Ανελίζε Μίχελ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Άννα Ελίζαμπεθ Μίχελ
Ανελίζε Μίχελ.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Anna Elisabeth Michel (Γερμανικά)
Γέννηση21 Σεπτεμβρίου 1952
Λίμπλινγκ, Βαυαρία, Δυτική Γερμανία
Θάνατος1 Ιουλίου 1976
Klingenberg am Main[1][2][3]
Αιτία θανάτουΥποσιτισμός
ΕθνικότηταΓερμανοί
Χώρα πολιτογράφησηςΔυτική Γερμανία
ΘρησκείαΚαθολικισμός
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΓερμανικά
ΣπουδέςGymnasium
Πανεπιστήμιο του Βύρτσμπουργκ
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταφοιτήτρια
Γνωστός γιαΥποτειθέμενη δαιμονική κατοχή, θάνατος μετά από εξορκισμό
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Η Άννα Ελίζαμπεθ "Ανελίζε" Μίχελ (αγγλικά: Anna Elisabeth "Anneliese" Michel, 21 Σεπτεμβρίου 1952 - 1 Ιουλίου 1976) ήταν μια γυναίκα γερμανικής καταγωγής που υπέστη 67 καθολικές τελετές εξορκισμού κατά τη διάρκεια ενός έτους πριν από το θάνατό της. Πέθανε από υποσιτισμό, για τον οποίο οι γονείς και ο ιερέας που την ανέλαβε καταδικάστηκαν για αμέλεια ανθρωποκτονίας. Διαγνώστηκε με επιληπτική ψύχωση (επιληψία κροταφικού λοβού) και είχε ιστορικό ψυχιατρικής θεραπείας, το οποίο δεν απέφερε αποτελέσματα. [4]

Όταν η Μίχελ ήταν 16 ετών, βίωσε μια επιληπτική κρίση και διαγνώστηκε με ψύχωση που προκλήθηκε από επιληψία κροταφικού λοβού. Λίγο αργότερα, διαγνώστηκε με κατάθλιψη και υποβλήθηκε σε θεραπεία από ψυχιατρικό νοσοκομείο. Όταν ήταν 20 ετών, της προκαλούσαν δυσφορία διάφορα θρησκευτικά αντικείμενα και άρχισε να ακούει φωνές. Η κατάστασή της επιδεινώθηκε παρά τη φαρμακευτική της αγωγή και είχε αυτοκτονικές τάσεις, εμφανίζοντας επίσης κι άλλα συμπτώματα, για τα οποία πήρε επίσης φάρμακα. Αφού έλαβε ψυχιατρικά φάρμακα για πέντε χρόνια και δεν μπόρεσε να βελτιώσει τα συμπτώματά της, η Μίχελ και η οικογένειά της πείστηκαν ότι καταλήφθηκε από κάποιου είδους δαίμονα. [5] [6] Ως αποτέλεσμα, η οικογένειά της ζήτησε από την Καθολική Εκκλησία την άδεια για εξορκισμό. Ενώ το αίτημα τους αρχικά απορρίφθηκε, μετά από πολύ δισταγμό, δύο ιερείς πήραν άδεια από τον τοπικό επίσκοπο το 1975. [6] Οι ιερείς άρχισαν να πραγματοποιούν εξορκισμούς και οι γονείς κάποια στιγμή τους σταμάτησαν για να συμβουλευτούν τους γιατρούς. Η Ανελίζε Μίχελ σταμάτησε να τρώει φαγητό και πέθανε λόγω υποσιτισμού και αφυδάτωσης μετά από 67 συνεδρίες εξορκισμού. [7] Οι γονείς της Μίχελ και οι δύο Ρωμαιοκαθολικοί ιερείς κρίθηκαν ένοχοι για αμέλεια ανθρωποκτονίας και καταδικάστηκαν σε έξι μήνες φυλάκισης, καθώς πλήρωσαν και πρόστιμο.

Πολλές ταινίες βασίστηκαν στην ιστορία της, μεταξύ των οποίων η ταινία του 2005 Ο εξορκισμός της Έμιλυ Ρόουζ και η βραβευμένη ταινία Requiem του 2006, καθώς και η ταινία του 2011 Anneliese: The Exorcist Tapes.

