IgD (κ): 2δ2κ ή IgD(λ): 2δ2λ
Μονάδες ανά μόριο 1
Μοριακό βάρος βαρέων αλυσίδων (Daltons) 62.000
Μοριακό βάρος ελαφρών αλυσίδων (Daltons) 23.000
Συντελεστής καθίζησης (S20W) 6,9-7,0
Μοριακό βάρος (Daltons) 17.7000-18.5000
Συγκέντρωση σε ορό ενηλίκων (mg/dL) 0,03
Ποσοστό ολικών ανοσοσφαιρίνων (%) 1
Ενδοαγγειακή κατανομή (%) 75
Ημιζωή στον ορό (ημέρες) 2,8
Σθένος δέσμευσης αντιγόνου 2

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Μαυρίδου - Τσόχα. Επίτομη Γενική Μικροβιολογία Τόμος Ι. Εκδόσεις Λύχνος 200,1 ISBN 960-7097-74-2
  2. Thompson & Thompson R.L. Nussboum, R.R Mclnnes, H.F Willard. Ιατρική Γενετική. 7η Αγγλική Έκδοση, 2η Ελληνική Έκδοση 2011. ISBN 978-960-489-062-0
  3. Γερμενής Α. Ιατρική ανοσολογία. Εκδόσεις Παπαζήση 2000.Αθήνα, ISBN 960-02-1397-6
  4. Πάγκαλης Γ.: Αιματολογία στη κλινική πράξη. Εκδόσεις Π.Χ. Πασχαλίδης ΕΠΕ, Αθήνα 2008, ISBN 978-960-399-776-4
  5. Διονυσίου-Αστερίου Α., Τρούγκος Κ. Βιοχημεία στην Ιατρική. Ιατρικές Εκδόσεις Π.Χ. Πασχαλίδης 2006, ISBN 960-399-458-8
  6. http://www.sciencedirect.com
  7. http://www.iatrikionline.gr
  8. http://www.paediatriki.gr/data/issue3/douros.pdf