Αμπελουργός (πτηνό)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αμπελουργός (πτηνό)
Ενήλικος αρσενικός αμπελουργός στη Λέσβο (βραβευμένη φωτογραφία)
Ενήλικος αρσενικός αμπελουργός στη Λέσβο (βραβευμένη φωτογραφία)
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1) [2]
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Στρουθιόμορφα (Passeriformes)
Οικογένεια: Εμπεριζίδες (Emberizidae)
Υποοικογένεια: Εμπεριζίνες (Emberizinae) [3]
Γένος: Εμπέριζα (Emberiza) Linnaeus, 1758 F
Είδος: E. melanocephala
Διώνυμο
Emberiza melanocephala (Εμπέριζα η μελανοκέφαλος) [1]
Scopoli, 1769

Ο Αμπελουργός είναι στρουθιόμορφο πτηνό της οικογενείας των Εμπεριζιδών, ένα από τα τσιχλόνια που απαντούν στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Emberiza melanocephala και δεν περιλαμβάνει υποείδη. [4]

Τάση παγκόσμιου πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Άγνωστη ? [5]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιστημονική ονομασία του γένους, emberiza είναι, πιθανότατα, εκλατινισμένος όρος της παλαιάς Ελβετογερμανικής λέξης Embritz «τσιχλόνι». Απαντά και στις παραλλαγές, Emberyza, Emberitza, Embriza, Emberisa. [6] Τον όρο δανείστηκε αυτούσιο και η ελληνική γλώσσα («εμπέριζα»). [7][8]

Ο όρος malanocephala στην επιστημονική ονομασία του είδους είναι άμεση εκλατινισμένη απόδοση του ελληνικού όρου «μελανοκέφαλος», που παραπέμπει στο κύριο διαγνωστικό γνώρισμα του πτηνού. Η ίδια αναφορά γίνεται και για την αγγλική ονομασία του πτηνού (Black-headed bunting).

Συστηματική ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος περιγράφηκε από τον Αυστριακό φυσιοδίφη Τ. Σκόπολι (Giovanni Antonio Scopoli, 1723 - 1788) (Σλοβενία, 1769), με τη σημερινή επιστημονική του ονομασία. Πιθανόν να σχηματίζει υπερείδος μαζί με το ασιατικό είδος E. bruniceps, με το οποίο σχηματίζει υβρίδια στην περιοχή της Κασπίας, στο Β Ιράν, [9] αν και μοριακά δεδομένα δείχνουν σημαντική γενετική απόκλιση μεταξύ τους. [10] Πρόσφατες φυλογενετικές μελέτες το συνδέουν με το Melothus lathami. [11][12]

Γεωγραφική εξάπλωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αμπελουργός είναι πλήρως μεταναστευτικό είδος, δηλαδή στις περιοχές όπου απαντά, δεν βρίσκεται ποτέ όλες τις εποχές του χρόνου. Η γεωγραφική του εξάπλωση είναι αρκετά μικρή (οικοζώνη: Παλαιαρκτική) και, περιορίζεται σε μία σχετικά λεπτή ζώνη που εκτείνεται από το ύψος της κεντρικής Μεσογείου, περίπου, ανατολικά προς τη Μέση Ανατολή, κατόπιν διακόπτεται για να συνεχιστεί στην ινδική υποήπειρο, όπου βρίσκονται και οι περιοχές διαχείμασης.

Συγκεκριμένα, αναπαράγεται την καλοκαιρινή περίοδο στη ΝΑ. Ευρώπη, από το ύψος της Σλοβενίας και της K. Ιταλίας, ανατολικά προς Βαλκάνια και βόρεια μέχρι την Ουκρανία (ανατολικά του ποταμού Δνείπερου) και τη ΝΔ. Ρωσία στην Κριμαία. Η ζώνη αναπαραγωγής συνεχίζεται ανατολικά προς Μικρά Ασία, Εύξεινο Πόντο, Μέση Ανατολή, Τρανσκασπία, Τρανσκαυκασία (Αρμενία, Γεωργία, Αζερμπαϊτζάν]], όχι όμως στην κυρίως περιοχή του Καυκάσου), ΒΑ. και ΝΔ. Ιράν, νότια προς Ισραήλ και Δ. Ιορδανία. Τα ανατολικά και νότια όρια της αναπαραγωγικής επικράτειας βρίσκονται στο ΝΔ. Αφγανιστάν και ΝΔ. Πακιστάν.