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε ως Άννα Ελίζαμπεθ Μίχελ [8] [9] στις 21 Σεπτεμβρίου 1952 στο Λίμπλινγκ, στη Βαυαρία της Δυτικής Γερμανίας, από μια Ρωμαιοκαθολική οικογένεια. Η Μίχελ μεγάλωσε μαζί με τα δύο αδέρφια της, τον Γιόζεφ και την Άννα. Ήταν θρησκευόμενη και πήγαινε στη λειτουργία δύο φορές την εβδομάδα. Όταν ήταν δεκαέξι, υπέστη σοβαρούς σπασμούς και διαγνώστηκε με επιληψία κροταφικού λοβού. Το 1973, η Μίχελ εντάχθηκε στο Πανεπιστήμιο του Βίρτσμπουργκ. Οι συμμαθητές της την περιέγραψαν αργότερα ως «μοναχική και πολύ θρησκευόμενη». [10] [11] [12]

Ψυχιατρική θεραπεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Ιούνιο του 1970, η Μίχελ υπέστη μία τρίτη επιληπτική κρίση στο ψυχιατρικό νοσοκομείο όπου έμενε. Για πρώτη φορά της δόθηκαν φάρμακα κατά των σπασμών, συμπεριλαμβανομένου του Dilantin, τα οποία όμως δεν ανακούφισαν το πρόβλημα. Άρχισε να ισχυρίζεται ότι βλέπει "πρόσωπα διαβόλων" σε διάφορες ώρες της ημέρας. [10] Τον ίδιο μήνα, της χορηγήθηκε ένα άλλο φάρμακο, το Aolept, το οποίο είναι παρόμοιο με τη χλωροπρομαζίνη και χρησιμοποιείται για τη θεραπεία διαφόρων ψυχώσεων, όπως η σχιζοφρένεια, η διαταραγμένη συμπεριφορά και οι παραισθήσεις. [11] Μέχρι το 1973, υπέφερε από κατάθλιψη και άρχισε να παραληρεί ενώ προσευχόταν, ενώ διαμαρτυρήθηκε για το ότι άκουγε φωνές που της έλεγαν ότι ήταν «καταραμένη» και ότι «θα σαπίσει στην κόλαση». [13] Η θεραπεία της Μίχελ σε ψυχιατρικό νοσοκομείο δεν βελτίωσε την υγεία της και η κατάθλιψή της επιδεινώθηκε. Η μακροχρόνια θεραπεία δεν βοήθησε και η Μίχελ απογοητευόταν όλο και περισσότερο με τις ιατρικές παρεμβάσεις, αφού έπαιρνε φάρμακα για πέντε χρόνια. [6] [5] Η Μίχελ άρχισε να νιώθει δυσφορία σε διάφορα χριστιανικά ιερά μέρη και απέναντι σε χριστιανικά αντικείμενα, όπως ο σταυρός. [10]

Η Μίχελ πήγε στην εκκλησία San Damiano της Ιταλίας με έναν φίλο της οικογένειας που οργάνωνε τακτικά χριστιανικά προσκυνήματα. [14] [15] Ο συνοδός της κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπέφερε από δαιμονική κατοχή επειδή δεν μπόρεσε να περπατήσει πέρα από έναν σταυρό και αρνήθηκε να πιει το νερό μιας χριστιανικής ιερής πηγής.

Η Μίχελ, η οικογένειά της, καθώς και η κοινότητά της, πείστηκαν ότι είχε καταληφθεί από το πνεύμα ενός δαίμονα και συμβουλεύτηκαν αρκετούς ιερείς από τους οποίους ζήτησαν εξορκισμό. [14] [13] Οι ιερείς αρνήθηκαν, συνέστησαν τη συνέχιση της ιατρικής θεραπείας και ενημέρωσαν την οικογένεια ότι οι εξορκισμοί απαιτούσαν την άδεια του επισκόπου. Στην Καθολική Εκκλησία, η επίσημη έγκριση για εξορκισμό δίνεται όταν το άτομο πληροί αυστηρά τα καθορισμένα κριτήρια, τότε θεωρείται ότι υποφέρει από κατοχή (infestatio) και υπό δαιμονικό έλεγχο. Η έντονη δυσαρέσκεια για θρησκευτικά αντικείμενα και οι υπερφυσικές δυνάμεις είναι μερικές από τις πρώτες ενδείξεις. [12] Η Μίχελ επιδεινώθηκε και εμφάνισε επιθετικότητα, αυτοτραυματισμό, έπινε τα ούρα της και έτρωγε έντομα. Τον Νοέμβριο του 1973, η Μίχελ ξεκίνησε τη θεραπεία της με Tegretol, ένα φάρμακο για να σταθεροποιηθεί η κατάσταση της. [11] Της συνταγογραφήθηκαν αντιψυχωτικά φάρμακα κατά τη διάρκεια των θρησκευτικών τελετών και τα έπαιρνε συχνά μέχρι και λίγο πριν από το θάνατό της. [16] Παρά τη λήψη αυτών των νευροληπτικών φαρμάκων, τα συμπτώματα της Μίχελ επιδεινώθηκαν και άρχισε "να γρυλίζει, να βλέπει δαίμονες και να ρίχνει πράγματα". [4]

Εξορκισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ιερέας Ερνστ Αλτ, όταν την είδε δήλωσε ότι "δεν έμοιαζε επιληπτική" και ότι δεν την είδε να έχει επιληπτικές κρίσεις. [15] Ο Αλτ πίστευε ότι υπέφερε από δαιμονική κατοχή και προέτρεψε τον τοπικό επίσκοπο να επιτρέψει τον εξορκισμό. Σε μια επιστολή προς τον Αλτ το 1975, η Μίχελ έγραψε: "Είμαι ένα τίποτα, τα πάντα για μένα είναι μάταια. Τι πρέπει να κάνω; Πρέπει να βελτιωθώ. Προσευχηθείτε για εμένα" και επίσης του είπε μια άλλη φορά, "Θέλω να υποφέρω για άλλους άνθρωπους... αλλά αυτό είναι τόσο σκληρό ". [12] Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, ο επίσκοπος Γιόζεφ Στανγκλ παραχώρησε στον ιερέα Άρνολντ Ρενζ την άδεια για εξορκισμό, αλλά θέλησε τα πάντα να μείνουν απόρρητα. [17] Ο Ρενζ έκανε την πρώτη συνεδρία στις 24 Σεπτεμβρίου. Η Μίχελ άρχισε να μιλά όλο και περισσότερο λέγοντας: "πεθαίνω για να εξιλεώσω την δύστροπη νεολαία της εποχής και τους αποστάτες ιερείς της σύγχρονης εκκλησίας" και προς το τέλος αρνήθηκε το φαγητό. [13] Σε αυτό το σημείο, οι γονείς της σταμάτησαν να συμβουλεύονται τους γιατρούς και βασίζονταν αποκλειστικά στις τελετές εξορκισμού. [13] Συνολικά τελέστηκαν 67 συνεδρίες: μία ή δύο κάθε εβδομάδα, διάρκειας έως και τεσσάρων ωρών, πραγματοποιήθηκαν για περίπου δέκα μήνες στο διάστημα 1975-1976. [12]

Θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την 1η Ιουλίου 1976, η Μίχελ πέθανε στο σπίτι της. Η έκθεση αυτοψίας ανέφερε ότι η αιτία ήταν ο υποσιτισμός και η αφυδάτωση λόγω του ότι ήταν σε κατάσταση ημι-λιμοκτονίας για σχεδόν ένα χρόνο, ενώ γινόντουσαν οι τελετές εξορκισμού. Ζύγιζε 30 κιλά και τα γόνατα της ήταν σπασμένα. Δεν μπορούσε να κινηθεί χωρίς βοήθεια και αναφέρθηκε ότι είχε προσβληθεί από πνευμονία. [18]

Δίωξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά από έρευνα, η εισαγγελέας υποστήριξε ότι ο θάνατος της Μίχελ θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί ακόμη και μία εβδομάδα πριν τον θάνατο της. [19]

Το 1976, το κράτος κατηγόρησε τους γονείς της Μίχελ και τους ιερείς που την ανέλαβαν, Ερνστ Αλτ και Άρνολντ Ρενζ για αμέλεια ανθρωποκτονίας. [20] Τους γονείς υπερασπίστηκε ο δικηγόρος Erich Schmidt-Leichner, ο οποίος χρηματοδοτήθηκε από την Εκκλησία. [20] Το κράτος συνέστησε να μην φυλακιστεί κανένας εμπλεκόμενος κατηγορούμενος. Αντίθετα, η συνιστώμενη ποινή για τους ιερείς ήταν πρόστιμο, ενώ η εισαγγελία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι γονείς θα έπρεπε να απαλλαχθούν από την φυλάκιση, εφόσον «υπέφεραν αρκετά». [20]

Δίκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δίκη ξεκίνησε στις 30 Μαρτίου 1978 και υπήρξε αρκετό ενδιαφέρον από τα μέσα ενημέρωσης. Πριν από το δικαστήριο, οι γιατροί κατέθεσαν ότι η Μίχελ δεν ήταν δαιμονισμένη, δηλώνοντας ότι η συμπεριφορά της ήταν αποτέλεσμα της αυστηρής θρησκευτικής της ανατροφής σε συνδυασμό με την επιληψία της. [13] Ο Schmidt-Leichner είπε ότι ο εξορκισμός ήταν νόμιμος και ότι το γερμανικό σύνταγμα προστάτευε τους πολίτες στην απεριόριστη άσκηση των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων. Επίσης στο δικαστήριο εμφανίστηκαν κασέτες που είχαν καταγράψει τις συνεδρίες των εξορκισμών, ώστε να υποστηριχθεί ότι η Μίχελ ήταν πράγματι δαιμονισμένη. Και οι δύο ιερείς είπαν ότι οι δαίμονες αποκαλούσαν τους εαυτούς τους μεταξύ άλλων ως Λούσιφερ, Κάιν, Ιούδα Ισκαριώτη, Βελίαλ και Χίτλερ. Είπαν επίσης ότι τελικά το πνεύμα της απελευθερώθηκε λόγω του εξορκισμού λίγο πριν το θάνατό της. [13] [19]

Ο επίσκοπος είπε ότι δεν γνώριζε την ανησυχητική κατάσταση της υγείας της όταν ενέκρινε τον εξορκισμό και δεν κατάθεσε στο δικαστήριο. Οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι λόγω αμέλειας ανθρωποκτονίας και καταδικάστηκαν σε έξι μήνες φυλάκισης (ποινή η οποία αργότερα τέθηκε σε αναστολή) και τρία χρόνια επιτήρησης. [19] Ήταν μια πολύ πιο ελαφριά ποινή από ό, τι αναμενόταν, [13] αλλά ήταν και κάτι περισσότερο από το αίτημα του δικηγόρου, ο οποίος είχε ζητήσει να επιβληθούν μόνο πρόστιμα στους ιερείς και να κριθούν ένοχοι, αλλά να μην τιμωρηθούν. Η Εκκλησία που ενέκρινε μια τόσο ντεμοντέ τελετή εξορκισμού επέστησε την προσοχή του κοινού και των μέσων ενημέρωσης. Σύμφωνα με τον John M. Duffey, η υπόθεση ήταν μία εσφαλμένη ανάγνωση ψυχικής ασθένειας.

Ταφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταφόπλακα της Μίχελ. Ο τάφος της έγινε τόπος προσκυνήματος.

Μετά τη δίκη, οι γονείς ζήτησαν από τις αρχές την άδεια για να ξανά θάψουν το ότι απέμεινε από την κόρη τους. Ο επίσημος λόγος τον οποίο παρουσίασαν στις αρχές, ήταν το ότι η Μίχελ είχε θαφτεί βιαστικά σε ένα φθηνό φέρετρο. Σχεδόν δύο χρόνια μετά την ταφή, στις 25 Φεβρουαρίου 1978, ένα νέο φέρετρο αντικατέστησε το παλιό, από ξύλο βελανιδιάς με κασσίτερο. Οι κατηγορούμενοι εξορκιστές δεν θέλησαν να δουν τη Μίχελ. Ο Άρνολντ Ρενζ δήλωσε αργότερα ότι του είχε απαγορευτεί η είσοδος στο νεκροτομείο. Ο τάφος της έγινε και παραμένει χώρος προσκυνήματος. [21]

