Αναμνήσεις (Μελένοικο - Θεσσαλονίκη)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αναμνήσεις
Συγγραφέας Κωνσταντίνος Τσώπρος
(1885-1966)
Τίτλος Αναμνήσεις
(Μελένοικο - Θεσσαλονίκη) Αναμνήσεις (Μελένικο- Θεσσαλονίκη).gif
Είδος Απομνημονεύματα
Επόμενο ΙΜΧΑ

Οι Aναμνήσεις (Μελένικο - Θεσσαλονίκη) είναι βιβλίο αυτοβιογραφικό και συνάμα ιστορικό του Κωνσταντίνου Τσώπρου στο οποίο περιγράφει τις εγκύκλιες σπουδές του στο ελληνικό Σχολείο και ημιγυμνάσιο Μελενίκου (1892-1900), τις οιναποθήκες στις τρυπητές και τον καταστατικό χάρτη του 1813, αναφέρεται δε εκτενώς σε μια ταραγμένη περίοδο, ιδιαίτερα στη προετοιμασία της εξέγερσης του Ίλιντεν κάτω από την καθοδήγηση των Βουλγάρων.

Αυτοβιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γιος του Θωμά Τσώπρου, εμπόρου και αμπελοκτήμωνα πραγματοποίησε τις εγκύκλιες σπουδές του στο ελληνικό δημοτικό σχολείο και ημιγυμνάσιο του Μελενίκου και το 1900 πήγε στη Θεσσαλονίκη όπου γράφτηκε στο Ιδαδί (Αυτοκρατορικό Λύκειο) και στη συνέχεια στη Νομική Σχολή ισότιμης της Κωνσταντινούπολης που λειτούργησε στην ομώνυμη πόλη από το 1907-1912. Διορίσθηκε το 1904 ως διερμηνέας της τουρκικής και γαλλικής γλώσσας στη ρωσική στρατιωτική αποστολή που είχε αναλάβει μαζί με άλλες ευρωπαϊκές αποστολές την αναδιοργάνωση της τουρκικής χωροφυλακής.

Το Μελένικο (1895-1912)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δημοσίευση του Καταστατικού (1813) κατήργησε τη διάκριση των τάξεων σε άρχοντες και υποχείριους και έκαμε προσιτή την κοινοτική εξουσία στους εκλεκτούς, στους φρόνιμους και ικανούς κατά την κρίση είκοσι Αδελφών που εκλέγονταν από τη Γενική Συνέλευση[1]

Στο πρώτο κεφάλαιο των αναμνήσεων του ο Τσώπρος κάνει λόγο για το Μελένικο και επιχειρεί να δώσει την εθνική, κοινωνική και εμπορική ζωή της πόλης κατά την τελευταία κυρίως, δεκαετία του 19 αι., κάνοντας εκτενή αναφορά μερικών άρθρων του γνωστού Καταστατικού της πόλης του 1813. Πολύ χρήσιμα είναι τα σχόλια του για τις σχέσεις των Ελλήνων του Μελενίκου με τους Σλαβοφώνους της ίδιας περιφέρειας, οι οποίες έως το 1895 ήταν πολύ αγαθές· από το έτος αυτό ενεργοποιείται δυναμικά η ΒΜΑRC (Bulgarian Macedonian-Adrianople Revolutionary Committees) που διέκοψαν οι δραστηριότητες των βουλγαρικών ενόπλων ομάδων, αποκορύφωμα των οποίων υπήρξε η εισβολή στο Μελένικο του Μπόρις Σαράφωφ (κάτω από διαφορετικές συνθήκες θα ονομάζονταν Περικλής Σαράφης) τον Ιούλιο του 1895. Τις τραγικές συνέπειες της βουλγαρικής αυτής εισβολής που στόχευε σε εντυπωσιακή βουλγαρική εμφάνιση, περιγράφει ο Τσώπρος με κάθε λεπτομέρεια: περικύκλωση της πόλης, φόνος του Τούρκου τηλεγραφητή, πυρπόληση της τουρκικής συνοικίας, σύλληψη του προκρίτου Λάκη.