Οι θέσεις διαχείμασης του είδους βρίσκονται στην Ινδία και, συγκεκριμένα στις κεντρικές, δυτικοκεντρικές περιοχές της, που βλέπουν προς την Αραβική Θάλασσα, μέχρι τη Β. Καρνατάκα.

[13][14][15][16]

Μεταναστευτική συμπεριφορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αμπελουργός είναι πλήρως μεταναστευτικό πτηνό μεγάλων αποστάσεων, που σχηματίζει σμήνη, με τα αρσενικά να καταφθάνουν στις περιοχές διαχείμασης πριν από τα θηλυκά. [17] Εκεί, μπορεί να αναμιγνύεται με άτομα του είδους Petronia xanthocollis και κουρνιάζει σε αγκαθωτές ακακίες. [18]. Ταξιδεύει κατά μικρά σμήνη των 10-50 ατόμων. [19]

Όλοι οι πληθυσμοί κατευθύνονται ΝΝΑ προς την Δ. και Κ. Ινδία. Περιστασιακά, αναφέρονται χειμερινοί επισκέπτες σε ενδιάμεσες περιοχές, π.χ. στο Ισραήλ. Την άνοιξη, καταφθάνει στην Τουρκία (σημαντικότατη επικράτεια αναπαραγωγής) ως επί το πλείστον από τα τέλη Απριλίου ενώ, μερικές φορές, έχει αναφερθεί στην Κύπρο ήδη από το Μάρτιο, αλλά συνήθως φθάνει στις αρχές ή τα μέσα Απριλίου, με το ταξίδι να συνεχίζεται έως τα μέσα Μαΐου. Φτάνει στα νησιά του Αιγαίου και την FYROM στα τέλη Απριλίου και στις αρχές Μαΐου. [20]

  • Ένα δακτυλιωμένο άτομο, βρέθηκε 7000 χμ. μακριά από τον τόπο δακτυλίωσης, ενώ κάποιο άλλο είχε διανύσει 1000 χμ. σε μία εβδομάδα.

Τυχαίοι, περιπλανώμενοι επισκέπτες έχουν αναφερθεί μεταξύ άλλων από την Αυστρία, τη Δανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ισλανδία, την Αλγερία και την Τυνησία, την Κίνα, την Ιαπωνία, τη Μαλαισία και το Λάος, αλλά και από τις ΗΠΑ και τα νησιά Παλάου. [21][22]

  • Στην Ελλάδα, ο αμπελουργός είναι μεταναστευτικό πτηνό, που απαντά σε όλη τη χώρα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, οπότε έρχεται για να φωλιάσει. [23][24][25]

Από την Κρήτη αναφέρεται ως καλοκαιρινός επισκέπτης από την Δ. Ασία, [26] αλλά είναι σπάνιος. [27] Στην Κύπρο, είναι επίσης καλοκαιρινός αναπαραγόμενος επισκέπτης. [28]

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος αναπαράγεται στην Δ. Παλαιαρκτική σε θερμό εύκρατο, μεσογειακό κλίμα (ισοθερμικές Ιουλίου 23-32 °C), αποφεύγοντας όμως το πολύ ξηρό ή πολύ υγρό κλίμα. Οι αμπελουργοί αναπαράγονται σε ανοικτές θαμνώδεις -κυρίως με αγκαθωτά φυτά- εκτάσεις με διάσπαρτα δένδρα, [29] αλλά και σε καλλιεργημένη γη, παρυφές αγρών [30] και σπανιότερα σε δασικές εκτάσεις, [31]. Ακόμη, σε περιβόλια, οπωρώνες, ελαιώνες και κατά μήκος δρόμων και ποταμών. [32] Γενικά, είναι είδος που απαντά σε μικρά υψόμετρα (<100), αν και στις ορεινές ασιατικές περιοχές μπορεί να ανέβει μέχρι και στα 1340 μέτρα. [33]

