Ανάλυση Κοσμοσυστημάτων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η ανάλυση κοσμοσυστημάτων (επίσης γνωστή ως κοσμοσυστημική ανάλυση ή κοσμοσυστημική θεωρία),[1] είναι μια επιστημονική, ευρείας κλίμακας προσέγγιση για την παγκόσμια ιστορία και την κοινωνική αλλαγή, η οποία δίνει έμφαση στο κοσμοσύστημα (και όχι στα έθνη-κράτη) ως την κύρια (αλλά όχι αποκλειστική) μονάδα κοινωνικής ανάλυσης.

Το «κοσμοσύστημα» αναφέρεται στον διαπεριφερειακό και διακρατικό καταμερισμό της εργασίας, ο οποίος χωρίζει τον κόσμο σε χώρες του πυρήνα, ημιπεριφερειακές χώρες, και σε χώρες τις περιφέρειας.[2] Οι χώρες του πυρήνα επικεντρώνονται στην υψηλά ειδικευόμενη, έντασης-κεφαλαίου παραγωγή, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος επικεντρώνεται στην χαμηλά ειδικευόμενη, έντασης-εργασίας παραγωγή, και την εξαγωγή πρώτων υλών. Αυτό το γεγονός ενισχύει συνεχώς την κυριαρχία των χωρών του πυρήνα. Παρ' όλα αυτά, το σύστημα έχει δυναμικά χαρακτηριστικά, εν μέρει ως αποτέλεσμα των επαναστάσεων στη τεχνολογία των μεταφορών, και του γεγονότος ότι τα μεμονωμένα κράτη-μέλη μπορούν να «κερδίσουν» ή να «χάσουν» το status τους ως πυρήνα (ημιπεριφέρεια, περιφέρεια) με την πάροδο του χρόνου. Αυτή η δομή ενοποιείται από το καταμερισμό της εργασίας. Είναι μία κοσμοοικονομία βασισμένη σε μια καπιταλιστική οικονομία.[3] Για ένα διάστημα, ορισμένες χώρες γίνονται ο «παγκόσμιος ηγεμόνας»: κατά τη διάρκεια των τελευταίων αιώνων, όπου το κοσμοσύστημα έχει επεκταθεί γεωγραφικά και έχει ενταθεί οικονομικά, αυτή η κατάσταση έχει περάσει από την Ολλανδία, στο Ηνωμένο Βασίλειο και (πιο πρόσφατα) στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Απεικόνιση των οργανικών ή σταθερών περιοχών του πυρήνα, των περιφερειακών, και των ημιπεριφερειακών περιοχών μεταξύ των 1975-2002. Οι χώρες που απεικονίζονται έχουν ταξινομηθεί επανειλημμένα τα τελευταία 27 έτη. Salvatore J. Babones, «The country-level income structure of the world-economy,» Journal of World-Systems Research 11, no. 1 (2005): 29–55.

Υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Immanuel Wallerstein έχει αναπτύξει την πιο γνωστή εκδοχή της ανάλυσης κοσμοσυστημάτων, αρχίζοντας την δεκαετία του 70'.[4][5] Ο Wallerstein εντοπίζει την άνοδο της καπιταλιστικής κοσμοοικονομίας ήδη από τον 16ο αιώνα (περί 1450-1640). Η άνοδος του καπιταλισμού, κατά την άποψή του, ήταν ένα τυχαίο αποτέλεσμα της παρατεταμένης κρίσης της φεουδαρχίας (περί 1290-1450).[6] Η Ευρώπη (Δύση) χρησιμοποίησε τα πλεονεκτήματά της, αποκτώντας τελικά τον έλεγχο πάνω στο μεγαλύτερο μέρος της κοσμοοικονομίας και προεδρεύοντας την ανάπτυξη και την εξάπλωση της εκβιομηχάνισης και της καπιταλιστικής οικονομίας, με έμμεσο αποτέλεσμα την άνιση ανάπτυξη.

Αν και άλλοι σχολιαστές αναφέρονται στο έργο του Wallerstein ως «Θεωρία» των κοσμοσυστημάτων, ο ίδιος απορρίπτει αυτό τον όρο.[7] Για τον Wallerstein, η ανάλυση κοσμοσυστημάτων είναι ένας τρόπος ανάλυσης που έχει ως στόχο να υπερβεί τις δομές της γνώσης που κληρονόμησε από τον 19ο αιώνα, ειδικότερα τον ορισμό του καπιταλισμού, τις διαιρέσεις εντός των κοινωνικών επιστημών, καθώς και εκείνες μεταξύ των κοινωνικών επιστημών και της ιστορίας.[8] Για τον Wallerstein λοιπόν, η ανάλυση κοσμοσυστημάτων είναι ένα «γνωστικό κίνημα»[9] που επιδιώκει να διακρίνει το «σύνολο εκείνων που παρέλασαν υπό τις ετικέτες των... ανθρωπιστικών επιστημών και παρά πέρα».[10] «Πρέπει να εφεύρουμε μια νέα γλώσσα», επιμένει ο Wallerstein, ώστε να ξεπεράσουμε τις αυταπάτες των «τριών δήθεν διακριτών αρένων» της κοινωνίας, της οικονομίας και της πολιτικής.[11] Η τριαδική δομή της γνώσης στηρίζεται σε μία άλλη, ακόμα μεγαλύτερη, μοντερνιστική αρχιτεκτονική, της διάκρισης των βιοφυσικών κόσμων (συμπεριλαμβανομένων εκείνων εντός σωμάτων) από τα κοινωνικά: «Ένα ερώτημα, επομένως, είναι κατά πόσον θα είναι σε θέση να αιτιολογήσει κάτι που ονομάζεται κοινωνική επιστήμη στον εικοστό πρώτο αιώνα ως ξεχωριστή σφαίρα της γνώσης.»[12][13] Πολλοί άλλοι μελετητές έχουν συμβάλει σημαντικά σε αυτό το «γνωστικό κίνημα».

Προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επιρροές και μεγάλοι στοχαστές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ίχνη της ανάλυσης κοσμοσυστημάτων αναδύονται κατά τη δεκαετία του 1970. Οι ρίζες του μπορούν να βρεθούν στην κοινωνιολογία, όμως έχει εξελιχθεί σε ένα ιδιαίτερα διεπιστημονικό πεδίο. Η ανάλυση κοσμοσυστημάτων αποσκοπούσε στην αντικατάσταση της θεωρίας του εκσυγχρονισμού, στην οποία ο Wallerstein ασκεί κριτική για τρεις λόγους:

  1. εστιάζει στο έθνος-κράτος ως τη μόνη μονάδα ανάλυσης
  2. την παραδοχή ότι υπάρχει μόνο μια ενιαία διαδρομή της εξελικτικής για όλες τις χώρες
  3. η αδιαφορία πάνω στις διακρατικές δομές που περιορίζουν την τοπική και εθνική ανάπτυξη.

Υπάρχουν τρεις μεγάλοι προκάτοχοι της ανάλυσης κοσμοσυστημάτων: η σχολή των Αννάλ, η Μαρξιστική παράδοση, και η θεωρία της εξάρτησης.[14] Η παράδοση της σχολής των Αννάλ (που εκπροσωπείται κυρίως από τον Φερνάν Μπρωντέλ) επηρέασε τον Wallerstein με την εστίαση σε μακροπρόθεσμες διαδικασίες και γεω-οικολογικές περιοχές ως μονάδες ανάλυσης. Ο μαρξισμός έδωσε έμφαση στις κοινωνικές συγκρούσεις, εστιάζοντας στην διαδικασία συσσώρευσης κεφαλαίου και τους ανταγωνιστικούς ταξικούς αγώνες, στην σχετική ολότητα , την παροδική φύση των κοινωνικών μορφών και την διαλεκτική αίσθηση της κίνησης μέσω της σύγκρουσης και της αντίφασης.

