Αμπακά Χαν
| Αμπακά Χαν | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Όνομα στη μητρική γλώσσα | ᠠᠪᠠᠭᠠ ᠬᠠᠨ (Μογγολικά) |
| Γέννηση | 27 Φεβρουαρίου 1234[1] Αυτοκρατορία των Μογγόλων |
| Θάνατος | 1 Απριλίου 1282[2][1] Χαμαντάν |
| Χώρα πολιτογράφησης | Αυτοκρατορία των Μογγόλων |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | μονάρχης |
| Οικογένεια | |
| Σύζυγος | Μαρία Παλαιολογίνα Padishah Khatun Öljei Khatun Buluqhan Khatun Bulujin Egachi Todei Khatun Nokdan Khatun Mirtay Khātūn |
| Τέκνα | Αργκούν[3] Γκαγιχατού[3] Ολτζάθ Γεώργιος Παχατούρ El Qutlugh Khatun Malika Khatun Toghanchuq Khatun Θεοδώρα Παλαιολογίνα Αραχαντλούν |
| Γονείς | Χουλεγκού Χαν[4][3] και Doquz Khatun |
| Αδέλφια | Τεκουντέρ Τζουμγκούρ Κονκουρτάι Γιοσμούτ Μονγκέ Τεμούρ (Ιλχανάτου) |
| Οικογένεια | Τζενγκισίδες και Ilkhanids |
| Στρατιωτική σταδιοδρομία | |
| Πόλεμοι/μάχες | Θ΄ Σταυροφορία |
| Αξιώματα και βραβεύσεις | |
| Αξίωμα | Χαν (1265–1282) |
Ο Αμπακά Χαν, Abaqa Khan (27 Φεβρουαρίου 1234 - 4 Απριλίου 1282), μογγολ.: Абаха / Абага хан (Κυριλλικά Χαλχά), ᠠᠪᠠᠭᠠ ᠬᠠᠨ (παραδοσιακή γραφή), "θείος από την πλευρά του πατέρα", επίσης μεταγραμμένος Abaġa, ήταν ο 2ος Μογγόλος ηγεμόνας (Ιλχάν) του Ιλχανάτου. Γιος του Χουλεγκού Χαν και της Γεσουντσίν, και εγγονός του Τολούι, βασίλευσε από το 1265 έως το 1282 και τον διαδέχθηκε ο αδελφός του Αχμέτ Τεκουντέρ. Μεγάλο μέρος της βασιλείας του Αμπακά καταναλώθηκε με εμφύλιους πολέμους στη Μογγολική αυτοκρατορία, όπως αυτούς μεταξύ του Ιλχανάτου και του βόρειου χανάτου της Χρυσής Ορδής, και του χανάτου Τσαγκατάι στην Κεντρική Ασία. Ο Αμπακά συμμετείχε επίσης σε ανεπιτυχείς προσπάθειες εισβολής στη Συρία υπό το σουλτανάτο των Μαμελούκων, οι οποίες περιελάμβαναν τη Δεύτερη Μάχη της Χομς.
Ο βίος του
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Αμπακά γεννήθηκε στη Μογγολία [5] στις 27 Φεβρουαρίου 1234, [6] γιος του ιδρυτή του Ιλχανάτου Χουλεγκού Χαν. Ο Αμπακά ήταν Βουδιστής. Ευνοούμενος γιος του Χουλεγκού, διορίστηκε κυβερνήτης του Τουρκεστάν.