Τα διαχειμάζοντα πουλιά στην Ινδία τρέφονται κατά σμήνη σε καλλιεργημένα χωράφια, μερικές φορές προκαλώντας σοβαρές ζημιές, αλλά καταλαμβάνουν και θαμνότοπους στην ζούγκλα, κουρνιάζοντας σε μεγάλες συναθροίσεις μαζί με άλλα τσιχλόνια σε αγκαθωτούς θαμνώνες και αλσύλλια. [34]

  • Στην Ελλάδα ανευρίσκεται σε ακάλυπτες περιοχές με διάσπαρτους θάμνους και δένδρα, ελαιώνες, αλσύλλια και κήπους, [35] αμπελώνες και σταροχώραφα. [36] Συχνά, παρατηρείται να εποπτεύει τον χώρο πάνω σε στύλους τηλεφωνίας ή στην κορυφή ψηλών δένδρων. Κινείται από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τα 1.200 μ. [37]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Eνήλικος θηλυκός αμπελουργός

Στους αμπελουργούς παρατηρείται, τόσο φυλετικός όσο και εποχικός διμορφισμός, με τα αρσενικά να είναι από τα πλέον αναγνωρίσιμα πτηνά κατά την αναπαραγωγική εποχή. Στην ουρά δεν υπάρχει λευκό χρώμα. [38]

Aναπαραγωγική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αρσενικό έχει χαρακτηριστικό, φωτεινό καναρινί, κίτρινο χρώμα στην κάτω επιφάνεια του σώματος, από το σαγόνι, τα πλάγια του λαιμού και κάτω, χωρίς ραβδώσεις, ενώ ο τράχηλος, η ράχη και το ουροπύγιο έχουν χρώμα καφεκάστανο έως κοκκινοκάστανο. Το κεφάλι είναι μαύρο, δημιουργώντας αρμονική αντίθεση με το κίτρινο και καφέ του υπολοίπου σώματος. Οι πτέρυγες είναι σταχτί-καφέ, αλλά τα ερετικά πτερά φέρουν λευκή εξωτερική παρυφή, που δημιουργεί λεπτές ραβδώσεις. Η ουρά έχει το ίδιο χρώμα με τις πτέρυγες, αλλά δεν εμφανίζει κάπου λευκό χρώμα εκτός απο το εξωτερικό πηδαλιώδες. Το ράμφος είναι κωνικό, στιβαρό, σχετικά μακρύ και έχει γκρίζο χρώμα. Τα δάκτυλα των ποδιών είναι μεγάλα, μάλιστα το μεσαίο είναι ισόμηκες με τον ταρσό. Η ίριδα είναι μαύρη και οι ταρσοί σαρκόχρωμοι κοκκινωποί.

Μη αναπαραγωγική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τον Ιούνιο-Ιούλιο αρχίζει μία ενδιάμεση αλλαγή στο πτέρωμα του αρσενικού και, κατά το φθινόπωρο αποκτά καφετί κεφάλι και μοιάζει με το θηλυκό. Πάντως, διατηρεί κάποια μαύρα πτερά στην περιοχή μεταξύ μετώπου και ράμφους που, δεν υπάρχουν στο θηλυκό. Αυτό διαρκεί μέχρι το Νοέμβριο-Δεκέμβριο, οπότε ολοκληρώνεται η έκδυση (full moult) και επανέρχεται το αρχικό πτέρωμα.