Η ανάλυση κοσμοσυστημάτων είχε επίσης σημαντική επιρροή από την θεωρία της εξάρτησης, μιας νεο-Μαρξιστικής εξήγησης των διαδικασιών ανάπτυξης.

Άλλες επιρροές στην ανάλυση κοσμοσυστημάτων προέρχονται από μελετητές όπως ο Καρλ Πολάνυι, ο Νικολάι Κοντράτιεφ[15] και ο Γιόζεφ Σουμπέτερ (ιδιαίτερα στην έρευνα σχετικά με τους επιχειρηματικούς κύκλους και τις έννοιες τριών βασικών τρόπων της οικονομικής οργάνωσης: αμοιβαία, αναδιανεμητική, και των τρόπων αγοράς, τους οποίους ο Wallerstein αναδιάρθρωσε σε μια συζήτηση μίνι συστημάτων, κοσμοκρατοριών, και κοσμοοικονομιών).

Ο Wallerstein θεωρεί την ανάπτυξη της καπιταλιστικής κοσμοοικονομίας ως επιζήμια για ένα μεγάλο ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού.[16] Ο Wallerstein θεωρεί την περίοδο από τη δεκαετία του 1970 ως την «εποχή της μετάβασης» η οποία θα δώσει τη θέση της σε ένα μελλοντικό κοσμοσύστημα (ή σε κοσμοσυστήματα), των οποίων η διαμόρφωση δεν μπορεί να προσδιοριστεί εκ των προτέρων.[17]

Στους θεωρητικούς της ανάλυσης κοσμοσυστημάτων περιλαμβάνονται οι Samir Amin, Giovanni Arrighi, Andre Gunder Frank, και Immanuel Wallerstein, με σημαντικές συνεισφορές από τους Christopher Chase-Dunn, Beverly Silver, Volker Bornschier, Janet Abu Lughod, Thomas D. Hall, Kunibert Raffer, Theotonio dos Santos, Dale Tomich, Jason W. Moore και άλλων. Στην κοινωνιολογία, μια κύρια εναλλακτική άποψη αποτελεί η Παγκόσμια Πολιτειακή Θεωρία, όπως διατυπώθηκε από τον John W. Meyer.[εκκρεμεί παραπομπή]

Θεωρία της εξάρτησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ανάλυση κοσμοσυστημάτων βασίζεται, αλλά και διαφέρει ριζικά από την θεωρία της εξάρτησης. Ενώ αποδέχεται την παγκόσμια ανισότητα, την παγκόσμια αγορά και τον ιμπεριαλισμό, ως τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του ιστορικού καπιταλισμού, ο Wallerstein απομακρύνθηκε από την ορθόδοξη κεντρική πρόταση της θεωρίας της εξάρτησης. Για τον Wallerstein, οι χώρες του πυρήνα δεν εκμεταλλεύονται τις φτωχές χώρες για δύο βασικούς λόγους.

Πρώτον, οι καπιταλιστές του πυρήνα εκμεταλλεύονται τους εργαζόμενους σε όλες τις ζώνες της καπιταλιστικής κοσμοοικονομίας (όχι μόνο στην περιφέρεια) και, ως εκ τούτου, η κρίσιμη αναδιανομή μεταξύ κέντρου και περιφέρειας, είναι η υπεραξία, και όχι ο «πλούτος» ή οι αφηρημένα συλλαβόντες «πόροι». Δεύτερον, τα κράτη του πυρήνα δεν εκμεταλλεύονται τα φτωχά κράτη-μέλη όπως προτείνει η θεωρία της εξάρτησης, γιατί ο καπιταλισμός είναι οργανωμένος γύρω από έναν διαπεριφερειακό και διακρατικό καταμερισμό της εργασίας και όχι από έναν διεθνή καταμερισμό της εργασίας.

Κατά τη διάρκεια της Βιομηχανικής Επανάστασης, για παράδειγμα, οι Άγγλοι καπιταλιστές εκμεταλλεύτηκαν τους σκλάβους (ανελεύθεροι εργαζόμενοι) στις ζώνες βαμβακιού του Αμερικανικού Νότου, μια περιφερειακή περιοχή μέσα σε μία ημιπεριφερειακή χώρα, εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών.[18]

Από μία ιδιαίτερα βεμπεριανή προοπτική, ο Fernando Henrique Cardoso περιέγραψε τις βασικές αρχές της θεωρίας της εξάρτησης ως εξής:

  • Υπάρχει μια οικονομική και τεχνολογική διείσδυση των περιφερειακών και των ημιπεριφερειακών χωρών από τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες του πυρήνα.
  • Που παράγει μια μη ισορροπημένη οικονομική δομή εντός των περιφερειακών κοινωνιών, και μεταξύ αυτών και των κεντρικών χωρών.
  • Αυτό οδηγεί σε περιορισμούς της αυτόνομης ανάπτυξης της περιφέρειας.
  • Που βοηθά στην εμφάνιση συγκεκριμένων μοτίβων ταξικών σχέσεων.
  • Απαιτούν τροποποιήσεις στο ρόλο του κράτους προκειμένου να εγγυηθεί τη λειτουργία της οικονομίας και της πολιτικής διάρθρωση της κοινωνίας, η οποία περιέχει, μέσα στην ίδια, εστίες αποδιάρθρωσης και δομικής ανισορροπίας.[19]

Η θεωρία της εξάρτησης και η ανάλυση κοσμοσυστημάτων θεωρούν ότι η φτώχεια και η οπισθοδρομικότητα των φτωχών χωρών οφείλονται στην περιφερειακή θέση που κατέχουν στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας. Από τότε που το καπιταλιστικό κοσμοσύστημα άρχιζε να εξελίσσεται, η διάκριση μεταξύ των κεντρικών και των περιφερειακών κρατών έχει αναπτυχθεί και διαφοροποιηθεί. Αναγνωρίζοντας ένα τριμερές υπόδειγμα στον καταμερισμό της εργασίας, η ανάλυση κοσμοσυστημάτων άσκησε κριτική στην θεωρία της εξάρτησης, με το σύστημα δύο καταστάσεων, αυτών του πυρήνα και της περιφέρειας.

Immanuel Wallerstein[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πιο γνωστή εκδοχή της ανάλυσης κοσμοσυστημάτων αναπτύχθηκε από τον Immanuel Wallerstein. Ο Wallerstein σημειώνει ότι η ανάλυση κοσμοσυστημάτων επιζητεί μια διεπιστημονική ιστορική κοινωνική επιστήμη και υποστηρίζει ότι οι σύγχρονες επιστήμες, προϊόντα του 19ου αιώνα, είναι βαθιά προβληματικές, διότι δεν αποτελούν ξεχωριστές λογικές, όπως είναι πρόδηλο, για παράδειγμα, στην de facto επικάλυψη της ανάλυσης ανάμεσα στους μελετητές των ακαδημαϊκών κλάδων. Ο Wallerstein προσφέρει πληθώρα ορισμών για ένα κοσμοσύστημα, που το καθορίζει το 1974 εν συντομία:

a system is defined as a unit with a single division of labor and multiple cultural systems.[20]

Ανέπτυξε επίσης έναν εκτενέστερο ορισμό:

...a social system, one that has boundaries, structures, member groups, rules of legitimation, and coherence. Its life is made up of the conflicting forces which hold it together by tension and tear it apart as each group seeks eternally to remold it to its advantage. It has the characteristics of an organism, in that it has a life-span over which its characteristics change in some respects and remain stable in others. One can define its structures as being at different times strong or weak in terms of the internal logic of its functioning.

[21]

Το 1987, o Wallerstein και πάλι το ορίζει:

... not the system of the world, but a system that is a world and which can be, most often has been, located in an area less than the entire globe. World-systems analysis argues that the units of social reality within which we operate, whose rules constrain us, are for the most part such world-systems (other than the now extinct, small minisystems that once existed on the earth). World-systems analysis argues that there have been thus far only two varieties of world-systems: world-economies and world empires. A world-empire (examples, the Roman Empire, Han China) are large bureaucratic structures with a single political center and an axial division of labor, but multiple cultures. A world-economy is a large axial division of labor with multiple political centers and multiple cultures. In English, the hyphen is essential to indicate these concepts. "World system" without a hyphen suggests that there has been only one world-system in the history of the world.

