Ανδροστερόνη
Η ανδροστερόνη είναι ενδογενής στεροειδής ορμόνη που ανήκει στα ανδρογόνα, με χημικό τύπο C₁₉H₃₀O₂ και απομονώθηκε για πρώτη φορά το 1931 από τους Adolf Butenandt και Kurt Tscherning. Παράγεται κυρίως από τον μεταβολισμό της τεστοστερόνης και της διυδροτεστοστερόνης (DHT) μέσω ενζυμικών διεργασιών που περιλαμβάνουν τη δράση των 5α- και 5β-αναγωγασών, καθώς και της 3α-υδροξυστεροειδούς αφυδρογονάσης.
Αν και θεωρείται ασθενές ανδρογόνο, με ισχύ περίπου 1/7 της τεστοστερόνης, η ανδροστερόνη διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ανδρική εμβρυϊκή ανάπτυξη, ιδιαίτερα μέσω της λεγόμενης «εναλλακτικής» ή «παρακαμπτήριας» οδού σύνθεσης ανδρογόνων. Σε αυτήν την οδό, η ανδροστερόνη λειτουργεί ως βασικό ενδιάμεσο για την παραγωγή DHT, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση των εξωτερικών γεννητικών οργάνων κατά την κύηση.
Επιπλέον, η ανδροστερόνη δρα ως νευροστεροειδές, επηρεάζοντας τη λειτουργία του εγκεφάλου μέσω της θετικής αλλοστερικής ρύθμισης των υποδοχέων GABA_A, γεγονός που της προσδίδει αντισπασμωδικές ιδιότητες. Μάλιστα, το μη φυσικό εναντιομερές της έχει αποδειχθεί πιο ισχυρό ως θετικός αλλοστερικός ρυθμιστής των υποδοχέων GABA_A και ως αντισπασμωδικό από τη φυσική μορφή.
Ως φερομόνη, η ανδροστερόνη εντοπίζεται στον ανθρώπινο ιδρώτα, το σμήγμα και τα ούρα, και έχει αναφερθεί ότι επηρεάζει τη συμπεριφορά μέσω της όσφρησης, αν και η ακριβής της επίδραση στους ανθρώπους παραμένει αντικείμενο μελέτης.
Στον οργανισμό, η ανδροστερόνη μετατρέπεται σε υδατοδιαλυτές μορφές, όπως η ανδροστερόνη γλυκουρονίδη και η ανδροστερόνη θειική, οι οποίες αποβάλλονται μέσω των ούρων. Οι μεταβολίτες αυτοί χρησιμοποιούνται ως δείκτες της ανδρογονικής δραστηριότητας, ιδίως στις γυναίκες, όπου τα επίπεδά τους σχετίζονται με καταστάσεις όπως η ακμή και η υπερτρίχωση.