Ανατόλι Μαρτσένκο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ανατόλι Μαρτσένκο
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση 23  Ιανουαρίου 1938[1]
Barabinsk
Θάνατος 8  Δεκεμβρίου 1986[1]
Τσίστοπολ
Συνθήκες θανάτου αυτοκτονία
Υπηκοότητα Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσες Ρωσικά
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα συγγραφέας
ακτιβιστής ανθρωπίνων δικαιωμάτων
Οικογένεια
Σύζυγος Larisa Bogoraz
Αξιώματα και βραβεύσεις
Βραβεύσεις Βραβείο Ζαχάρωφ (1988)

Ο Ανατόλι Μαρτσένκο (Anatoli Marchenko) (1938-1986) ήταν ένας από τους γνωστότερους αντιφρονούντες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Πέθανε σε ηλικία 48 ετών στη φυλακή της Τσίστοπολ έπειτα από τρίμηνη απεργία πείνας για την απελευθέρωση όλων των σοβιετικών κρατουμένων συνείδησης. Είχε περάσει πάνω από μια 20ετία στη φυλακή και σε εσωτερική εξορία. Η διεθνής κατακραυγή που ακολούθησε τον θάνατό του υπήρξε σημαντικός παράγοντας προκειμένου να αναγκαστεί τελικά ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, τότε γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος, να εγκρίνει τη μαζική απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων το 1987.[2]

Ο Μαρτσένκο έγινε ευρύτερα γνωστός με την αυτοβιογραφία του «Η μαρτυρία μου», έργο του 1966 στο οποίο εξιστορούσε τις εμπειρίες του στα σοβιετικά στρατόπεδα εργασίας και στη φυλακή. Το βιβλίο αυτό, το οποίο αντιγράφηκε με το χέρι, κρυφά, από αντιφρονούντες και στη συνέχεια εκδόθηκε στη Δύση, ήταν το πρώτο στο οποίο γινόταν λόγος για τα στρατόπεδα και τις φυλακές της μετασταλινικής περιόδου, κάνοντας τους πάντες να συνειδητοποιήσουν ότι τα γκούλαγκ δεν είχαν τελειώσει με τον Στάλιν. Η έκδοσή του οδήγησε τον Μαρτσένκο και πάλι στη φυλακή για αντισοβιετική προπαγάνδα, αλλά, πριν φυλακιστεί ξανά το 1968, εκδήλωσε ανοιχτά τη διαφωνία του, καταγγέλλοντας δημόσια τις συνθήκες φυλάκισης των πολιτικών κρατουμένων. Σε ανοιχτή επιστολή που έστειλε στα μέσα ενημέρωσης τον Ιούλιο του 1968, προειδοποιούσε ότι η Σοβιετική Ένωση δεν θα επέτρεπε στην Άνοιξη της Πράγας να συνεχιστεί, μια πρόβλεψη που επαληθεύτηκε τον Αύγουστο, όταν τανκς του Συμφώνου της Βαρσοβίας εισέβαλαν στην Τσεχοσλοβακία και ο Μαρτσένκο καταδικάστηκε για μια ακόμα φορά σε φυλάκιση και μετά σε εξορία.[2]

Έγινε ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Ομάδας Ελσίνκι της Μόσχας, μαζί με τον Αντρέι Ζαχάρωφ και τη Λιουντμίλα Αλεξέγιεβα(D/R) που ηγείται της οργάνωσης μετά το 1996. Η οργάνωση ιδρύθηκε το 1976 για να παρακολουθεί τη συμμόρφωση της Σοβιετικής Ένωσης με τις ρήτρες ανθρωπίνων δικαιωμάτων της Τελικής Πράξης του Ελσίνκι του 1975, που ήταν η πρώτη πράξη της Διάσκεψης για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη και είχε στόχο τη βελτίωση των σχέσεων μεταξύ του κομμουνιστικού στρατοπέδου και της Δύσης. Ο Μαρτσένκο συνελήφθη και φυλακίστηκε για τελευταία φορά το 1980, επειδή εξέδωσε το τελευταίο βιβλίο του, το «Να ζεις σαν τον καθένα». Δεν πρόλαβε να εκτίσει τη δεκαπενταετή ποινή του. Ο θάνατός του στη φυλακή το 1986 δεν διερευνήθηκε ποτέ δημοσίως.[2]

Η χήρα του, Λαρίσα Μπόγκοραζ(D/R), ακτιβίστρια και η ίδια και υποψήφια για το Βραβείο Ζαχάρωφ, παρέλαβε εξ ονόματός του το βραβείο που του απονεμήθηκε μετά θάνατον το 1988, όταν θεσπίστηκε το Βραβείο Ζαχάρωφ από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.[2]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 SNAC. w65k1s8q. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 «Το βιβλίο των βραβευθέντων με το βραβείο Ζαχάρωφ 2016», Λουξεμβούργο: Υπηρεσία Εκδόσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 2016, ISBN 978-92-823-9592-9, σελ. 88 [1] Σημείωση πνευματικών δικαιωμάτων: «Επιτρέπεται η αναπαραγωγή με αναφορά της πηγής». Επιτρέπεται ελεύθερα η επαναχρησιμοποίηση με αναφορά της πηγής, με βάση την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής 2011/833/EU