Ο Wallerstein χαρακτηρίζει το κοσμοσύστημα ως ένα σύνολο μηχανισμών, οι οποίοι αναδιανέμουν την πλεονασματική αξία από την περιφέρεια στον πυρήνα. Στην ορολογία του, ο πυρήνας είναι το αναπτυγμένο βιομηχανικό μέρος του κόσμου, και η περιφέρεια είναι το «υπανάπτυκτο», συνήθως εξαγωγέας πρώτων υλών, φτωχό μέρος του κόσμου: η αγορά αποτελεί το μέσο με το οποίο ο πυρήνας εκμεταλλεύεται την περιφέρεια.

Εκτός από αυτούς, ο Wallerstein ορίζει τέσσερα χρονικά χαρακτηριστικά του κοσμοσυστήματος. Οι κυκλικοί ρυθμοί (cyclical rhythms) αντιπροσωπεύουν τις βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις της οικονομίας, και οι διαχρονικές τάσεις (secular trands) αποτελούν βαθύτερες μακροπρόθεσμες τάσεις, όπως η γενική οικονομική ανάπτυξη ή ύφεση. Ο όρος αντίφαση σημαίνει μια γενικευμένη αντιπαράθεση εντός του συστήματος, συνήθως σχετικά με κάποιο βραχυπρόθεσμο έναντι κάποιου μακροπρόθεσμου αποτελέσματος. Για παράδειγμα, το πρόβλημα της υποκατανάλωσης, όπου η μείωση των μισθών αυξάνει το κέρδος για τους καπιταλιστές βραχυπρόθεσμα, μακροπρόθεσμα όμως, η μείωση των μισθών μπορεί να έχει εξαιρετικά επιβλαβείς συνέπειες από τη μείωση της ζήτησης για το προϊόν. Το τελευταίο χρονικό χαρακτηριστικό είναι η κρίση: μια κρίση προκύπτει εάν μια σειρά περιστάσεων φέρνει το τέλος του συστήματος.

Σύμφωνα με τον Wallerstein, υπάρχουν τρία είδη ιστορικών συστημάτων καθ' όλη την διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας: τα «μικροσυστήματα» ή αυτό που οι ανθρωπολόγοι ονομάζουν ζώνες, φυλές, και μικρές ιεραρχικά δομημένες κοινότητες, και οι δύο τύποι κοσμοσυστημάτων, εκείνου που είναι πολιτικά ενοποιημένο ενώ το άλλο όχι (ενιαίο κράτος, κοσμοκρατορίες και πολυ-πολιτειακές οικονομίες του κόσμου). Τα κοσμοσυστήματα είναι μεγαλύτερα, και είναι εθνικά ποικιλόμορφα. Η νεωτερικότητα είναι μοναδική στο ότι είναι η πρώτη και μοναδική πλήρως καπιταλιστική κοσμοοικονομία που προέκυψε γύρω στο 1450 με 1550 και που γεωγραφικά επεκτάθηκε σε ολόκληρο τον πλανήτη, από το 1900 περίπου. Μην όντας πολιτικά ενοποιημένες, πολλές πολιτικές μονάδες περιλαμβάνονται στο πλαίσιο του κοσμοσυστήματος με «χαλαρές» διασυνδέσεις σε ένα διακρατικό σύστημα. Ο αποτελεσματικός καταμερισμός της εργασίας, είναι το ενοποιητικό στοιχείο των διαφόρων μονάδων, και είναι, επίσης, μια λειτουργία του καπιταλισμού, ενός συστήματος που βασίζεται στον ανταγωνισμό μεταξύ των ελεύθερων παραγωγών που χρησιμοποιούν ελεύθερη εργασία σε συνδυασμό με ελεύθερα προϊόντα, εννοώντας ως «ελεύθερη» την δυνατότητά τους να διατίθενται στην αγορά για πώληση και αγορά. Πιο συγκεκριμένα, μπορεί να περιγραφεί ως την αέναη συσσώρευση κεφαλαίου: με άλλα λόγια, η συσσώρευση του κεφαλαίου με στόχο την συσσώρευση ακόμα περισσότερου κεφαλαίου. Ο καπιταλισμός έχει μια αμοιβαία σχέση εξάρτησης με την κοσμοοικονομία, δεδομένου ότι παρέχει τον αποτελεσματικό καταμερισμό της εργασίας, το ενοποιητικό στοιχείο δηλαδή της κοσμοοικονομίας, μέσα από τη διαδικασία της συσσώρευσης πλούτου. Ομοίως, ο καπιταλισμός εξαρτάται από την κοσμοοικονομία, δεδομένου ότι η τελευταία παρέχει μια μεγάλη αγορά και μια πολλαπλότητα μελών, επιτρέποντας στους καπιταλιστές να επιλέξουν να εργαστούν με μέλη που προωθούν τα συμφέροντά τους.

Ερευνητικές ερωτήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ανάλυση κοσμοσυστημάτων θέτει μερικά καίρια ερωτήματα:

  • Πώς το κοσμοσύστημα επηρεάζεται από τις αλλαγές στα συστατικά του μέρη (π.χ. κρατών, εθνοτικών ομάδων, κοινωνικών τάξεων, κ.λ.π.);
  • Πώς επηρεάζει τα συστατικά του μέρη;
  • Σε ποιο βαθμό, εάν εφαρμόζεται, ο πυρήνας χρειάζεται να διατηρεί την περιφέρεια υπανάπτυκτη;
  • Τι προκαλεί το να αλλάζουν τα κοσμοσυστήματα;
  • Ποιο σύστημα θα μπορούσε να αντικαταστήσει τον καπιταλισμό;

Μερικές ερωτήσεις είναι πιο συγκεκριμένες σε ορισμένα υποπεδία, για παράδειγμα, οι Μαρξιστές θα ασχοληθούν με το αν η ανάλυση κοσμοσυστημάτων είναι χρήσιμη ή άχρηστη για την ανάπτυξη των Μαρξιστικών θεωριών.

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ανάλυση κοσμοσυστημάτων υποστηρίζει ότι ο καπιταλισμός, ως ιστορικό σύστημα, είχε πάντα ενσωματωμένη μια ποικιλία μορφών εργασίας μέσα σε έναν λειτουργικό καταμερισμό της εργασίας (κοσμοοικονομία). Οι χώρες που δεν έχουν οικονομίες, αλλά είναι μέρος της κοσμοοικονομίας. Μακριά από το να είναι ξεχωριστές κοινωνίες ή κόσμους, η κοσμοοικονομία εκδηλώνει έναν τριμερή καταμερισμό της εργασίας, με τις ζώνες του πυρήνα,της ημιπεριφέρειας και της περιφέρειας. Στις ζώνες του πυρήνα, οι επιχειρήσεις, με την υποστήριξη των κρατών στα οποία λειτουργούν, μονοπωλούν τις πιο κερδοφόρες δραστηριότητες του καταμερισμού της εργασίας.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να καταταχθεί μια συγκεκριμένη χώρα στον πυρήνα, την ημιπεριφέρεια, ή την περιφέρεια. Χρησιμοποιώντας έναν εμπειρικά βασισμένο επίσημο ορισμό της «κυριαρχίας» σε μια σχέση δύο χωρών, η Piana το 2004 όρισε ότι ο «πυρήνας» αποτελείται από «ελεύθερες χώρες» που κυριαρχούν άλλες, χωρίς οι ίδιες να κυριαρχούνται, οι «ημιπεριφερειακές» αποτελούνται από χώρες που κυριαρχούνται (συνήθως, αλλά όχι απαραίτητα, από χώρες του πυρήνα), αλλά την ίδια στιγμή κυριαρχούν πανω σε άλλες (συνήθως εκείνες στην περιφέρεια), και «περιφερειακές» ως οι χώρες που κυριαρχούνται. Με βάση στοιχεία του 1998, ο πλήρης κατάλογος των χωρών στις τρεις περιφέρειες, μαζί με μια συζήτηση της αντίστοιχης μεθοδολογίας, μπορεί να βρεθεί.