Το θηλυκό δεν διαθέτει την εντυπωσιακή κίτρινη και καφέ ενδυμασία του αρσενικού, ούτε το μαύρο κεφάλι του. Το κεφάλι και η άνω επιφάνεια είναι καφέ στο χρώμα της άμμου, με ένα σκοτεινό ραβδωτό μοτίβο, που συνεχίζεται και στις πλευρές. Η άνω επιφάνεια μπορεί να έχει μερικές φορές μία ελαφρώς καφεκόκκινη απόχρωση, η οποία είναι πιο έντονη στο ουροπύγιο. Η κάτω επιφάνεια δεν φέρει ραβδώσεις και ποικίλλει στο χρώμα μεταξύ λευκού, μπεζ και κίτρινου, με κίτρινη την περιοχή της αμάρας, ενώ ο λαιμός, το στήθος και η κοιλιά έχουν επίσης κίτρινο χρώμα.

Τα νεαρά άτομα μοιάζουν με τα θηλυκά, με μπεζ κορυφή κεφαλιού και, διαχύσεις σκοτεινών περιοχών στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Ο λαιμός, το ουροπύγιο και γλουτούς και η ράχη είναι χρυσομπέζ, με έντονες ραβδώσεις στο πάνω μέρος. Η κοιλιά και οι πλευρές είναι πιο ανοιχτόχρωμες, σε αντίθεση με το κίτρινο στην περιοχή της αμάρας. Τα αρσενικά του 1ου έτους έχουν γκρίζα κορυφή κεφαλιού και η ράχη έχει γκριζοκάστανα «μπαλώματα».

Βιομετρικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος: (15-) 16,5 έως 17 (-18) εκατοστά
  • Άνοιγμα πτερύγων: 26 έως 29 εκατοστά
  • Βάρος: 22-34 γραμμάρια

(Πηγές: [39][40][41][42][43][44][45][46][47][48][49][50][51])

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος είναι φυτοφάγο, με τη διατροφή του να αποτελείται από σπέρματα, κυρίως σπόρους δημητριακών που τους αναζητά στα σταροχώραφα όπου συχνάζει. Ωστόσο, κατά την αναπαραγωγική περίοδο, στο διαιτολόγιο προστίθενται και ασπόνδυλα όπως, σκαθάρια, σφήκες, τριζόνια και κάμπιες εντόμων. [52][53]

Φωνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ηθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αμπελουργοί σχηματίζουν αρκετά μεγάλα σμήνη όταν αναζητούν την τροφή τους, ιδιαίτερα στα σταροχώραφα. Όταν πετούν, συχνά έχουν τα πόδια τους να αιωρούνται (dangling legs). [54]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Eνήλικος αρσενικός αμπελουργός (αναπαραγωγικό πτέρωμα)

Η αναπαραγωγική περίοδος αρχίζει στα μέσα Μαΐου και διαρκεί μέχρι τα τέλη Ιουνίου, περίπου, ενώ η ωοτοκία πραγματοποιείται άπαξ. Στα οικοσυστήματα όπου αναπαράγονται (βλ. Βιότοπος), οι αμπελουργοί κατασκευάζουν τη φωλιά τους σε πυκνές πόες, θάμνους, αγκαθωτούς θάμνους (κυρίως Onopordum spp. ) ή αμπελώνες, χαμηλά από το έδαφος ή και πάνω σ’ αυτό, σπανιότερα σε δένδρα 2-3 μέτρα ψηλά. Η φωλιά είναι μια κυπελοειδής κατασκευή από γρασίδι, ξερά φύλλα και ανθικά κεφάλια, που επιστρώνεται με λεπτά χόρτα, μαλλί προβάτων και τρίχες στο εσωτερικό της. Στην κατασκευή της παίρνει μέρος μόνο το θηλυκό. [55][56][57]

Η γέννα αποτελείται από 4-5, σπανίως 6-7 αβγά, διαστάσεων 22,4×16 χιλιοστών. Η επώαση πραγματοποιείται μόνον από το θηλυκό και διαρκεί 14 ημέρες, περίπου. Οι νεοσσοί είναι φωλεόφιλοι, γεννιούνται με υποτυπώδες τρίχωμα και έχουν ανάγκη από την άμεση προστασία των γονέων τους. Τη σίτισή τους, με έντομα (κυρίως τριζόνια και σκαθάρια), [58] αναλαμβάνει το θηλυκό, ενώ αποκτούν ικανότητα προς πτήση στις 10 ημέρες, περίπου. [59]