Το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα της Μύρτζστεγκ (Οκτώβριος 1903) προέβλεπε τον διορισμό Οθωμανού Γενικού Επιθεωρητού με την παρουσία Ρώσου και Αυστριακού συμβούλου, την οργάνωση της χωροφυλακής από Ευρωπαίους αξιωματικούς και υπαξιωματικούς υπό την ανώτατη διεύθυνση Ιταλού στρατηγού και διάφορες μεταρρυθμίσεις διοικητικής, δικαστικής και φορολογικής φύσης.

Οι σχέσεις με τους Σλαβοφώνους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Και μετά την απόσχιση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο οι σχέσεις με τους Σλαβόφωνους παρέμειναν ομαλές γιατί οι κάτοικοι των γύρω χωριών του Μελενίκου διέφεραν αισθητά των Βουλγάρων που ήταν εγκατεστημένοι πέραν του Στρυμώνος όπως και των χωριών της περιφέρειας Νευροκοπίου. Η φυσιογνωμία των σλαβοφώνων της περιφέρειας Μελενίκου έμοιαζε πολύ με την ελληνική. Αυτοί φορούσαν ενδύματα από εγχώριο μάλλινο ύφασμα (σαγιάκι) ως κάλυμμα της κεφαλής, το φέσι με βαμβακερό περιτύλιγμα χρώματος λευκού για τους νέους και μαύρου {μέλανος) για τους ηλικιωμένους, είδος σαρικίου που φέρουν οι μωαμεθανοί ιερωμένοι, συνεπεία όμως της από 25-VI- 1905 (sic) διαταγής του Γιάνε Σαντάνσκι υποχρεώθηκαν να βγάλουν το συγκεκριμένο περιτύλιγμα εκτός από έναν γέροντα που δυστρόπησε να συμμορφωθεί που μαζί με το περιτύλιγμα έχασε και το κεφάλι του. «Η μετάστασις των σλαβοφώνων της Περιφερείας Μελενίκου εις το σχίσμα και η εισαγωγή της σλαβονικής (εκκλησιαστικής) γλώσσας εις τας εκκλησίας δεν συνετελέσθη άμα τη ιδρύσει της Βουλγαρικής Εξαρχίας (1872».

Όπως προκύπτει από τα αρχεία της Κοινότητας Μελενίκου το έτος 1895 στις ενορίες της Μητρόπολης Μελενίκου υπήρχαν στο Καζά Μελενίκου 6, Πετρίτσας, 3 και Δεμίρ-Ισσάρ (Σιδηρόκαστρο) 35 ορθόδοξα χωριά. [2]

Το χωριό Λιάλοβο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανάμεσα στο Μελένικο και το Άνω Νευροκόπι (σημ. Ντέλτσεφ) της Βουλγαρίας υπήρχε μια ελληνική όαση, το χωριό Λιάλοβο, που όλοι οι κάτοικοί του ήταν Μωαμεθανοί και μιλούσαν όμως αποκλειστικά την ελληνική χωρίς να γνωρίζουν ούτε λέξη τουρκική. Πρόκειται προφανώς για Έλληνες που εγκαταστάθηκαν εκεί από τους Τούρκους προ πολλών ετών και εξισλαμισθέντες διατήρησαν τη μητρική τους γλώσσα όπως οι Τουρκοκρήτες και οι Βαλαάδες της περιφερείας Νεάπολης Κοζάνης. [3]

Η πυρκαϊά της Μητρόπολης (1895)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 31 Δεκεμβρίου 1895 εξερράγη πυρκαϊά στο δεύτερο όροφο του μεγάρου της Μητροπόλεως που καταστράφηκε ολοσχερώς καθώς και ο Μητροπολιτικός ναός, επειδή η φωτιά μεταδόθηκε στο ναό μετά από μισή ώρα περίπου κατέστη δυνατόν να διασωθούν τα εντός του σκευοφυλακίου του ναού που ήταν λαξευμένος στο βράχο. Όλα τα κειμήλια μεταφέρθηκαν μέσα σε πλινθόκτιστη βυζαντινή κρύπτη του Δημοτικού σχολείου της συνοικίας των Αγίων Θεοδώρων. Λησμονήθηκε όμως το πολυτιμότερο των κειμηλίων, ένα αυτοκρατορικό σκήπτρο ανεκτίμητης αξίας που φυλάσσονταν μέσα σε ειδική δερμάτινη θήκη και ήταν αναρτημένο πίσω από τη σιδερένια πόρτα του σκευοφυλακίου και έλιωσε από την εντός της κρύπτης αναπτυχθείσα υψηλή θερμοκρασία. Το Σκήπτρο αυτό ήταν κατά τι κοντότερο των αρχιερατικών ποιμαντορικών ράβδων (πατερίτσας), αντί δε δρακόντων, έφερε χρυσοποίκιλτη και αδαμαντοκόλλητη σφαίρα.