Τα τέλη του 18ου και οι αρχές του 19ου αιώνα σηματοδοτούν μια μεγάλη καμπή στην ανάπτυξη του καπιταλισμού, στην οποία οι καπιταλιστές επέτυχαν κρατική (state) κοινωνική δύναμη σε μέλη-κλειδιά, τα οποία προώθησαν την βιομηχανική επανάσταση, που σηματοδοτεί την άνοδο του καπιταλισμού. Η ανάλυση κοσμοσυστημάτων υποστηρίζει ότι ο καπιταλισμός ως ιστορικό σύστημα που σχηματίστηκε νωρίτερα και το ότι οι χώρες δεν «αναπτύσσονται» σε στάδια, αλλά μόνο το σύστημα, και το ότι τα γεγονότα έχουν διαφορετικό νόημα ως μια φάση στην ανάπτυξη του ιστορικού καπιταλισμού, την εμφάνιση των τριών ιδεολογιών της εθνικής αναπτυξιακής μυθολογίας (η ιδέα ότι οι χώρες μπορούν να αναπτυχθούν μέσα από στάδια, αν ακολουθήσουν το σωστό σύνολο πολιτικών): ο συντηρητισμός, ο φιλελευθερισμός και ο ριζοσπαστισμός.

Οι υποστηρικτές της ανάλυσης κοσμοσυστημάτων αντιμετωπίζουν την παγκόσμια διαστρωμάτωση με τον ίδιο τρόπο που ο Καρλ Μαρξ (ιδιοκτησία έναντι μη-ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής) και ο Μαξ Βέμπερ αντιμετώπιζαν την τάξη (η οποία, εκτός από την ιδιοκτησία, τόνισε το επίπεδο των επαγγελματικών δεξιοτήτων στην παραγωγική διαδικασία). Τα κράτη του πυρήνα κατά κύριο λόγο κατέχουν και ελέγχουν τα μεγάλα μέσα παραγωγής ανά τον κόσμο και εκτελούν τα καθήκοντα υψηλότερου επίπεδου παραγωγής. Τα κράτη των περιφερειών κατέχουν ένα πολύ μικρό μέρος των διεθνών μέσων παραγωγής (ακόμα και όταν βρίσκονται στην περιφερειακά κράτη) και παρέχουν λιγότερο ειδικευμένο εργατικό δυναμικό. Σαν ένα ταξικό σύστημα με ένα έθνος, οι ταξικές θέσεις στην παγκόσμια οικονομία έχουν ως αποτέλεσμα την άνιση κατανομή ανταμοιβών ή πόρων. Τα κράτη του πυρήνα λαμβάνουν το μεγαλύτερο μερίδιο του πλεονάσματος της παραγωγής, και τα περιφερειακά κράτη λαμβάνουν το μικρότερο μερίδιο. Επιπλέον, τα κράτη του πυρήνα είναι συνήθως σε θέση να αγοράσουν πρώτες ύλες και άλλα αγαθά από τα κράτη που δεν ανήκουν στον πυρήνα, σε χαμηλές τιμές, και να απαιτούν υψηλότερες τιμές για τις εξαγωγές τους σε αυτά τα κράτη . Ο Chirot (1986) παραθέτει τα πέντε πιο σημαντικά οφέλη που καρπώνονται τα κράτη του πυρήνα από την κυριαρχία τους στα κράτη της περιφέρειας:

  1. Πρόσβαση σε μια μεγάλη ποσότητα πρώτων υλών
  2. Φθηνό εργατικό δυναμικό
  3. Τεράστια κέρδη από άμεσες επενδύσεις κεφαλαίου
  4. Μια αγορά για εξαγωγές
  5. Εξειδικευμένη επαγγελματική εργασία μέσω της μετανάστευσης των ανθρώπων αυτών τα κράτη εκτός πυρήνα, σε εκείνα που ανήκουν στον πυρήνα.[22]


Σύμφωνα με τον Wallerstein, οι μοναδικές ιδιότητες του νεωτερικού κοσμοσυστήματος περιλαμβάνουν την καπιταλιστική και την πραγματικά παγκόσμια φύση, και το γεγονός ότι πρόκειται για μια κοσμοοικονομία που δεν έχει γίνει πολιτικά ενοποιημένη σε μια κοσμοκρατορία.

Κράτη του Πυρήνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Είναι τα πιο οικονομικά ποικιλόμορφα, πλούσια και ισχυρά (οικονομικά και στρατιωτικά)
  • Έχουν ισχυρές κεντρικές κυβερνήσεις, ελέγχοντας εκτεταμένες γραφειοκρατίες και ισχυρούς στρατούς
  • Έχουν ισχυρότερους και πιο σύνθετους κρατικούς θεσμούς που βοηθούν στην διαχείριση των οικονομικών υποθέσεων, εσωτερικά και εξωτερικά
  • Έχουν επαρκή φορολογική βάση ώστε οι κρατικοί θεσμοί να μπορούν να παρέχουν την υποδομή για μιαν ισχυρή οικονομία
  • Ιδιαίτερα βιομηχανοποιημένες και παράγουν βιομηχανικά προϊόντα, αντί πρώτων υλών για εξαγωγή
  • Όλο και περισσότερο τείνουν να ειδικεύονται σε βιομηχανίες πληροφορικής, χρηματοδοτικής και παροχής υπηρεσιών
  • Πιο συχνά στην πρώτη γραμμή των νέων τεχνολογιών και των νέων βιομηχανιών. Παραδείγματα σήμερα περιλαμβάνουν τις υψηλής τεχνολογίας βιομηχανίες ηλεκτρονικών και βιοτεχνολογίας. Ένα άλλο παράδειγμα θα μπορούσε να είναι η γραμμή παραγωγής αυτοκινήτων στις αρχές του 20ου αιώνα.
  • Έχει ισχυρή αστική και την εργατική τάξη
  • Έχουν σημαντικά μέσα επιρροής σε σχέση με τα κράτη εκτός πυρήνα
  • Σχετικά ανεξάρτητη από τον εξωτερικό έλεγχο

Καθ'όλην τη διάρκεια της ιστορίας του νεωτερικού κοσμοσυστήματος, έχει υπάρξει μια ομάδα κρατών του πυρήνα που ανταγωνίζονταν μεταξύ τους για την πρόσβαση σε φυσικούς πόρους, την οικονομική κυριαρχία και την ηγεμονία πάνω σε περιφερειακά κράτη . Περιστασιακά, έχει υπάρξει ένα κράτος του πυρήνα με σαφή κυριαρχία πάνω στα άλλα. Σύμφωνα με τον Immanuel Wallerstein, ένα κράτος του πυρήνα κυριαρχεί πάνω από όλα τα άλλα, όταν έχει τα πρωτεία σε τρεις μορφές οικονομικής κυριαρχίας πάνω από ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα:

  1. Η κυριαρχία στην παραγωγικότητα επιτρέπει σε μια χώρα να παράγει τα προϊόντα καλύτερης ποιότητας σε φθηνότερη τιμή, σε σύγκριση με άλλες χώρες.
  2. Η κυριαρχία στην παραγωγικότητα μπορεί να οδηγήσει σε εμπορική κυριαρχία. Τώρα, υπάρχει ένα ευνοϊκό εμπορικό ισοζύγιο για το κυρίαρχο κράτος, από την στιγμή όπου περισσότερες χώρες προτιμούν να αγοράζουν από τα προϊόντα της κυρίαρχης χώρας, σε αντίθεση με τα δικά τους.
  3. Η εμπορική κυριαρχία μπορεί να οδηγήσει σε οικονομική κυριαρχία. Τώρα, περισσότερα χρήματα εισρέουν στη χώρα σε σχέση με την ποσότητα που εξέρχεται. Οι τραπεζίτες από το κυρίαρχο κράτος τείνουν να αποκτούν περισσότερο έλεγχο των παγκόσμιων οικονομικών πόρων.[23]