  • Γενικά, η αναπαραγωγή του αμπελουργού, αντίθετα με άλλα τσιχλόνια, είναι ελλιπώς μελετημένη. [60][61][62]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πληθυσμοί του είδους παρουσιάζουν μείωση, λόγω της αλλαγής των γεωργικών πρακτικών και της αφαίρεσης των φρακτών και θάμνων από κάποιες περιοχές της γεωγραφικής του κατανομής. Επίσης, κινδυνεύει λόγω των ενδιαιτημάτων του, από τη χρήση φυτοφαρμάκων που τα καταναλώνει μαζί με την τροφή του. Στην Ευρώπη, οι τάσεις από το 1980 μέχρι το 2011 ήταν αβέβαιες, με βάση τα προσωρινά στοιχεία για 27 χώρες από την Πανευρωπαϊκή Προγράμματος Παρακολούθησης Κοινών Πουλιών (EBCC / RSPB / BirdLife / Στατιστική Ολλανδία. [63]

Τους μεγαλύτερους καταγεγραμμένους αναπαραγωγικούς πληθυσμούς, διαθέτει η Τουρκία, με μεγάλη διαφορά από τις άλλες χώρες. Επίσης, ικανοποιητικοί αριθμοί απαντούν στη Ρωσία, το Αζερμπαϊτζάν, την Αρμενία και την Ελλάδα. [64] Η IUCN κατατάσσει το είδος στα Ελαχίστης Ανησυχίας (LC). [65]

Καθεστώς προστασίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συμπεριλαμβάνεται στα είδη του Παραρτήματος ΙΙ της Σύμβασης της Βέρνης για τη διατήρηση της ευρωπαϊκής άγριας ζωής και των φυσικών βιοτόπων. [66]

Κατάσταση στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αμπελουργός είναι κοινό πτηνό στις αγροτικές περιοχές της χώρας κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, τόσο στα ηπειρωτικά όσο και σε πολλά μεγάλα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου αν και, στα μικρότερα νησιά, δεν απαντά, προφανώς λόγω έλλειψης κατάλληλων οικοτόπων. [67]

Την άνοιξη, καταφθάνουν πρώτα τα αρσενικά (κορύφωση τον Μάιο), με τα θηλυκά να ακολουθούν μερικές ημέρες αργότερα. Η φθινοπωρινή μετανάστευση ξεκινάει πολύ νωρίς, ήδη από τον Ιούλιο, με τα περισσότερα πτηνά να έχουν αναχωρήσει στα μέσα Αυγούστου. [68]

Παρόλο που υπάρχει μικρή μείωση των πληθυσμών του, παραμένει κοινό είδος στην χώρα. Οι κυριότερες απειλές είναι η υποβάθμιση και αλλαγή χρήσης των ενδιαιτημάτων του, κυρίως η αποψίλωση από δένδρα και φυσικούς φράκτες στις αγροτικές περιοχές. Επίσης, η χρήση εντομοκτόνων και, βέβαια, η παράνομη σύλληψή τους για πώληση ως πτηνού «κλουβιού». [69]