Ο Χουλεγκού απεβίωσε από ασθένεια το 1265. Πριν από το τέλος του, διαπραγματευόταν με τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο για να προσθέσει μία κόρη της βυζαντινής αυτοκρατορικής οικογένειας στον αριθμό των συζύγων του Χουλεγκού. Ο Μιχαήλ Η΄ είχε επιλέξει την νόθη κόρη του Μαρία Παλαιολογίνα, η οποία στάλθηκε το 1265, συνοδευόμενη από τον ηγούμενο της μονής Παντοκράτορα, Θεοδόσιο Βιλαρντουέν. Ο ιστορικός Στίβεν Ράνσιμαν αναφέρει πώς συνοδεύτηκε από τον Ευθύμιο Πατριάρχη της Αντιόχειας. Δεδομένου ότι ο Χουλεγκού απεβίωσε πριν αυτή φθάσει, αυτή παντρεύτηκε τον γιο του Χουλεγκού, τον Αμπακά. Αυτός τη νυμφεύτηκε όταν διορίστηκε Ιλχάν. Όταν απεβίωσε επίσης η σύζυγος του Χουλεγκού, Ντοκούζ Χατούν, το 1265, ο ρόλος της πνευματικής ηγέτιδας μεταφέρθηκε στη Μαρία Παλαιολογίνα, η οποία ονομαζόταν «δέσποινα Χατούν» από τους Μογγόλους.
Ήταν ο Αμπακά που αποφάσισε ότι η μόνιμη τοποθεσία για την πρωτεύουσα του Ιλχανάτου θα ήταν το Ταμπρίζ, το οποίο βρισκόταν στα βορειοδυτικά λιβάδια που προτιμούσαν οι Μογγόλοι.
Ο Αμπακά ανέλαβε την εξουσία τέσσερις μήνες μετά το τέλος τού πατέρα του, και στη συνέχεια πέρασε τους επόμενους μήνες αναδιανέμοντας φέουδα και κυβερνητικές θέσεις.
Μερικά από τα νομίσματα της εποχής του Αμπακά απεικονίζουν τον χριστιανικό σταυρό, και φέρουν στα αραβικά την χριστιανική επιγραφή «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, του ενός μόνου Θεού».
Στρατιωτικές εκστρατείες
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Χρυσή Ορδή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την εποχή της βασιλείας του Χουλεγκού, οι Μογγόλοι του Ιλχανάτου βρίσκονταν σε πόλεμο με τους Μογγόλους της Χρυσής Ορδής. Αυτό συνεχίστηκε και κατά τη βασιλεία του Αμπακά, και η Χρυσή Ορδή εισέβαλε στο Ιλχανάτο την άνοιξη μετά την άνοδό του. Η εισβολή οφειλόταν εν μέρει σε μία συμμαχία μεταξύ της Χρυσής Ορδής και των Αιγυπτίων Μαμελούκων. Στο πλαίσιο αυτής της συμμαχίας, η Χρυσή Ορδή προσπάθησε να αποσπάσει την προσοχή του Αμπακά μέσω επιθέσεων στα εδάφη του, ώστε να τον εμποδίσει να εισβάλει στη Συρία που κατείχαν οι Μαμελούκοι. Οι εχθροπραξίες συνεχίστηκαν μέχρι το τέλος του χάνου της Χρυσής Ορδής, Μπερκέ, το 1267. Ο Μεγάλος Χαν Κουμπλάι προσπάθησε να παρέμβει για να σταματήσει τον εμφύλιο πόλεμο, και λόγω της επιρροής του, ο νέος χαν της Χρυσής Ορδής, Μονγκέ Τιμούρ, δεν εξαπέλυσε μεγάλη εισβολή στην περιοχή τού Αμπακά. Ωστόσο, ο Μονγκέ Τιμούρ διέταξε τον διοικητή Νογκάι να συνάψει συμμαχία με τον Αιγύπτιο Μαμελούκο σουλτάνο Μπαϊμπάρς, υποσχόμενος ότι θα επιτίθετο στον Αμπακά, και θα μοιραζόταν τυχόν κατακτημένα εδάφη. Αλλά, ταυτόχρονα, ο Μονγκέ Τιμούρ έστειλε απεσταλμένους για να συγχαρούν τον Αμπακά, όταν οι Ιλχάν νίκησαν τον Γκιγιάζ-ουντ-ντίν Μπαράκ. Το 1270 επέτρεψε στον Μενγκού-Τιμούρ να εισπράττει τα έσοδά του από εργαστήρια στο Ιράν.