Η στρατιωτική κυριαρχία είναι, επίσης, πιθανή από την στιγμή που το κράτος καταφέρει να πραγματοποιήσει τα παραπάνω. Ωστόσο, έχει προταθεί ότι όσον αφορά το νεωτερικό κοσμοσύστημα στην ολότητά του, κανένα κράτος δεν είχε τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τον στρατό του για να κερδίσει την οικονομική του κυριαρχία. Κάθε ένα από τα τελευταία κυρίαρχα κράτη έγινε κυρίαρχο με αρκετά χαμηλές στρατιωτικές δαπάνες και άρχισε να χάνει την οικονομική του κυριαρχία με την στρατιωτική του επέκταση αργότερα.[24] Ιστορικά, οι πυρήνες βρέθηκαν στη Βορειοδυτική Ευρώπη (Αγγλία, Γαλλία, Ολλανδία) αλλά αργότερα και σε άλλα μέρη του κόσμου (όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά, και την Αυστραλία).

Περιφερειακά κράτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Είναι λιγότερο οικονομικά διαφοροποιημένα
  • Έχουν σχετικά αδύναμες κυβερνήσεις
  • Έχουν σχετικά αδύναμους θεσμούς, με πολύ μικρές φορολογικές βάσεις για να υποστηρίξουν την ανάπτυξη των υποδομών
  • Τείνουν να εξαρτώνται από ένα είδος οικονομικής δραστηριότητας, συχνά από την εξόρυξη και την εξαγωγή πρώτων υλών προς τα κράτη του πυρήνα
  • Τείνουν να είναι οι λιγότερο βιομηχανοποιημένες
  • Είναι συχνά στόχοι για επενδύσεις από πολυεθνικέςδιακρατικές) εταιρείες από τα κράτη του πυρήνα, οι οποίες έρχονται στη χώρα για να εκμεταλλευτούν φθηνή ανειδίκευτη εργασία, προκειμένου να εξάγουν πίσω στα κράτη του πυρήνα
  • Έχουν μία μικρή αστική και μια μεγάλη αγροτική τάξη
  • Τείνουν να έχουν πληθυσμούς με υψηλά ποσοστά φτώχειας και αναλφαβητισμού
  • Τείνουν να έχουν πολύ υψηλή κοινωνική ανισότητα λόγω των μικρών ανώτερων τάξεων που κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος της γης , ενώ έχουν παράλληλα κερδοφόρους δεσμούς με πολυεθνικές εταιρείες
  • Τείνουν να είναι σε μεγάλο βαθμό επηρεαζόμενες από τα κράτη του πυρήνα και των πολυεθνικών τους εταιρειών, και συχνά αναγκάζονται να ακολουθήσουν οικονομικές πολιτικές που βοηθούν τα κράτη του πυρήνα, αλλά βλάπτουν τις μακροπρόθεσμες οικονομικές προοπτικές τους.

Ιστορικά, περιφέρειες βρίσκονται εκτός Ευρώπης, όπως στη Λατινική Αμερική και σήμερα στην υπο-Σαχάρια Αφρική.

Hμιπεριφερειακά κράτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ημιπεριφερειακά κράτη είναι αυτά που είναι στο μέσο της απόστασης μεταξύ του πυρήνα και της περιφέρειας. Έτσι, θα πρέπει διατηρήσουν την θέση τους από την πτώση στην κατηγορία των περιφερειακών κρατών και την ίδια στιγμή, να προσπαθούν να ενταχθούν στην κατηγορία των κρατών του πυρήνα. Ως εκ τούτου, τείνουν να εφαρμόζουν πολιτικές προστατευτισμού πιο επιθετικά από όλες τις άλλες κατηγορίες.[25] Τείνουν να είναι χώρες που κινούνται προς την εκβιομηχάνιση και στις περισσότερο διαφοροποιημένες οικονομίες. Αυτές οι περιοχές συχνά έχουν σχετικά αναπτυγμένη και διαφοροποιημένη οικονομία, αλλά δεν κατέχουν δεσπόζουσα θέση στο διεθνές εμπόριο. Έχουν την τάση να εξάγουν περισσότερο στα περιφερειακά κράτη και να εισάγουν περισσότερο τα κράτη του πυρήνα. Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, όπως ο Chirot, δεν υπόκεινται σε εξωτερική χειραγώγηση όπως οι περιφερειακές κοινωνίες: αλλά σύμφωνα με άλλους (Barfield), έχουν σαν «περιφερειακές» σχέσεις με τον πυρήνα.[26] Ανήκοντας στη σφαίρα επιρροής της ορισμένων κρατών του πυρήνα, οι ημιπεριφέρειες, τείνουν με τη σειρά τους να ασκούν δικό τους έλεγχο πάνω σε κάποιες περιφέρειες. Επιπλέον, οι ημιπεριφέρειες ενεργούν ως μεσολαβητές μεταξύ των πυρήνων και των περιφερειών και, συνεπώς, «...εν μέρει εκτρέπουν τις πολιτικές πιέσεις από ομάδες που βρίσκονται κατά κύριο λόγο στις περιφερειακές περιοχές οι οποίες θα μπορούσαν διαφορετικά να κινηθούν ενάντια στα κράτη του πυρήνα» και συνεπώς σταθεροποιούν το κοσμοσύστημα.

Οι ημιπεριφέρειες μπορούν να προκύψουν από τις αναπτυσσόμενες περιφέρειες και τα παρακμάζοντα κράτη του πυρήνα . Ιστορικά, δύο παραδείγματα ημιπεριφερειακών κρατών θα μπορούσαν να είναι η Ισπανία και η Πορτογαλία, η οποίες έχασαν την αρχική θέση τους στα κράτη του πυρήνα, αλλά και πάλι κατάφεραν να διατηρήσουν την επιρροή τους στη Λατινική Αμερική. Αυτές οι χώρες εισήγαγαν ασήμι και χρυσό από τις Αμερικανικές τους αποικίες, αλλά στη συνέχεια έπρεπε να τον χρησιμοποιήσουν για να πληρώσουν μεταποιημένα προϊόντα από χώρες του πυρήνα όπως η Αγγλία και η Γαλλία. Κατά τον 20ο αιώνα, τα κράτη όπως οι «settler colonies» της Αυστραλίας, του Καναδά και της Νέας Ζηλανδίας υπόκεινται σε μία ημιπεριφερειακή κατάσταση. Στον 21ο αιώνα, χώρες όπως η Βραζιλία, η Ρωσία, η Ινδία, το Ισραήλ, η Κίνα, η Νότια Κορέα και η Νότια Αφρική (BRICS) συνήθως θεωρούνται ως ημιπεριφερειακές.[27]

Εξωτερικές περιοχές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικές περιοχές είναι αυτές που διατηρούν τον κοινωνικά αναγκαίο καταμερισμό της εργασίας ανεξάρτητα από την καπιταλιστική κοσμοοικονομία.

Ερμηνεία της παγκόσμιας ιστορίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κοσμοσύστημα τον 13ο αιώνα.

Πριν από τον 16ο αιώνα, η Ευρώπη κυριαρχούνταν από φεουδαρχικές οικονομίες. Οι ευρωπαϊκές οικονομίες αναπτύχθηκαν μεταξύ του μέσου του 12ου και το 14ο αιώνα, όμως από το 14ο έως τα μέσα του 15ου αιώνα, βίωσαν μια μεγάλη κρίση.[28] Ο Wallerstein εξηγεί αυτήν την κρίση και θεωρεί ότι προκλήθηκε από τα ακόλουθα:

  1. Στασιμότητα ή ακόμα και μείωση της γεωργικής παραγωγής, αύξηση της επιβάρυνσης των αγροτών.
  2. Μειωμένη γεωργική παραγωγικότητα που προκαλείται από την αλλαγή των κλιματολογικών συνθηκών (Μικρή Εποχή των Παγετώνων),
  3. Αύξηση επιδημιών (Μαύρη Πανώλη),
  4. Το βέλτιστο επίπεδο της φεουδαρχικής οικονομίας έχει φτάσει πλέον στον οικονομικό κύκλο του: η οικονομία κινείται πέρα από αυτόν και εισέρχεται σε μια περίοδο ύφεσης.