Ο αριθμός των επίσημα εγκριθέντων εξορκισμών μειώθηκε στη Γερμανία λόγω της συγκεκριμένης υπόθεσης, παρά την υποστήριξη του Πάπα Βενέδικτου ΙΣΤ΄ για ευρύτερη χρήση των εξορκισμών σε σύγκριση με τον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β', ο οποίος το 1999 κατέστησε τους κανόνες αυστηρότερους απ' ότι ήταν προηγουμένως, περιλαμβάνοντας μόνο σπάνιες περιπτώσεις κατά τις οποίες θα μπορούσε να τελεθεί ένας εξορκισμός. [22]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. content.time.com/time/magazine/article/0,9171,918327,00.html.
  2. psychictruth.info/EXORCISM.htm.
  3. www.answering-christianity.com/abdul-rahman_klimaszewski/pagan_christianity.htm.
  4. 4,0 4,1 People, Volume 64. 2005. σελ. 14. Anneliese Michel (left) was a college student who was diagnosed with epilepsy after having seizures. Despite medication, her symptoms worsened— growling, seeing demons, throwing things. 
  5. 5,0 5,1 Goodman, Felicitas D. (22 Μαΐου 1988). How about Demons?: Possession and Exorcism in the Modern World. Indiana University Press. σελ. 15. ISBN 9780253014627. When treatment by the family physician and various psychiatrists brought her no relief, the bishop of her diocese gave permission to two priests to carry out the ritual of exorcism. 
  6. 6,0 6,1 6,2 Ebert, Roger (5 Φεβρουαρίου 2013). Roger Ebert's Movie Yearbook 2007. Andrews McMeel Publishing. σελ. 907. ISBN 9780740792199. It involved a German girl named Anneliese Michel, who was treated for seizures and given drugs over a period of five years before the Church finally authorized an exorcism; its investigation indicated she was possessed by, among others, Lucifer, Judas, Nero, Cain, and Hitler. 
  7. Forcen, Fernando Espi (14 Οκτωβρίου 2016). Monsters, Demons and Psychopaths: Psychiatry and Horror Film. Taylor & Francis. σελ. 132. ISBN 9781315353920. After a few months, she stopped eating and died from malnourishment and dehydration. 
  8. Wolff, Uwe (2006). Der Teufel ist in mir (Ο Διάβολος Μέσα Μου). Μόναχο: Heyne. σελ. 56. ISBN 3-453-60038-X. 
  9. Ney-Hellmuth, Petra (2014). Der Fall Anneliese Michel (Η Υπόθεση Της Ανελίζε Μίχελ). Βύρτσμπουργκ: Königshausen & Neumann. σελ. 20. ISBN 978-3-8260-5230-9. 
  10. 10,0 10,1 10,2 «IL MEGLIO DEL WEB. L'esorcismo di Anneliese Michel. Una storia terribile. VIDEO. | Archivio Sicilia Informazioni». web.archive.org. 10 Ιανουαρίου 2014. Ανακτήθηκε στις 29 Μαρτίου 2021. 
  11. 11,0 11,1 11,2 Neuroscience, Society for (18 Φεβρουαρίου 2011). SfN 2010 - Nano, Theme H, Featured Lectures, Special Lectures, Symposia/Minisymposia, Workshops, Satellites, and Socials. Coe-Truman Technologies. ISBN 978-1-61330-001-5. 
  12. 12,0 12,1 12,2 12,3 PARIS, ANDRÉ (2003-05-31). «„Unreiner Geist, weiche!“» (στα γερμανικά). Die Tageszeitung: taz: σελ. 1001–1002. ISSN 0931-9085. https://taz.de/!766870/. Ανακτήθηκε στις 2021-03-29. 
  13. 13,0 13,1 13,2 13,3 13,4 13,5 13,6 Hansen, Eric T.. «What in God's Name?!». 4 September 2005 (The Washington Post). https://www.washingtonpost.com/wp-dyn/content/article/2005/09/02/AR2005090200559.html. Ανακτήθηκε στις 5 December 2016. 
  14. 14,0 14,1 Dégh, Linda (2001). Legend and Belief: Dialectics of a Folklore Genre. Indiana University Press. σελ. 20. ISBN 9780253339294. Michel's deeply devout, conservative Catholic community was convinced that she was possessed by the devil after they had seen her hostile reaction to holy communion during pilgrimage to patron saint San Damiano in Italy. 
  15. 15,0 15,1 Interviews in "Satan lebt – Die Rückkehr des Exorzismus", 2006, wdr, Documentary by Helge Cramer.
  16. «Duitslands beroemdste horrorhuis afgebrand». 17 Ιουνίου 2013. http://www.hln.be/hln/nl/960/Buitenland/article/detail/1653480/2013/06/17/Duitslands-beroemdste-horrorhuis-afgebrand.dhtml. 
  17. «The Windsor Star - Google News Archive Search». news.google.com. Ανακτήθηκε στις 29 Μαρτίου 2021. 
  18. «DPG Media Privacy Gate». myprivacy.dpgmedia.be. Ανακτήθηκε στις 30 Μαρτίου 2021. 
  19. 19,0 19,1 19,2 «The Press-Courier - Αναζήτηση σε αρχεία Ειδήσεων Google». news.google.com. Ανακτήθηκε στις 30 Μαρτίου 2021. 
  20. 20,0 20,1 20,2 «- The Washington Post» (στα αγγλικά). Washington Post. ISSN 0190-8286. https://www.washingtonpost.com/gdpr-consent/. Ανακτήθηκε στις 2021-03-30. 
  21. Schwarz, Heike (31 Μαρτίου 2014). Beware of the Other Side(s): Multiple Personality Disorder and Dissociative Identity Disorder in American Fiction. transcript Verlag. ISBN 978-3-8394-2488-9. 
  22. Welle (www.dw.com), Deutsche. «Planned Polish Exorcism Center Sparks Interest in Germany | DW | 22.01.2008». DW.COM (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 30 Μαρτίου 2021.