Τα κειμήλια της Μητρόπολης και η σύλησή τους από τους Βούλγαρους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από τα κειμήλια του Σκευοφυλακίου που προαναφέρθηκαν, διασώθηκαν από την πυρκαγιά οι βυζαντινές εικόνες, τα άμφια και σκεύη, οι πολυέλαιοι και το αρχαίο τέμπλο του μητροπολιτικού ναού, που ήταν θαύμα ξυλογλυπτικής με ανάγλυφες παραστάσεις από τη Παλαιά και Νέα Διαθήκη. Το τέμπλο αυτό μεταφέρθηκε στο Σιδηρόκαστρο Σερρών με την εγκατάσταση των Μελενικιωτών σε ελληνικό έδαφος 1913 μετά τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, αλλά ανηρπάγη παράνομα από τους Βουλγάρους κατά την κατοχή της Ανατολικής Μακεδονίας 1916 και τοποθετήθηκε στη Μοναστήρι της Ρίλα στη Βουλγαρία. Ομοίως και τα κειμήλια που μετέφεραν ως ιδιοκτησία της Ελληνορθόδοξης Μητρόπολης Μελενίκου το 1913 οι Μελενίκιοι στο Σιδηρόκαστρο Σερρών, εκλάπησαν από τους Βούλγαρους κατά την Κατοχή της Ανατολικής Μακεδονίας το 1917 και μεταφέρθηκαν παράνομα στη Βουλγαρία.

Η εισβολή του Μπόρις Σαράφωφ στο Μελένικο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάποιο πρωινό μιας ημέρας του Ιουλίου 1895 εισέβαλε στο Μελένικο ο εκ των συναρχηγών της Ανωτάτης Μακεδονοθρακικής Οργάνωσης Μπόρις Σαράφωφ, έφεδρος υπολοχαγός του Βουλγαρικού στρτου, επικεφαλής στρατιωτκά συντεταγμένης ομάδας που αποτελούνταν από φοιτητές του Πανεπιστημίου και μαθητών των γυμνασίων Σόφιας και με οδηγό τον αρχηγό τοπικής βουλγαρικής συμμορίας Κώστα Λιούτα [Λιούτα στα σλαβικά= καυτερή]. Ο Λιούτας είχε φοιτήσει στο ελληνικό δημοτικό σχολείο Μελενίκου και πολέμησε δε και ως εθελοντής στο ελληνικό στρατό κατά τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Αφού τοποθέτησαν σκοπούς σε διάφορα σημεία της πόλης μετέβησαν στο Τηλεγραφείο και το πυρπόλησαν φονεύσαντες τον τηλεγραφητή Τζαφέρ εφένδην που όμως είχε ήδη τηλεγραφήσει για την εισβολή στις Σέρρες, όπου τουρκικός στρατός. Μετά από αυτά έβαλαν φωτιά στην τουρκική συνοικία των Αγίων Αναργύρων που καταστράφηκε σχεδόν ολόκληρος από δε τους τοποθετηθέντες σκοπούς φονεύθηκαν ως παρακούσαντες τη διαταγή να επιστρέψουν στα σπίτια του ο Αναστάσιος Ανδρέου Δέκος και Γεώργιος Ταπάνγκου. Μερικοί από τους επιδρομείς μετέβησαν στο μέγαρο της Ιεράς Μητρόπολης, πλην όμως o τότε Μητροπολτης Κωνσταντίνος που έφερε τον τίτλο Μελενίκου, Δεμίρ - Ισσαρίου, Πετρίτσας και Τζουμαγιάς παραθέριζε στο Δεμίρ- Ισσάρ η δε απουσία του ενίσχυσε τις υπόνοιες των Τούρκων ότι οι Έλληνες κάτοικοι της πόλης είχαν προειδοποιηθεί για την εισβολή.