Ως αντίδραση στην αποτυχία του φεουδαρχικού συστήματος, η Ευρώπη «αγκάλιασε» το καπιταλιστικό σύστημα. Οι Ευρωπαίοι είχαν το κίνητρο να αναπτύξουν την τεχνολογία τους για να εξερευνήσουν και να εμπορευθούν τον υπόλοιπο κόσμο, χρησιμοποιώντας τον εξελιγμένο στρατό τους για την απόκτηση ελέγχου των εμπορικών δρόμων. Οι Ευρωπαίοι εκμεταλλεύτηκαν τα αρχικά μικρά τους πλεονεκτήματα, τα οποία οδήγησαν σε μια επιταχυνόμενη διαδικασία συσσώρευσης πλούτου και εξουσίας στην Ευρώπη.

Ο Wallerstein υπογραμμίζει ότι ποτέ ξανά ένα οικονομικό σύστημα δεν περίκλειε ένα τόσο μεγάλο μέρος του κόσμου, με εμπορικές συνδέσεις να διέρχονται από τόσα πολλά πολιτικά σύνορα. Στο παρελθόν, μεγάλα ως προς την γεωγραφία τους οικονομικά συστήματα είχαν ήδη υπάρξει, αλλά ήταν ως επί το πλείστον περιορισμένα σε σφαίρες κυριαρχίας μεγάλων αυτοκρατοριών (όπως η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία): η ανάπτυξη του καπιταλισμού επέτρεψε στην κοσμοοικονομία να επεκταθεί πέρα από τα μεμονωμένα κράτη μέλη. Ο διεθνής καταμερισμός της εργασίας ήταν καθοριστικός στο να αποσαφηνιστούν οι σχέσεις που επικρατούν μεταξύ των διαφόρων περιφερειών, οι συνθήκες εργασίας τους και τα πολιτικά τους συστήματα. Για λόγους που αφορούν την ταξινόμηση και την σύγκριση, ο Wallerstein εισήγαγε τις κατηγορίες του πυρήνα, της ημιπεριφέρειας, της περιφέρειας και των εξωτερικών χωρών. Τα κράτη του πυρήνα μονοπώλησαν το κεφάλαιο έντασης παραγωγής, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος παρείχε μόνο εργατικό δυναμικό και πρώτες ύλες. Η ανισότητα που προέκυψε ενίσχυσε την ήδη υφιστάμενη άνιση ανάπτυξη.

Σύμφωνα με τον Wallerstein, υπήρξαν μόνο τρεις περίοδοι όπου κάποιο κράτος του πυρήνα κυριάρχησε στο νεωτερικό κοσμοσύστημα, με το καθένα από αυτά να διατηρεί την κυριαρχία του για λιγότερο από εκατό χρόνια. Στους πρώτους αιώνες της ανόδου της Ευρώπης, η Βορειοδυτική Ευρώπη αποτελούσε τον πυρήνα, η Μεσογειακή Ευρώπη την ημιπεριφέρεια και η Ανατολική Ευρώπη μαζί με το Δυτικό ημισφαίριο (και τμήματα της Ασίας) την περιφέρεια. Γύρω στο 1450, η Ισπανία και η Πορτογαλία πήραν το προβάδισμα όταν οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές για μια καπιταλιστική κοσμοοικονομία. Εκείνες έδωσαν το παράδειγμα για την ίδρυση υπερπόντιων αποικιών. Ωστόσο, η Πορτογαλία και η Ισπανία έχασαν την πρωτοκαθεδρία τους, κυρίως με το να υπέρ-επεκταθούν στην δημιουργία της αυτοκρατορίας τους. Έγινε συνεπώς πάρα πολύ ακριβό το να κυριαρχούν και να προστατεύουν τόσο πολλά αποικιακά εδάφη σε όλο τον κόσμο.[29]

Ολλανδικά fluyts του δέκατου έβδομου Αιώνα.

Το πρώτο κράτος που απέκτησε σαφή κυριαρχία ήταν η Ολλανδία τον 17ο αιώνα, μετά από μιαν περίοδο που οδήγησε σε ένα νέο οικονομικό σύστημα όπου πολλοί ιστορικοί θεωρούν επαναστατικό. Ακόμη, μια εντυπωσιακή ναυπηγική βιομηχανία συνέβαλε στην οικονομική τους κυριαρχία με περισσότερες εξαγωγές σε άλλες χώρες. Τελικά, οι άλλες χώρες άρχισαν να αντιγράφουν τις οικονομικές μεθόδους και την αποδοτική παραγωγή που δημιούργησαν οι ολλανδοί. Αφότου οι ολλανδοί απέκτησαν την κυρίαρχη θέση τους, το βιοτικό επίπεδο τους αυξήθηκε, ανεβάζοντας το κόστος παραγωγής.

Οι ολλανδοί τραπεζίτες άρχισαν να κινούνται εκτός της χώρας προκειμένου να αναζητήσουν κερδοφόρες επενδύσεις, μετακινώντας τη ροή των κεφαλαίων, ειδικά στην Αγγλία. Μέχρι το τέλος του 17ου αιώνα, οι συγκρούσεις μεταξύ των κρατών του πυρήνα εντάθηκαν ως αποτέλεσμα της οικονομικής παρακμής των ολλανδών. Η ολλανδική οικονομική επένδυση ωφέλησε την παραγωγικότητα της Αγγλίας και την εμπορική της κυριαρχία, και παράλληλα η στήριξη από πλευράς του ολλανδικού στρατού την βοήθησε να νικήσει τη Γαλλία, χώρα η οποία επίσης αγωνιζόταν για την απόκτηση κυριαρχίας εκείνη την περίοδο.

Η Βρετανική Αυτοκρατορία κατά το 1921

Τον 19ο αιώνα, η Βρετανία αντικατέστησε την Ολλανδία ως ο ηγεμόνας. Ως αποτέλεσμα της νέας Βρετανικής κυριαρχίας, το κοσμοσύστημα, έγινε σχετικά σταθερό και πάλι κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Οι Βρετανοί άρχισαν να επεκτείνονται σε παγκόσμιο επίπεδο, με πολλές αποικίες στο Νέο Κόσμο, την Αφρική και την Ασία. Το αποικιακό σύστημα άρχισε να ασκεί πίεση στον Βρετανικό στρατό και, μαζί με άλλους παράγοντες, οδήγησε σε μία οικονομική παρακμή. Και τελικά πάλι υπήρξε μια μεγάλη σύγκρουση μεταξύ των κρατών του πυρήνα, αφού οι Βρετανοί έχασαν τη σαφή κυριαρχία τους. Αυτή τη φορά ήταν η Γερμανία, και αργότερα η Ιταλία και η Ιαπωνία αποτέλεσαν νέες απειλές.

Η εκβιομηχάνιση ήταν μια ακόμη διαδικασία σε εξέλιξη εκείνην την περίοδο, με αποτέλεσμα την μείωση της σπουδαιότητας του αγροτικού τομέα. Κατά τον 18ο αιώνα, η Βρετανία ήταν ο μεγαλύτερος βιομηχανικός και γεωργικός παραγωγός στην Ευρώπη: μέχρι και το 1900, μόνο το 10% του πληθυσμού της Αγγλίας εργαζόταν στον γεωργικό τομέα.