Τσαγκαταΐδες
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο εγγονός του Ογκεντέι, Kαϊντού, ο εγγονός του Μπατού, Mενγκού-Τιμούρ και ο Μπαράκ του χανάτου Τσαγκατάι (Καζακστάν) σχημάτισαν συμμαχία ενάντια στον Kουμπλάι Χαν και τον Αμπακά στο Tαλάς. Διόρισαν τον Καϊντού κυβερνήτη της Κεντρικής Ασίας. Ο πόλεμος που προέκυψς Kαϊντού–Kουμπλάι που ξεκίνησε το 1268, συνεχίστηκε μέχρι το τέλος του αιώνα.
Το 1270 ο Μπαράκ Χαν του χανάτου Τσαγκατάι προσπάθησε να προσαρτήσει το Ιράν, κάτι που οδήγησε σε επίθεση εναντίον του Αμπακά, ο οποίος βρισκόταν στην πόλη Χεράτ. Ωστόσο, ο Αμπακά κατάφερε να εξαπολύσει μία επιτυχημένη άμυνα, και νίκησε επίσης τον συγγενή του Μπαράκ, Τεγουντέρ, στη Γεωργία. Τον επόμενο χρόνο, ανταπέδωσε στέλνοντας στρατό εναντίον του χανάτου Τσαγκατάι. Λεηλάτησαν τη Μπουχάρα και τις γύρω περιοχές. Υπήρξαν μικρές συγκρούσεις μεταξύ του Αμπακά και των Καραουνά, οι οποίοι βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των ευγενών Τσαγκατάι μέχρι το 1280.
Νιζαρί Ισμαηλίτες
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Εισβολές στη Συρία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Διπλωματικές σχέσεις με Χριστιανούς
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Αμπακά ήταν ένας από μία μακρά σειρά Μογγόλων ηγεμόνων, που προσπάθησαν να εξασφαλίσουν τη συνεργασία της Δύσης εναντίον των Μουσουλμάνων Μαμελούκων. Αλληλογραφούσε με τον πάπα Κλήμη Δ΄ κατά τη διάρκεια του 1267-1268, και φέρεται να έστειλε έναν Μογγόλο πρεσβευτή στη δυτική Ευρώπη το 1268, προσπαθώντας να σχηματίσει μία γαλλο-μογγολική συμμαχία μεταξύ των δυνάμεών του, εκείνων της Δύσης και εκείνων του πεθερού του, Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου. Έλαβε απαντήσεις από τη Ρώμη και από τον Ιάκωβο Α΄ της Αραγωνίας, αν και δεν είναι σαφές, εάν αυτό οδήγησε στην ανεπιτυχή εκστρατεία του Ιακώβου στην Άκρα το 1269. Ο Αμπακά αναφέρεται ότι έγραψε στον Αραγωνέζο βασιλιά, λέγοντας ότι επρόκειτο να στείλει τον αδελφό του, Αγάι, να ενωθεί με τους Αραγωνέζους όταν έφθαναν στην Κιλικία. Ο Αμπακά έστειλε επίσης πρεσβείες στον Εδουάρδο Α΄ της Αγγλίας, και το 1274 έστειλε μία μογγολική αντιπροσωπεία στον πάπα Γρηγόριο Ι΄ στη Β΄ Σύνοδο της Λυών, όπου ο γραμματέας του Αμπακά, Ρυχάλδος, διάβασε μία έκθεση στη συνέλευση, υπενθυμίζοντάς τους τη φιλική στάση του Χουλεγκού προς τους Χριστιανούς, και διαβεβαιώνοντάς τους ότι ο Αμπακά σχεδίαζε να εκδιώξει τους Μουσουλμάνους από τη Συρία. Αλλά ούτε αυτή η διπλωματική αποστολή, ούτε δύο ακόμη πρεσβείες στην Ευρώπη το 1276 και το 1277, έφεραν απτά αποτελέσματα.