Μονή Ροζινού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1905, ο Σαντάσκι κάλεσε τον τότε μητροπολίτη Μελενίκου Ειρηναίο, και από το 1907 Πολυγύρου, για φιλικές... συνομιλίες «ανωτέρου επιπέδου» στη Μονή Ροζινού. Ο Ειρηναίος που είχε μετεκπαιδευτεί και στη Θεολογική Ακαδημία του Κιέβου και συνεπώς ήταν γνώστης της ρωσικής και της βουλγαρικής, μετέβη κατά την ορισθείσα ώρα στη μονή. Ο Σαντάσκι προσήλθε, ασπάσθηκε την χείρα τού Μητροπολίτη και έγινε μεταξύ του η παρακάτω συνομιλία:

«Εδώ που βρισκόμαστε Δεσπότη μου είμαστε τόσο κοντά στη Βουλγαρία, ώστε, αν φωνάξω, η φωνή μου θα ακουσθεί στα βουλγαρικά φυλάκια των τουρκοβουλγαρικών συνόρων. Παρά ταύτα εγώ, [μετά τον θάνατο του Ντάμιεν Γκρούεφ μεταστράφηκε και έγινε ο κυρίαρχος της περιοχής Μελενίκου] , αντίθετα προς την Ανωτάτη Μακεδοδονοθρακική Οργάνωση [την οποία υπηρέτησε επί μακρόν χρόνο], δεν επιδιώκω την προσάρτηση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία αλλά αυτονομία που να εξασφαλίζει ισότητα δικαιωμάτων Ελλήνων, Βουλγάρων και Τούρκων. Γνωρίζεις βέβαια πόσο απέχουν από εδώ τα ελληνοτουρκικά σύνορα. Φώναξε όσο θες, δεν θα σε ακούσει κανείς. Υπάρχει έστω και η ελάχιστη πιθανότητα να ενσωματωθεί η περιφέρεια Μελενίκου στην Ελλάδα; Σε καλώ λοιπόν να συνεργασθείς μαζί μου για να αποτινάξουμε τον τούρκικο ζυγό και να πετύχουμε από κοινού την αυτονομία της Μακεδονίας».

Ο Μητροπολίτης επιφυλάχθηκε να απαντήσει ισχυριζόμενος ότι για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα έπρεπε να συνεννοηθεί με τους δημογέροντες της ελληνικής κοινότητας. Οίκοθεν νοείται ότι οι συνομιλίες δεν είχαν συνέχεια.

Η ελληνική αντίδραση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

- Ο Σύνδεσμος Ευελπίδων Μελενίκου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

                     1906.

Το 1904 ιδρύθηκε ο Σύνδεσμο Ευελπίδων Μελενίκου, ο οποίος ανέπτυξε αξιόλογη εθνική και κοινωνική δράση μέχρι το 1913, ήδη δε συνεχίζει στο Σιδηρόκαστρο την κοινωνική δραστηριότητα ως φιλανθρωπικό σωματείο, όπου ανήγειρε τον Κινηματογράφο Παλλάς και το Κέντρο Ομόνοια. Η όλη δράση του συνδέσμου διευθύνονταν από τριμελή εκτελεστική επιτροπή που ενεργούσε σύμφωνα με τις οδηγίες του Έλληνα προξένου Σερρών που στις μεταξύ των μελών του Συνδέσμου συνομιλίες αποκαλούνταν «Ο αρμόδιος».

Το χωριό Στάρτσοβο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά το Δεκέμβριο του 1904 πολυάριθμοι Βούλγαροι κομιτατζήδες εισέβαλαν στο χωριό Στάρτσοβο, κατέλυσαν στην οικία του Προέδρου της Κοινότητας, τον εξανάγκασαν να συγκαλέσει τους προύχοντες του χωριού και ζήτησαν την παράδοση του διδακτικού προσωπικού του ελληνικού σχολείου που αποτελούνταν από τον δάσκαλο Αντώνιο Πλούυμη και τη δασκάλα Φωτεινή Παπαδημητρίου. Οι χωρικοί προέβαλαν το επιχείρημα, ότι η παράδοση και η τυχόν εξόντωση των δασκάλων θα τους εξέθετε ενώπιον των τουρκικών αρχών, υποσχέθηκαν όμως να τους αποπέμψουν και να προχσωρήσουν στο σχίσμα δεχόμενοι Βουλγάρους δασκάλους και ιερείς.