Από το 1900, το νεωτερικό κοσμοσύστημα ήταν πολύ διαφορετικό από τον αιώνα που προηγήθηκε. Οι περισσότερες από τις κοινωνίες της περιφέρειας είχαν ήδη αποικηθεί από ένα εκ των παλαιότερων κρατών του πυρήνα. Το 1800, ο παλιός Ευρωπαϊκός πυρήνας είχε αποκτήσει το 35% του παγκόσμιου εδάφους, αλλά από το 1914, είχε συγκεντρώσει το 85% του παγκόσμιου εδάφους. Τώρα, αν ένα κράτος του πυρήνα ήθελε να αποκτήσει περιφερειακές περιοχές προς εκμετάλλευση όπως είχαν ήδη κάνει οι Ολλανδοί και οι Βρετανοί, αυτές οι περιφερειακές περιοχές θα έπρεπε να αποκτηθούν από ένα άλλο κράτος του πυρήνα, κάτι το οποίο η Γερμανία και, στη συνέχεια, η Ιαπωνία και η Ιταλία, άρχισαν να εφαρμόζουν στις αρχές του 20ου αιώνα. Το νεωτερικό κοσμοσύστημα, στη συνέχεια, έγινε γεωγραφικά παγκόσμιο, και ακόμη και οι πιο απομακρυσμένες περιοχές του κόσμου είχαν ενσωματωθεί στην κοσμοοικονομία.

Καθώς εκείνες οι χώρες κινούνταν προς μια κατάσταση πυρήνα, το ίδιο συνέβαινε και με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος , οδήγησε στην απόκτηση περισσότερης δύναμης για τη Βόρεια βιομηχανική ελίτ, η οποία είχε πλέον την δυνατότητα να πιέσει την κυβέρνηση για πολιτικές που βοηθούν την βιομηχανική επέκταση. Όπως και οι ολλανδοί τραπεζίτες, οι Βρετανοί τραπεζίτες επένδυαν περισσότερο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Όπως στην περίπτωση των Ολλανδών και Βρετανών, οι ΗΠΑ είχαν ένα μικρό στρατιωτικό προϋπολογισμό σε σύγκριση με άλλες βιομηχανικές χώρες.

Οι ΗΠΑ άρχισαν να παίρνουν τη θέση των Βρετανών ως το νέο κυρίαρχο κράτος μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Με την Ιαπωνία και την Ευρώπη να έχουν υποστεί μεγάλη καταστροφή μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ΗΠΑ ήταν σε θέση να κυριαρχήσουν το νεωτερικό κοσμοσύστημα περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα στην ιστορία. Εκείνη την περίοδο αντιπροσώπευε πάνω από το ήμισυ της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής, κατείχε τα δύο τρίτα των παγκόσμιων αποθεμάτων χρυσού και οι εξαγωγές της αποτελούσαν το ένα τρίτο των παγκόσμιων εξαγωγών.

Ωστόσο, από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, το μέλλον της ηγεμονίας των ΗΠΑ αμφισβητήθηκε από ορισμένους μελετητές, από την στιγμή που η ηγεμονική της θέση ήταν μειούμενη για μερικές δεκαετίες. Από τα τέλη του 20ου αιώνα, τον πυρήνα των πλούσιων βιομηχανικών χωρών αποτελούσαν η Ευρώπη, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ιαπωνία και ένας αρκετά περιορισμένος αριθμός άλλων χωρών. Η ημιπεριφέρεια αποτελούνταν από μέλη που ήταν καιρό ανεξάρτητα, χωρίς όμως ποτέ να επιτύχουν τα Δυτικά επίπεδα επιρροής, ενώ οι φτωχές πρώην αποικίες της Δύσης αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος της περιφέρειας.

Συναφή επιστημονικά περιοδικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Annales. Histoire, Sciences sociales
  • Ecology and Society
  • Journal of World-Systems Research
  • Review: A Journal of the Fernand Braudel Center

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Immanuel Wallerstein, (2004), "World-systems Analysis."
  2. Thomas Barfield, The dictionary of anthropology, Wiley-Blackwell, 1997, (ISBN 1-57718-057-7), Google Print, p.498-499
  3. Wallerstein, Immanuel Maurice (2004). World-systems analysis: An introduction. Duke University Press, σελ. 23–24. 
  4. Wallerstein, Immanuel (1974).
  5. Paul Halsall Modern History Sourcebook: Summary of Wallerstein on World System Theory, August 1997
  6. Wallerstein, Immanuel (1992).
  7. Wallerstein, Immanuel. 2004.
  8. So, Alvin Y. (1990). Social Change and Development: Modernization, Dependency, and World-Systems Theory. Newbury Park, London and New Delhi: Sage Publications, σελ. 169–199. 
  9. Wallerstein, Immanuel. 2004. 2004a.
  10. Wallerstein, The Uncertainties of Knowledge, p. 62.
  11. Wallerstein, Immanuel. 1991.
  12. Wallerstein, Immanuel. 1995.
  13. Moore, Jason W. 2011. 2011.
  14. Carlos A. Martínez-Vela, World Systems Theory, paper prepared for the Research Seminar in Engineering Systems, November 2003
  15. Kondratieff Waves in the World System Perspective.
  16. Wallerstein, Immanuel (1983).
  17. Hopkins, Terence K., and Immanuel Wallerstein, coordinators (1996).
  18. Wallerstein, Immanuel (1989).
  19. Cardoso, F. H. (1979).
  20. Wallerstein, Immanuel (Sep 1974). «Wallerstein. 1974. "The Rise and Future Demise of the World-Capitalist System: Concepts for Comparative Analysis». Comparative Studies in Society and History 16 (4): 390. http://bev.berkeley.edu/ipe/readings/Wallerstein.pdf.  Cited after [1]
  21. Immanuel Wallerstein (1974) The Modern World-System, New York, Academic Press, pp. 347-57.
  22. Chirot, Daniel. 1986.
  23. Wallerstein, Immanuel. 1980.
  24. Kennedy, Paul. 1987.
  25. Wallerstein, Immanuel Maurice.
  26. Chirot, Daniel. 1977.
  27. Morales Ruvalcaba, Daniel Efrén (11 September 2013). «INSIDE THE BRIC: ANALYSIS OF THE SEMIPERIPHERAL NATURE OF BRAZIL, RUSSIA, INDIA AND CHINA» (στα es). Austral: Brazilian Journal of Strategy & International Relations 2 (4). ISSN 2238-6912. http://seer.ufrgs.br/index.php/austral/article/view/40942/26976. 
  28. Frank Lechner, Globalization theories: World-System Theory, 2001
  29. Wallerstein, Immanuel. 1974.