Εκστρατεία κατά τη Θ΄ Σταυροφορία (1271)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Το 1260, ο Βοημούνδος ΣΤ΄ της Αντιόχειας πείστηκε από τον πεθερό του, Χετούμ Α΄ της Αρμενίας, να υποταχθεί οικειοθελώς στην μογγολική εξουσία , ενώ στην εξουσία βρισκόταν ο πατέρας του Αμπακά, Χουλεγκού, καθιστώντας την Αντιόχεια και την Τρίπολη υποτελή κράτη του Ιλχανάτου. Το 1268 ο ηγέτης των Μαμελούκων Μπαϊμπάρς κατέλαβε την Αντιόχεια, και ο Βοημούνδος επέτυχε ανακωχή με τον Μπαϊμπάρς, για να αποφύγει την απώλεια της Τρίπολης.
Σε απάντηση στην πτώση της Αντιόχειας, ο Εδουάρδος Α΄ της Αγγλίας έφθασε στην Άκρα το 1271, προσπαθώντας να ηγηθεί μίας νέας Σταυροφορίας. Τελικά θεωρήθηκε στρατιωτική αποτυχία, αλλά ο Εδουάρδος Α΄ κατάφερε τελικά να εξασφαλίσει ανακωχή με τους Μαμελούκους, πριν χρειαστεί να επιστρέψει στην Αγγλία.
Όταν ο Εδουάρδος Α΄ έφθασε στην Άκρα, είχε στείλει μία πρεσβεία στον Αμπακά, με επικεφαλής τον Ρέτζιναλντ Ρόσελ, τον Γκοντεφρόι του Βάους και τον Ιωάννη του Πάρκερ, ζητώντας στρατιωτική βοήθεια από τους Μογγόλους. Η Αμπακά ήταν απασχολημένος με άλλες συγκρούσεις στο Τουρκεστάν, αλλά ανταποκρίθηκε θετικά στο αίτημα του Εδουάρδου Α΄, στέλνοντας 10.000 Μογγόλους ιππείς υπό τον στρατηγό Σαμαγκάρ από τον στρατό κατοχής στη Σελτζουκική Μ. Ασία στη Συρία: Οι Μογγόλοι, συμπεριλαμβανομένων και ορισμένων βοηθητικών Σελτζουκικών στρατευμάτων, λεηλάτησαν τη γη από το Χαλέπιο προς τα νότια. Αν και η δύναμη ήταν σχετικά μικρή, πυροδότησαν μία έξοδο του μουσουλμανικού πληθυσμού (ο οποίος θυμόταν τις προηγούμενες εκστρατείες του Μογγόλου στρατηγού Κιτμπουκά) μέχρι το Κάιρο. Ο Εδουάρδος Α΄, από την πλευρά του, δεν μπόρεσε ποτέ να συγκεντρώσει τις δικές του δυνάμεις για να συντονίσει τις δράσεις του με τους Μογγόλους, ή ακόμη και να επιτύχει στρατιωτικές νίκες, έτσι οι δυνάμεις του Αμπακά τελικά αποσύρθηκαν. Όταν ο Μπαϊμπάρς εξαπέλυσε αντεπίθεση από την Αίγυπτο στις 12 Νοεμβρίου 1271, οι Μογγόλοι είχαν ήδη υποχωρήσει πέρα από τον Ευφράτη.