Ο αείμνηστος Μητροπολίτης Μελενίκου Ειρηναίος, αποδέκτης ενός μακροσκελούς υπομνήματος, ενήργησε αποτελεσματικά και πέτυχε την μόνιμη εγκατάσταση στο χωριό στρατιωτικού αποσπάσματος. Έτσι τις εορτές των Χριστουγέννων ο δημοδιδάσκαλος και η δημοδιδασκάλισσα επανήλθαν στο Στάρτσοβο μαζί με τον Μητροπολίτη Ειρηναίο, όπου τελέσθηκε πανηγυρική λειτουργία στον Ιερό ναό του Αγίου Μηνά.

Παρά την εγκατάσταση του στρατιωτικού αποσπάσματος εντός του χωριού κρίθηκε αναγκαίο να οργανωθεί αντάρτικο σώμα για την άμυνα των χωρικών στις υπαίθριες γεωργικές εργασίες από τις επιθέσεις των κομιτατζήδων και, κατόπιν σχετικής εισήγησης προς τους αρμοδίους του Ελληνικού Προξενείου Σερρών, ανατέθηκε στον καπετάν Τότσιο Σταρτσοβινόν όπως οργανώσει δεκαμελές αντάρτικο σώμα από Σταρτσοβινούς, ο δε οπλισμός του σώματος (10 πολεμικά όπλα και 10 περίστροφα γκρα με ανάλογη ποσότητα φυσιγγίων) μεταφέρθηκε από τις Σέρρες από τον δάσκαλο Αντώνιο Πλούμη.

Το Στάρτσοβο παρέμεινε πιστό στο Οικουμενικό Πατριαρχείο μέχρι το 1913, μετά δε την κατακύρωση της περιοχής Πετρίτσας στη Βουλγαρία οι κάτοικοι μετανάστευσαν σε ελληνικό έδαφος και εγκαταστάθηκαν στο χωριό Νέο Πετρίτσι (Βέτρινα) Σιντικής Σερρών.

Το βουλγαρικό αναρχικό Κίνημα στη Θεσσαλονίκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

«Το Πάσχα του 1903, έφθασαν από τις Σέρρες στη Θεσσαλονίκη ο Γκότσε Ντέλτσεφ με τον οποίο συναντηθήκαμε στο Γυμνάσιο. Αυτός είχε είχε ήδη συναντηθεί με τον Ντάμιεν Γκρούεφ που είχε επανέλθει απολυθείς από τις φυλακές Μποδρούμ Καλέ. Δεν πέρασε πολύ καιρός και οι Βελεσιώτες (σημ. Βέλες και πρώην Τίτο Βέλες) (Βαρκάρηδες των Βελεσών) ανατίναξαν το γαλλικό πλοίο Γουαδαλκιβίρ (Guadalquivir), διέκοψαν τον φωτισμό, ανατίναξαν την Οθωμανική Τράπεζα κτλ. Στη Θεσσαλονίκη τότε συνελήφθησαν όλοι οι Βούλγαροι που τους μετέφεραν στο Διοικητήριο.
Γρηγόρ Στεφάνωφ Πόπεφ, απομνημονεύματα, Ινστιτούτο Βουλγαρικής Ιστορίας, σ. 481, τόμ. 6, 1956"

Οι επιπτώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του Murzzteg

Τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης (Απριλιανά του 1903) (28 και 29 Απριλίου) και η Εξέγερση του Ίλιντεν (20 Ιουλίου 1903 - παλιό ημερ.] προκάλεσαν το ενδιαφέρον της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, μετά δε τη συνάντηση των αυτοκρατόρων Ρωσίας και Αυστρίας που συνοδεύονταν από τους υπουργούς των εξωτερικών στην πόλη της Στυρίας της Αυστρίας στο Μύρτζστεγκ επεβλήθησαν οι μεταρρυθμίσεις στην Μακεδονία, διορισθέντος ως Γενικού Επιθεωρητή των τριών τότε βιλαετίων Θεσσαλονίκης, Μοναστηρίου και Σκοπίων του Χιουσεϊν Χιλμή Πασσά, ανωτάτου Τούρκου κρατικού λειτουργού με ευρεία μόρφωση, με πολιτικούς πράκτορες (Agents Civils) τον Demeric εκ μέρους της Ρωσίας και τον Von Muller εκ μέρους της Αυστρίας, αποφασίστηκε η αναδιοργάνωση της τουρκικής χωροφυλακής Μακεδονίας από αξιωματικούς των πέντε Μεγάλων Δυνάμεων. Γρηγόρ Στεφανωφ Πόπεφ του βουλγαρικού κομιτάτου, απομνημονεύματα, Ινστιτούτο Βουλγαρικής Ιστορίας, τόμ. 6, σ. 481 , 1956 Κατά τον Τσώπρο χωρίς την έκρηξη του Νεοτουρκικό Κινήματος και της ανακήρυξης του συντάγματος (10 Ιουλίου 1908) μέσω του οποίου οι νεότουρκοι αξιωματικοί θέλησαν να αποδείξουν, ότι εκτός των αντιμαχόμενων στη Μακεδονία χριστιανικών μειονοτήτων υπήρχαν και οι κυρίαρχου Τούρκοι η Μακεδονία θα ακολουθούσε την τύχη της Ανατολικής Ρωμυλίας. Το νεοτουρκικό κίνημα που είχε χαρακτήρα κατεξοχήν εθνικιστικό και εξερράγη κυρίως για να ματαιώσει την αυτονόμηση της Μακεδονίας, επίσπευσε τη συνεννόηση των χριστιανικών μειονοτήτων με τη συμμαχία Ελλάδας, Σερβίας, Βουλγαρίας και Μαυροβουνίου με αποτέλεσμα τη διανομή της Μακεδονίας μεταξύ Ελλάδας, Σερβίας και Βουλγαρίας.

Βουλγαρικές ενέργειες για τη μεταφορά της έδρας της επαρχίας Μελενίκου στο χωριό Σφέτι-Βρατς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά το 1910 οι σλαβόφωνοι κάτοικοι των χωριών της επαρχίας Μελενίκου προέβησαν σε έντονες ενέργειες προς την Γενική Διοίκηση Θεσσαλονίκης για να επιτύχουν τη μεταφορά της έδρας της επαρχίας (Καζά) Μελενίκου στο Σφέτι- Βρατς (Αγία Παρασκευή) σημ. Σαντάνσκι, αποβλέποντες τη δημιουργία νέας κωμόπολης με καθαρώς βουλγαρικό χαρακτήρα, όπου ως έδρα της επαρχίας θα μεταφέρονταν από το Μελένικο η εβδομαδιαία αγορά και το σύνταγμα πεζικού. Ο τότε Μητροπολίτης Αιμιλανός και η Δημογεροντία της Κοινότητας Μελενίκου αντέδρασαν σθεναρα κατά της μεταφοράς προ βάλλοντες αδιάσειστα επιχειρήματα, κυρίως δε το ακατάλληλο της τοποθεσίας του Σφέτι-Βρατς, τις απαιτούμενες κολoσσιαίες δαπάνες για τη διαμόρφωση ενός χωριού σε έδρα επαρχίας, ενώ στο Μελένικο υπήρχαν αξιόλογα δημόσια κτίρια.

Μετά την μετανάστευση των Ελλήνων κατοίκων της πόλης, οι Βούλγαροι πραγματοποίησαν τη μεταφορά της έδρας της επαρχία στο Σφέτι - Βράτς με σύγχρονες οικοδομικές προδιαγραφές, που βρίσκεται σε απόσταση τριών χιλιομέτρων από το ελληνικό μεθοριακό φυλάκιο της Κούλας πολεοδομώντας μια πραγματικά ωραία κωμόπολη σε μαγευτική τοποθεσία που αποτελεί και την πρώτη καλή εντύπωση στους εισερχόμενους ξένους σε βουλγαρικό έδαφος.

Το αντιδραστικό κίνημα και η μεταγωγή του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ στη Θεσσαλονίκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 31 Μαρτίου 1909 εξερράγη στην Κωνσταντινούπολη αντιδραστικό κίνημα παλαιοτοϋρκων που στρέφονταν κατά των Νεότουρκων. Με την έκρηξη του κινήματος εξεστράτευσε αμέσως κατά της Κωνσταντινούπολης από Θεσσαλονίκη το Τρίτο Σώμα Στρατού με επικεφαλής των Σωματάρχη Στρατηγό Μαχμούτ Σεβκέτ Πασσά. Η καταστολή του κινήματος επιτεύχθηκε με πολλές θυσίες, γιατί πολλές στρατιωτικές μονάδες παρέμειναν πιστέ στον Σουλτάνο, ιδίως δε η φρουρά των Ανακτόρων του Γιλδίζ προέβαλε σοβαρή αντίσταση. Μετά την κατάληψη του Γιλδίζ και την καταστολή του κινήματος κηρύχθηκε, δυνάμει γνωμάτευσης (φετφά) του Σεϊχουλισλάμη, κηρύχθηκε έκπτωτος ο τότε Σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ ο Β΄, ο οποίος και μετήχθη οικογενειακά στη Θεσσαλονίκη. Η φέρουσα τον έκπτωτο Σουλτάνο αμαξοστοιχία έφθασε στη Θεσσαλονίκη στις 2 9 Απριλίου 1909 περί ώραν 10 μ.μ. Ο έκπτωτος Σουλτάνος ακολουθούμενος που συνοδεύονταν από δώδεκα γυναίκες και 17 υπηρέτες εγκαταστάθηκε στην παρά την Αποθήκη των τροχιοδρόμων Βίλα Αλλατίνη, όπου και κλείστηκε επιτηρούμενος από ισχυρή φρουρά και παρέμεινε εκεί μέχρι τον Οκτώβριο του 1912.

Ευτράπελα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τσώπρος δεν παραλείπει να καταγράψει από τη ζωή στο Μελένικο και Θεσσαλονίκα μερικά αξιοσημείωτα ευτράπελα, μέσα στην τραγικότητα εκείνης της εποχής.

Το ελληνικό κριθάρι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη διενέργεια των ανακρίσεων για τις βομβιστικές ενέργειες των Βουλγάρων [και Βουλγαριζόντων σλαβοφώνων] ο Διευθυντής της αστυνομίας Σουλεϊμάν Εφένδης, τουρκοκρητικός γνωστός ως «Αράπ Μουνπασή», που γνώριζε την ελληνική γλώσσα αποκάλυπτε εύκολα τους ως έλληνας εμφανιζόμενους αναρχικούς ζητώντας από όλους τους ανακρινόμενους να προφέρουν τη λέξη «κριθάρι». Αυτοί μη μπορώντας να προφέρουν το γράμμα θ και απαντώντας «κριτάρι» αποκαλύπτονταν και συλλαμβάνονταν για τα περαιτέρω.[4]

Υπόθεση Geοrge Putois (Affaire Putois)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1910 με υπόδειξη του Εθνικού Κέντρου τοποθετήθηκε από τη Μονή Ιβήρων ως ενοικιαστής των κτημάτων της Μονής Ροζινού ο Γεώργιος Τριανταφυλλίδης, υπαξιωματικός του τότε Βασιλικού Ναυτικού που εμφανίστηκε όμως με κανονικό γαλλικό διαβατήριο ως Γάλλος πολίτης M. Georges Putois ο οποίος είχε εργασθεί σε κάποια γαλλική αποικία όυ έμαθε καλά την γαλλική γλώσσα και απέκτησε, άγνωστο πως και την γαλλική ιθαγένεια. Εγκαταστάθηκε στη Μονή ως διαχειριστής, όπου ύψωσε την γαλλική σημαία, αλλά παραπλεύρως αυτής και την ελληνική και συγκρότησε με το πρόσχημα σωματοφυλάκων μικρό αντάρτικο σώμα από νέους του του Μελενικίου που έπαιρνε μέρος στις κατά των βουλγαρικών χωρίων επιδρομές. Για να φαίνεται ως γνήσιος Γάλλος φορούσε μπερέ αλπινιστή, διοργάνωνε συχνά πολυτελή γεύματα προς τιμήν των τουρκικών αρχών και έστελνε ως δώρα στο Γενικό Πρόξενο της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη φιάλες οίνου προερχόμενες δήθεν από τα αμπέλια της Μονής, στην πραγματικότητα όμως από τις οιναποθήκες των Μελινικίων με ταινίες «France de Rozino G. Putois vin Blanc Rouge, Vin Vieux Melnik. Ο Monsieur G. Putois» φρόντισε για την περισυλλογή και περιφρούρηση αλλά και την συστηματική καλλιέργεια των κτημάτων της Μονής με πιέσεις και απειλές κατά των δυστροπούντων σλαβοφώνων κολλήγων οι οποίοι ένα Σάββατο, ημέρα εβδαμαδιαίας αγοράς στο Μελένικο, όπου συγκεντρώνονταν οι κάτοικοι των γύρω χωριών, συγκρότησαν συλλαλητήριο διαμαρτυρίας κατά του Γάλλου διαχειριστή φωνάζοντας και τα συνθήμτα «Ντόλου Φρέγκου= κάτω ο Φράγκος».

Προς τους διαδηλωτές μίλησε κάποιος βουλγαροδιδάσκαλος παριστάνων τον... σοσιαλιστή ρώτησε τους διαδηλωτές:

«Μ π ί β α λ ι»β[›] (επιτρέπεται σε ένα άτομο να εκμεταλλεύεται τόσους κολλήγους; ). Οι διαδηλωτές μη καταλαβαίνοντας την ακριβή σημασία των λόγων του ρήτορα που μιλούσε καθαρά βουλγαρικά, ενώ αυτοί μιλούσαν το γνωστό σλαβικό ιδίωμα, φώναξαν «Μπίβα», δηλαδή επιτρέπεται. Τότε εκμανείς ο ρήτορας του συλλαλητηρίου φώναξε: «Νε μπίβα μπρε» δηλ, δεν επιτρέπεται με συνακόλουθα γέλια και ειρωνείες των Ελλήνων κατοίκων της πόλης που παρακολουθούσαν το συλλαλητήριο.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

^ α: Μιλώντας στη Βουλή των Κοινοτήτων ο Βρετανός Πρωθυπουργός Άρθουρ Μπάλφουρ (Arthur James Balfour) απέδωσε τις ταραχές στη τουρκική κακοδιοίκηση και στην αβελτηρία (νωθρότητα σκέψης) της Ευρώπης να εισαγάγει μεταρρυθμίσεις στη Μακεδονία, όπως εξάλλου προέβλεπε και η Συνθήκη του Βερολίνου (1878). Αν και παραδέχτηκε, ότι οι αγριότητες των Βουλγάρων Κομιτατζήδων υπερτερούσαν των τουρκικών, δήλωσε ότι το Λονδίνο δεν θα επιτρέψει αντεκδικήσεις των Μουσουλμάνων κατά των Χριστιανών. Η Αυστρο-Ουγγαρία πριν τη εξέγερση του Ιλιντεν (1903), κατείχε την Βοσνία-Ερζεγοβίνη και σχεδίαζε την κατασκευή σιδηροδρόμου Σαράγιεβο-Θεσσαλονίκη εναποθέτοντας τις ελπίδες της στον αυστριακής καταγωγής βασιλιά της Βουλγαρίας Φερδινάνδο, επωφελούμενη δε και από τις Ρωσοιαπωνικές διενέξεις (1904-1905). Έτσι αναλήφθηκε μια τεράστια προσπάθεια εκβουλγαρισμού των κατοίκων, αλλά συνάμα και διεθνοποίησης του Μακεδονικού ζητήματος με ταραχές από αναρχικούς τού εθνικιστικού βουλγαρικού κύκλου.[5]

^ β: Το «επιτρέπεται» αποδίδεται στη σλαβομακεδονική ως Ντοζμπουλούμπα, στα σερβοκροατικά ως ντοπουστίτια και στο βορειοελλαδικό σλαβικό ιδίωμα ως τρέμπα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Κωνσταντίνος Τσώπρος, Αναμνήσεις (Μελένοικο-Θεσσαλονίκη) από κατατιθεμένο δακτυλογραφημένο κείμενό του το 1964 στο IMXA
  2. Αυτόθι, σ. 40
  3. Γεώργιος Χατζηκυριάκος, Σκέψεις και εντυπώσεις εκ περιοδείας ανά την Μακεδονίαν (1905-1906), Θεσσαλονίκη 19061, ανατύπωση ΙΜΧΑ 19622
  4. Αυτόθι σ. 53
  5. *Η πορεία προς το Ίλιντεν, ο αντίκτυπος της εξέγερσης στην Ελλάδα και οι απαρχές της ένοπλης φάσης του Μακεδονικού Αγώνα υ/του καθηγητού του ΑΠΘ Σπ.Σφέτα

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]