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ελλαδικό χώρο, ο Αμπελουργός απαντά και με τις ονομασίες Κρασοπούλι, Κρασόπουλο, Κρασοπούλος, Κρασούλα (Αττική), Χοντρομύτης, Μεθύστρα (Κυκλάδες), Τσιτσιρλής, Μπερβέ(ι)λι (Αττική), [70][71] Μελανοκεφαλοτσίχλονο, [72] Στρουθάηδονο και Τιριλίγκος ή Τιρίλινγκος (Κύπρος). [73][74]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Απαλοδήμος, σ. 59
  2. BirdLife International (2012). Emberiza melanocephala στην Κόκκινη Λίστα Απειλούμενων Ειδών της IUCN. Έκδοση 2013.2. Διεθνής Ένωση Προστασίας της Φύσης (IUCN). Ανακτήθηκε 28 Μαρτίου 2014.
  3. Howard and Moore, p. 776
  4. Howard and Moore, p. 779
  5. http://www.iucnredlist.org/details/summary/22720990/0
  6. http://ibc.lynxeds.com/species/black-headed-bunting-emberiza-melanocephala
  7. ΠΛΜ, 23:389
  8. ΠΛ, 6:453
  9. Randler
  10. Aliabadian et al
  11. http://ibc.lynxeds.com/species/black-headed-bunting-emberiza-melanocephala
  12. Alström et al
  13. http://ibc.lynxeds.com/species/black-headed-bunting-emberiza-melanocephala
  14. Howard and Moore, p. 779
  15. http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22720990
  16. Gururaja
  17. Ali & Ripley
  18. Ali & Ripley
  19. Byers et al
  20. planetofbirds.com
  21. http://www.iucnredlist.org/details/22720990/0
  22. Dymond
  23. Όντρια, σ. 167
  24. RDB, σ. 162
  25. Χανδρινός Γιώργος (Ι), σ. 343
  26. Σφήκας, σ. 76
  27. Handrinos & Akriotis, p. 299
  28. Σφήκας, σ. 96
  29. Bruun, p. 294
  30. Grimmett et al, p. 264
  31. Harrison, p. 295
  32. planetofbirds.com
  33. Grimmett et al, p. 264
  34. planetofbirds.com
  35. Όντρια, σ. 167
  36. http://grevena-fauna.blogspot.gr/2011/10/blog-post_8979.html
  37. Handrinos & Akriotis, p. 299
  38. Mullarney et al, p. 400
  39. Mullarney et al, p. 400
  40. Flegg, p. 240
  41. Heinzel et al, p. 356
  42. Perrins, p. 202
  43. Bruun, p. 294
  44. Όντρια, σ. 167
  45. Scott & Forrest, p. 238
  46. http://grevena-fauna.blogspot.gr/2011/10/blog-post_8979.html
  47. Grimmett et al, p. 264
  48. http://www.arkive.org/black-headed-bunting/emberiza-melanocephala/
  49. Byers et al
  50. Peterson et al
  51. http://www.hbw.com/species/black-headed-bunting-emberiza-melanocephala
  52. Byers et al
  53. Cramp & Perrins
  54. Scott & Forrest, p. 238
  55. Harrison, p. 292, 295
  56. Byers et al
  57. Cramp & Perrins
  58. Byers et al
  59. Harrison, p. 295
  60. Geister 1997
  61. Snow et al. 1998
  62. Cramp & Perrins
  63. P. Voříšek in litt. 2008
  64. http://www.birdlife.org/datazone/userfiles/file/Species/BirdsInEuropeII/BiE2004Sp8960.pdf
  65. http://www.iucnredlist.org/details/122720990/0
  66. http://grevena-fauna.blogspot.gr/2011/10/blog-post_8979.html
  67. Handrinos & Akriotis, p. 299
  68. Handrinos & Akriotis, p. 299
  69. Handrinos & Akriotis, p. 299
  70. Απαλοδήμος, σ. 59-60
  71. Όντρια σ. 167
  72. Όντρια σ. 167
  73. Σφήκας σ. 96
  74. http://avibase.bsc-eoc.org/species

