Αναγκαστική εργασία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Με τον όρο καταναγκαστική ή απλά αναγκαστική εργασία εννοείται ο εξαναγκασμός του ανθρώπου σε ακούσια εργασία με τη χρήση βίας ή την απειλή κυρώσεων[1]. Η καταναγκαστική εργασία απαντάται συνήθως σε ολοκληρωτικά καθεστώτα που τη χρησιμοποιούν ως μέθοδο σωφρονισμού και πολιτικής διαπαιδαγώγησης. Η αναγκαστική εργασία απαγορεύεται από διεθνείς συμβάσεις εκτός εξαιρέσεων στις οποίες επιβάλλεται η εργασία ως υποχρέωση, χωρίς να εμπίπτει στην έννοια της απαγορευμένης κατά τον νόμο αναγκαστικής εργασίας.

Διεθνείς συμβάσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • 29η Διεθνής Σύμβαση Εργασίας, (Γενεύη, 1930) για την αναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία που επιβάλλεται με την απειλή ποινής[2].
  • Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου 10.12.1948 από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, που προβλέπει με το άρθρο 4 απαγόρευση της δουλείας και του δουλεμπορίου και το άρθρο 23 που προβλέπει την ελεύθερη επιλογή εργασίας.
  • 105η Διεθνής Σύμβαση Εργασίας, (Γενεύη, 1957) με στόχο την κατάργηση της αναγκαστικής εργασίας.

Παραπομπές σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Andrees and Belser, "Forced labor: Coercion and exploitation in the private economy", 2009. Rienner and ILO.
  2. http://www.ilo.org/dyn/normlex/en/f?p=NORMLEXPUB:12100:0::NO::P12100_ILO_CODE:C029

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]