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Amin S. (1973), 'Le developpement inegal. Essai sur les formations sociales du capitalisme peripherique' Paris: Editions de Minuit.
  • Amin S. (1992), 'Empire of Chaos' New York: Monthly Review Press.
  • Arrighi G. (1989), 'The Developmentalist Illusion: A Reconceptualization of the Semiperiphery' paper, presented at the Thirteenth Annual Political Economy of the World System Conference, University of Illinois at Urbana-Champaign, April 28–30.
  • Arrighi G. (1994), ‘The Long 20th Century. Money, Power, and the Origins of Our Times’ London, New York: Verso.
  • Arrighi G. and Silver, B. J. (1984), 'Labor Movements and Capital Migration: The United States and Western Europe in World-Historical Perspective' in 'Labor in the Capitalist World-Economy' (Bergquist Ch. (Ed.)), pp. 183–216, Beverly Hills: Sage.
  • Bornschier V. (Ed.) (1994), ‘Conflicts and new departures in world society’ New Brunswick, N.J. : Transaction Publishers.
  • Bornschier V. (1988), 'Westliche Gesellschaft im Wandel' Frankfurt a.M./ New York: Campus.
  • Bornschier V. (1996), ‘Western society in transition’ New Brunswick, N.J. : Transaction Publishers.
  • Bornschier V. and Chase-Dunn Ch. K (1985), 'Transnational Corporations and Underdevelopment' N.Y., N.Y.: Praeger.
  • Bornschier V. and Heintz P., reworked and enlarged by Th. H. Ballmer-Cao and J. Scheidegger (1979), 'Compendium of Data for World Systems Analysis' Machine readable data file, Zurich: Department of Sociology, Zurich University.
  • Bornschier V. and Nollert M. (1994); 'Political Conflict and Labor Disputes at the Core: An Encompassing Review for the Post-War Era' in 'Conflicts and New Departures in World Society' (Bornschier V. and Lengyel P. (Eds.)), pp. 377–403, New Brunswick (U.S.A.) and London: Transaction Publishers, World Society Studies, Volume 3.
  • Bornschier V. and Suter Chr. (1992), 'Long Waves in the World System' in 'Waves, Formations and Values in the World System' (Bornschier V. and Lengyel P. (Eds.)), pp. 15–50, New Brunswick and London: Transaction Publishers.
  • Bornschier V. et al. (1980), 'Multinationale Konzerne, Wirtschaftspolitik und nationale Entwicklung im Weltsystem' Frankfurt a.M.: Campus
  • Böröcz, József (2005), 'Redistributing Global Inequality: A Thought Experiment', Economic and Political Weekly, February 26:886-92.
  • Böröcz, József (1992) 'Dual Dependency and Property Vacuum: Social Change in the State Socialist Semiperiphery' Theory & Society, 21:74-104.
  • Chase-Dunn Ch. K. (1975), 'The Effects of International Economic Dependence on Development and Inequality: a Cross-national Study' American Sociological Review, 40: 720-738.
  • Chase-Dunn Ch. K. (1983), 'The Kernel of the Capitalist World Economy: Three Approaches' in 'Contending Approaches to World System Analysis' (Thompson W.R. (Ed.)), pp. 55–78, Beverly Hills: Sage.
  • Chase-Dunn Ch. K. (1984), 'The World-System Since 1950: What Has Really Changed?' in 'Labor in the Capitalist World-Economy' (Bergquist Ch. (Ed.)), pp. 75–104, Beverly Hills: Sage.
  • Chase-Dunn Ch. K. (1991), 'Global Formation: Structures of the World Economy' London, Oxford and New York: Basil Blackwell.
  • Chase-Dunn Ch. K. (1992a), 'The National State as an Agent of Modernity' Problems of Communism, January–April: 29-37.
  • Chase-Dunn Ch. K. (1992b), 'The Changing Role of Cities in World Systems' in 'Waves, Formations and Values in the World System' (Bornschier V. and Lengyel P. (Eds.)), pp. 51–87, New Brunswick and London: Transaction Publishers.
  • Chase-Dunn Ch. K. (Ed.), (1982), 'Socialist States in the World System' Beverly Hills and London: Sage.
  • Chase-Dunn Ch. K. and Grimes P. (1995), ‘World-Systems Analysis’ Annual Review of Sociology, 21: 387-417.
  • Chase-Dunn Ch. K. and Hall Th. D. (1997), ‘Rise and Demise. Comparing World-Systems’ Boulder, Colorado: Westview Press.
  • Chase-Dunn Ch. K. and Podobnik B. (1995), ‘The Next World War: World-System Cycles and Trends’ Journal of World Systems Research 1, 6 (unpaginated electronic journal at worldwide-web site of the World System Network: http://jwsr.ucr.edu/).
  • Frank A. G. (1978), ‘Dependent accumulation and underdevelopment’ London: Macmillan.
  • Frank A. G. (1978), ‘World accumulation, 1492-1789’ London: Macmillan.
  • Frank A. G. (1980) ‘Crisis in the world economy’ New York: Holmes & Meier Publishers.
  • Frank A. G. (1981), ‘Crisis in the Third World’ New York: Holmes & Meier Publishers.
  • Frank A. G. (1983), 'World System in Crisis' in 'Contending Approaches to World System Analysis' (Thompson W.R. (Ed.)), pp. 27–42, Beverly Hills: Sage.
  • Frank A. G. (1990), 'Revolution in Eastern Europe: lessons for democratic social movements (and socialists?),' Third World Quarterly, 12, 2, April: 36-52.
  • Frank A. G. (1992), 'Economic ironies in Europe: a world economic interpretation of East-West European politics' International Social Science Journal, 131, February: 41-56.
  • Frank A. G. and Frank-Fuentes M. (1990), 'Widerstand im Weltsystem' Vienna: Promedia Verlag.
  • Frank A. G. and Gills B. (Eds.)(1993), 'The World System: Five Hundred or Five Thousand Years?' London and New York: Routledge, Kegan&Paul.
  • Grinin, L., Korotayev, A. and Tausch A. (2016) Economic Cycles, Crises, and the Global Periphery. Springer International Publishing, Heidelberg, New York, Dordrecht, London, (ISBN 978-3-319-17780-9).
  • Gernot Kohler and Emilio José Chaves (Editors) «Globalization: Critical Perspectives» Hauppauge, New York: Nova Science Publishers, (ISBN 1-59033-346-2). With contributions by Samir Amin, Christopher Chase-Dunn, Andre Gunder Frank, Immanuel Wallerstein
  • Korotayev A., Malkov A., Khaltourina D. Introduction to Social Macrodynamics: Compact Macromodels of the World System Growth. Moscow: URSS, 2006. (ISBN 5-484-00414-4) .
  • Moore, Jason W. (2000). «Environmental Crises and the Metabolic Rift in World-Historical Perspective,» Organization & Environment 13(2), 123-158.
  • Raffer K. (1993), ‘Trade, transfers, and development: problems and prospects for the twenty-first century’ Aldershot, Hants, England; Brookfield, Vt., USA: E. Elgar Pub. Co.
  • Raffer K. and Singer H.W. (1996), ‘The Foreign Aid Business. Economic Assistance and Development Cooperation’ Cheltenham and Borookfield: Edward Alger.
  • Sunkel O. (1966), 'The Structural Background of Development Problems in Latin America' Weltwirtschaftliches Archiv, 97, 1: pp. 22 ff.
  • Sunkel O. (1972/3), 'Transnationale kapitalistische Integration und nationale Disintegration: der Fall Lateinamerika' in 'Imperialismus und strukturelle Gewalt. Analysen ueber abhaengige Reproduktion' (Senghaas D. (Ed.)), pp. 258–315, Frankfurt a.M.: suhrkamp. English version: ‘Transnational capitalism and national disintegration in Latin America’ Social and Economic Studies, 22, 1, March: 132-76.
  • Sunkel O. (1978a), 'The Development of Development Thinking' in 'Transnational Capitalism and National Development. New Perspectives on Dependence' (Villamil J.J. (Ed.)), pp. 19–30, Hassocks, Sussex: Harvester Press.
  • Sunkel O. (1978b), 'Transnationalization and its National Consequences' in 'Transnational Capitalism and National Development. New Perspectives on Dependence' (Villamil J.J. (Ed.)), pp. 67–94, Hassocks, Sussex: Harvester Press.
  • Sunkel O. (1980), ‘Transnacionalizacion y dependencia‘ Madrid: Ediciones Cultura Hispanica del Instituto de Cooperacion Iberoamericana.
  • Sunkel O. (1984), ‘Capitalismo transnacional y desintegracion nacional en America Latina’ Buenos Aires, Rep. Argentina : Ediciones Nueva Vision.
  • Sunkel O. (1990), ‘Dimension ambiental en la planificacion del desarrollo. English The environmental dimension in development planning ‘ 1st ed. Santiago, Chile : United Nations, Economic Commission for Latin America and the Caribbean.
  • Sunkel O. (1991), ‘El Desarrollo desde dentro: un enfoque neoestructuralista para la America Latina’ 1. ed. Mexico: Fondo de Cultura Economica.
  • Sunkel O. (1994), ‘Rebuilding capitalism: alternative roads after socialism and dirigisme’ Ann Arbor, Mich.: University of Michigan Press
  • Tausch A. and Christian Ghymers (2006), 'From the "Washington" towards a "Vienna Consensus"? A quantitative analysis on globalization, development and global governance'. Hauppauge, New York: Nova Science.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]