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • IUCN Red List: http://www.iucnredlist.org/
  • Aliabadian M, Kaboli M, Nijman V, Vences M (2009). Molecular Identification of Birds: Performance of Distance-Based DNA Barcoding in Three Genes to Delimit Parapatric Species. PLoS ONE 4 (1): e4119. doi:10.1371/journal.pone.0004119. PMC 2612741. PMID 19127298.
  • Ali, S & Ripley, SD (1999). Handbook of the Birds of India and Pakistan. Volume 10 (2 ed.). New Delhi: Oxford University Press. pp. 217–219.
  • Per Alström, Urban Olsson, Fumin Lei , Hai-tao Wang , Wei Gao, Per Sundberg, Phylogeny and classification of the Old World Emberizini (Aves, Passeriformes)
  • Brazil, M. (2009) Birds of East Asia. A&C Black Publishers, London.
  • Byers, C., Olsson, U. and Curson, J. (1995) Buntings and Sparrows: A Guide to the Buntings and North American Sparrows. A&C Black Publishers, London
  • Cramp, S. and Perrins, C.M. (1994) Handbook of the Birds of Europe, the Middle East and North Africa. The Birds of the Western Palearctic. Volume IX: Buntings and New World Warblers. Oxford University Press, Oxford.
  • Dymond, N (1999). Two records of Black-headed Bunting Emberiza melanocephala' in Sabah- the first definite occurrence in Malaysia and Borneo. Forktail 15: 102.
  • Geister, I. 1997. Black-headed Bunting Emberiza melanocephala. In Hagemeijer, W.J.M. & Blair, M.J. (eds) The EBCC Atlas of European Breeding Birds: Their Distribution and Abundance: 761. T & AD Poyser, London.
  • Gururaja, KV (1999). Sighting of Black-headed Bunting Emberiza melanocephala in Shimoga city. Newsletter for Birdwatchers 39 (1): 14.
  • Peterson, R.T., Mountfort, G. and Hollom, P.A.D. (1993) A Field Guide to the Birds of Britain and Europe. Houghton Mifflin Company, New York.
  • Randler, C. (2006). Behavioural and ecological correlates of natural hybridization in birds. Ibis 148: 459–467. doi:10.1111/j.1474-919X.2006.00548.x.
  • Stresemann, E (1969). Die Mauser von Emberiza rnelanocephala und Emberiza bruniceps. J. Orn. 110 (3): 291–305. doi:10.1007/BF01671065.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας» (RDB), Αθήνα 1992
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Bob Scott and Don Forrest, The Birdwatcher’s Key, Frederick Warne & Co, 1979
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Colin Harrison & Alan Greensmith, Birds of the World, Eyewitness Handbooks, London 1993
  • Colin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Dennis Avon and Tony Tilford, Birds of Britain and Europe, a Guide in Photographs, Blandford 1989
  • Detlef Singer, Field Guide to Birds of Britain and Northern Europe, The Crowood Press, Swindon 1988
  • Enticott Jim and David Tipling: Photographic Handbook of the Seabirds of the World, New Holland, 1998
  • Gray, Mary Taylor The Guide to Colorado Birds, Westcliffe Publishers, 1998
  • Handrinos & Akriotis, The Birds of Greece, Helm 1997
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Jim Flegg, Field Guide to the Birds of Britain and Europe, New Holland, London 1990
  • Jobling, J. 1991. A dictionary of scientific bird names. University Press, Oxford.
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, ΕΟΕ, 2007
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, Collins
  • Linnaeus, Carolus (1758). Systema naturae per regna tria naturae, secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis. Tomus I. Editio decima, reformata (in Latin). Holmiae (Laurentii Salvii).
  • Peter Colston and Philip Burton, Waders of Britain and Europe, Hodder & Stoughton, 1988
  • R. Grimmett, C. Inskipp, T. Inskipp, Birds of Nepal, Helm 2000
  • Rob Hume, RSPB Complete Birds of Britain and Europe DK, 2002
  • Valpy, Francis Edward Jackson, An Etymological Dictionary of the Latin Language
  • Βασίλη Κλεισούρα, Εργοφυσιολογία, εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1990
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • Χανδρινός Γ. και Δημητρόπουλος Α.: Τα Αρπακτικά Πουλιά της Ελλάδας, εκδ. Ευσταθιάδης, Αθήνα, 1982
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κρήτης, Ευσταθιάδης, 1989
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κύπρου, Ευσταθιάδης, 1991
  • Ιωάννη Όντρια (I), Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ιωάννη Όντρια (II), Συστηματική Ζωολογία, τεύχος 3.
  • Ιωάννου Χατζημηνά, Επίτομος Φυσιολογία, εκδ. Γρ. Παρισιάνου, Αθήνα 1979
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1996 (ΠΛΜ)
  • Πάπυρος Λαρούς, εκδ. 1963 (ΠΛ)
  • Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας (ΣΠΕΕ), ΕΟΕ 1994
  • Χανδρινός Γιώργος (Ι), «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας»