Ανάκτορο του Καποντιμόντε

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ανάκτορο του Καποντιμόντε
Reggia di Capodimonte 1.JPG
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Ανάκτορο του Καποντιμόντε
40°52′1″N 14°15′2″E
Χώρα Ιταλία
Διοικητική υπαγωγή Νάπολη
Ίδρυση 1742
Ιστότοπος Επίσημος ιστότοπος
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Το Ανάκτορο του Καποντιμόντε, ιταλ. Reggia di Capodimonte είναι ένα μεγάλο παλάτι των Βουρβόνων στη Νάπολη της Ιταλίας. Ήταν η θερινή κατοικία και το κυνηγετικό περίπτερο των βασιλέων των Δύο Σικελιών και ένα από τα δύο βασιλικά ανάκτορα της Νάπολης. Στην εποχή μας στεγάζει το Εθνικό Μουσείο του Καποντιμόντε και την Πινακοθήκη Τέχνης της πόλης. Το όνομα Capo di monte σημαίνει κορυφή του λόφου. Η περιοχή εκεί είναι πιο ψυχρή· ήταν έξω από την πόλη, βόρειά της, αλλά τώρα η Νάπολη έχει επεκταθεί και περικυκλώσει το ανάκτορο.

Το βασιλικό ανάκτορο του Καποντιμόντε, 2 χλμ. βόρεια της Νάπολης.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1738 ο Κάρολος Ζ΄ της Νάπολης και της Σικελίας, μετέπειτα Γ΄ της Ισπανίας, αποφάσισε να κτίσει ένα κυνηγετικό ενδιαίτημα στον λόφο του Καποντιμόντε· αργότερα αποφάσισε να κτίσει ένα μεγάλο ανάκτορο (Reggia = βασιλικό παλάτι), εν μέρει διότι το Ανάκτορο του Πόρτιτσι ήταν πολύ μικρό για να διαμένουν οι αυλικοί του και εν μέρει διότι ήθελε να στεγάσει τη μυθώδη συλλογή του Οίκου Φαρνέζε από έργα τέχνης, την οποία κληρονόμησε από τη μητέρα του Ελισάβετ Φαρνέζε, τελευταία απόγονο των δουκών της Πάρμας.

Ανάθεσε στους Άντζελο Καραζάλε, Τζοβάννι Αντόνιο Μεντράνο και Αντόνιο Κανεβάρι να το οικοδομήσουν. Οι εργασίες ξεκίνησαν το 1738, αλλά πέρασε περισσότερο από ένας αιώνας για να ολοκληρωθεί το ανάκτορο. Αυτό έγινε κατά ένα μέρος λόγω της δυσκολίας της μεταφοράς της piperno, της ηφαιστειώδους πέτρας που χρησιμοποιούσαν, από το λατομείο της Πιανούρα στα δυτικά της Νάπολης. Το 1758 το πρώτο τμήμα του ανακτόρου άνοιξε και η συλλογή έργων μεταφέρθηκε εδώ. Όταν το 1759 ο Φερδινάνδος Α΄ των Δύο Σικελιών διαδέχθηκε τον πατέρα του Κάρολο, διόρισε το επόμενο έτος τον αρχιτέκτονα Φερντινάντο Φούγκα να επιβλέπει τις εργασίες στο ανάκτορο και τη γύρω έκταση. Το 1787 με τη συμβουλή του Τζάκομπ Φίλιππ Χάκερτ, δημιουργήθηκε εργαστήριο αποκατάστασης πινάκων.

Το 1799 ο Ναπολέων Α΄ της Γαλλίας κήρυξε Δημοκρατία τη Νάπολη με το όνομα Παρθενοπαία (από το πρότερο όνομα της πόλης) και ο Φερδινάνδος Α΄, αφού επέβη στο πλοίο Βάνγκαρντ του Νέλσωνα με τα πιο πολύτιμα αντικείμενα από το ανάκτορο, κατέφυγε στο Παλέρμο. Ό,τι έμεινε λαφυραγωγήθηκε από το Γαλλικό στρατό του στρατηγού Σαμπιονέ, που είχε καταυλιστεί εκεί. Κατά τα δέκα έτη της Γαλλικής κατοχής (1806-15) που ακολούθησε, το ανάκτορο έγινε κατοικία του Ιωσήφ Βοναπάρτη βασιλιά της Νάπολης (1806-08) και του Ιωακείμ Μυρά βασιλιά της Νάπολης (1808-15). Η συλλογή τέχνης μεταφέρθηκε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Νάπολης. Όταν ο Φερδινάνδος Α΄ επέστρεψε από τη Σικελία το 1815, απασχόλησε πολλούς ζωγράφους και γλύπτες για να εργαστούν στη διακόσμηση του ανακτόρου.

Η αίθουσα της κούνιας.

Τον Φερδινάνδο Α΄ διαδέχθηκε ο Φραγκίσκος Α΄ των Δύο Σικελιών το 1825 και όρισε στον αρχιτέκτονα Αντόνιο Νικολίνι την επίβλεψη των εργασιών του ανακτόρου. Ο Νικολίνι πρόσθεσε μνημειακές κλίμακες και νέα διαμερίσματα με δωμάτια για τη βασιλική οικογένεια. Συνέχισε την εργασία του και μετά το 1830, όταν τον Φραγκίσκο Α΄ διαδέχθηκε ο Φερδινάνδος Β΄ των Δύο Σικελιών. Το ανάκτορο ολοκληρώθηκε το 1840 και προστέθηκε μία Πινακοθήκη με έργα καλλιτεχνών της εποχής.

Με την Ιταλική Ενοποίηση το βασιλικό ανάκτορο πέρασε το 1861 στον Οίκο της Σαβοΐας, που το χρησιμοποίησε ως κατοικία του. Ο Βίκτωρ Εμμανουήλ Β΄ της Ιταλίας προσέλαβε τον Ντομένικο Μορέλλι ως σύμβουλο για νέα αποκτήματα. Οι βασιλείς του Οίκου της Σαβοΐας πρόσθεσαν μία εκτεταμένη συλλογή από ιστορικά πυροβόλα και άλλα όπλα. Το 1866 το ιδιαίτερο δωμάτιο (μπουντουάρ) της Μαρίας-Αμαλίας της Σαξονίας (συζύγου του Καρόλου Γ΄) από πορσελάνη μεταφέρθηκε από το ανάκτορο του Πόρτιτσι στο Καποντιμόντε· επίσης το 1877 ένα αρχαίο μαρμάρινο δάπεδο από μία Ρωμαϊκή βίλα στο Κάπρι μεταφέρθηκε εδώ.

Στις αρχές του 20 αι. το ανάκτορο έγινε κατοικία των δουκών της Αόστης (κλάδου της Σαβοΐας). Το 1920 έγινε ιδιοκτησία του Ιταλικού κράτους. Το 1950 μετατράπηκε σε μουσείο, οπότε επεστράφησαν πολλά εκθέματα από το Εθνικό Μουσείο.

Το εσωτερικό και η γύρω έκταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πρώτος και ο δεύτερος όροφος στεγάζουν την Εθνική Πινακοθήκη (Galleria Nazionale). Τα υπόλοιπα βασιλικά διαμερίσματα του ανακτόρου είναι επιπλωμένα με παλαιά έπιπλα του 18ου αι. και με μία συλλογή από πορσελάνινα και μαγιόλικα αντικείμενα από τις διάφορες βασιλικές κατοικίες. Το περίφημο Εργοστάσιο Πορσελάνης Καποντιμόντε ήταν γειτονικό στο ανάκτορο· το είχε ιδρύσει ο Κάρολος Γ΄.

Το ανάκτορο βρίσκεται στο δάσος (bosco) του Καποντιμόντε, το οποίο διατηρείται ως χώρος κυνηγιού. Υπάρχει ένα ευχάριστο πάρκο γύρω από το κτίριο.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Acton, Harold (1957). The Bourbons of Naples (1731-1825). London: Faber and Faber. ISBN 9780571249015.

Πινακοθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Palace of Capodimonte της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).