Εκστρατείες του 1280–1281
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο ηγέτης των Μαμελούκων Μπαϊμπάρς απεβίωσε το 1277. Κατά τη διάρκεια του 1280 και του 1281, ο Αμπακά προώθησε νέες επιθέσεις εναντίον της Συρίας. Τον Σεπτέμβριο του 1280 οι Μογγόλοι κατέλαβαν τη Βαγρά και το Νταρμπσάκ και κατέλαβαν το Χαλέπιο στις 20 Οκτωβρίου. Οι Μογγόλοι έστειλαν απεσταλμένους στην Άκρα για να ζητήσουν στρατιωτική υποστήριξη για την εκστρατεία τους, αλλά οι Σταυροφόροι βρίσκονταν ακόμη σε 10ετή ανακωχή με τους Μαμελούκους . Ο Βικάριος του Πατριάρχη απέρριψε το αίτημα του Αμπακά, λέγοντας ότι η πόλη υπέφερε από πείνα, και ότι ο βασιλιάς της Ιερουσαλήμ είχε εμπλακεί σε έναν άλλο πόλεμο. Ο βασιλιάς της Κύπρου Ούγος Γ΄ και ο Βοημούνδος Ζ΄ κινητοποίησαν τούς στρατούς τους, αλλά δεν μπορούσαν να παρέμβουν, επειδή οι Μαμελούκοι είχαν ήδη τοποθετηθεί ανάμεσα σε αυτούς και τους Μογγόλους.
Ο Αμπακά και ο Λέων Γ΄ παρότρυναν τους Φράγκους να ξεκινήσουν μία νέα Σταυροφορία, αλλά μόνο οι Ιωαννίτες και ο Εδουάρδος Α΄ (ο οποίος δεν μπορούσε να έρθει λόγω έλλειψης κεφαλαίων) ανταποκρίθηκαν ευνοϊκά. Οι Ιωαννίτες του Μαρκάμπ πραγματοποίησαν συνδυασμένες επιδρομές στην Μπουκάια, και κέρδισαν αρκετές μάχες εναντίον του σουλτάνου Καλαβούν, πραγματοποιώντας επιδρομές μέχρι το Κρακ των Ιπποτών τον Οκτώβριο του 1280, και νικώντας τον στρατό των Μαμελούκων του Κρακ τον Φεβρουάριο του 1281.
Οι Μογγόλοι τελικά υποχώρησαν, υποσχόμενοι να επιστρέψουν για τον χειμώνα του 1281. Ενημέρωσαν τους Φράγκους ότι θα έφερναν 50.000 Μογγόλους ιππείς και 50.000 Μογγόλους πεζούς, αλλά προφανώς αυτή η υπόσχεση δεν έτυχε ανταπόκρισης.
Εκστρατεία του Φθινοπώρου 1281
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι Αιγύπτιοι Μουσουλμάνοι είχαν σεβαστεί μία 10ετή εκεχειρία με τους Σταυροφόρους, η οποία ξεκίνησε το 1271. Στις 3 Μαΐου 1281, ο νέος Μουσουλμάνος σουλτάνος Καλαβούν υπέγραψε μία νέα 10ετή εκεχειρία με τους βαρόνους της Άκρας, και μία δεύτερη 10ετή εκεχειρία με τον Βοημούνδο Ζ΄ της Τρίπολης, στις 16 Ιουλίου 1281.
Η αναγγελθείσα εισβολή των Μογγόλων ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 1281. Τους προσχώρησαν οι Αρμένιοι υπό τον Λέοντα Γ΄ και περίπου 200 ιππότες Ιωαννίτες από το φρούριο του Μαρκάμπ , οι οποίοι θεωρούσαν ότι δεν δεσμεύονταν από την εκεχειρία με τους Μαμελούκους.
Στις 30 Οκτωβρίου 1281, 50.000 μογγολικά στρατεύματα, μαζί με 30.000 Αρμένιους, Γεωργιανούς, Ρωμαίους (Έλληνες) και τους Φράγκους Ιππότες του Μαρκάμπ, πολέμησαν εναντίον του μουσουλμάνου ηγέτη Καλαβούν στη Β΄ Μάχη της Χομς, αλλά ηττήθηκαν.
το τέλος και η διαδοχή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Αμπακά απεβίωσε στο Χαμαντάν στις 4 Απριλίου 1282, πιθανώς σε κατάσταση τρομώδους παραληρήματος. Αυτή η ασθένεια πιθανότατα προκλήθηκε από υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, μία συνήθεια κοινή σε πολλούς Μογγόλους ηγέτες. Ωστόσο, το 1285, ο υπουργός οικονομικών του , Σαμς αντ-Ντιν Τζουβεϊν'ι, κατηγορήθηκε ότι τον δηλητηρίασε.
Μετά το τέλος του Αμπακά, η χήρα του, Μαρία Παλαιολογίνα, κατέφυγε πίσω στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο πατέρας της Μιχαήλ Θ΄, προφανώς επιθυμώντας να γλιτώσει την πρωτεύουσά του από την τύχη που έπληξε τη Βαγδάτη, προσπάθησε να την ξαναπαντρέψει με έναν άλλο Μογγόλο χάνο. Η Μαρία δεν δέχθηκε την προσφορά, έγινε μοναχή, και π. το 1285 ίδρυσε την εκκλησία της Παναγίας της Μουχλιώτισσας.
Τον Αμπακά διαδέχθηκε ο αδελφός του Τεκουντέρ, ο οποίος παρά τις προηγούμενες συγκρούσεις του με τους Αιγύπτιους Μαμελούκους, είχε ασπαστεί το Ισλάμ. Ο Τεκουντέρ ανέτρεψε τις φιλοχριστιανικές πολιτικές του Αμπακά, και πρότεινε συμμαχία με τον Μαμελούκο σουλτάνο Καλαβούν, ο οποίος επανέλαβε τις επιθέσεις σε φραγκικά εδάφη, καταλαμβάνοντας το βόρειο φρούριο Μαργκάτ το 1285, τη Λατάκια το 1287 και την Τρίπολη το 1289. Το 1284, ο γιος τού Αμπακά, Αργκούν, ηγήθηκε μίας επιτυχημένης εξέγερσης, με την υποστήριξη του Κουμπλάι. Ο Αργκούν διέταξε την εκτέλεση τού θείου του, Τεκουντέρ, και ανέλαβε ο ίδιος την εξουσία, επιστρέφοντας στις φιλοχριστιανικές πολιτικές του Αμπακά.
Ένας νεότερος γιος, ο Γκαϊχατού, ανέλαβε τον θρόνο το 1291. [7] [8] [9]
Οικογένεια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Αμπακά είχε δεκαέξι συζύγους και παιδιά με αρκετούς από αυτούς:
Κληρονόμησε από τον Χουλεγκού:
- Ολτζέι Χατούν, μητέρα του Mονγκέ Τεμούρ.
- Tουκτανί (ή Toκιγιατάι) (π. 20 Φεβρουαρίου 1292), πρώην παλλακίδα, που ανατράφηκε ως χατούν, έλαβε το στρατόπεδο του Ντοκούζ Χατούν.
Κύριες σύζυγοι:
- Ντορτζί Χατούν
- Νουκντάν Χατούν, από τη φυλή των Τατάρων· αντικατέστησε τη Ντορτζί μετά το τέλος της
- Γκαϊκάτου
- Eλτουσμίς Χατούν, κόρη του Κουτλούγκ Tιμούρ Γκουργκέν του Χονγκιράντ, αδελφή του Tαραγκάι Γκουργκέν. αντικατέστησε τη Nουκντάν μετά το τέλος της
- Παντισάχ Χατούν, κόρη του Qutb-ud-din Muhammad, ηγεμόνα του Kιρμάν και του Kουτλούγκ Tουρκάν. δόθηκε η κατασκήνωση του Γιεσουντσίν Χατούν (π. Ιανουάριος/Φεβρουάριος 1272)
- Mερτέι Χατούν, αδελφή του Tαγκτάι Τιμούρ (που μετονομάστηκε Mουσά) του Χονγκιράντ (γιος του Σιγκού Γκουργκέν, γιου του Aλτσί Νογιάν· και της Tουμελούν Μπεχί, κόρης του Τζένγκις Χαν και της Μπόρτε)
- Μπουτσίν Χατούν
- Toντάι Χατούν, από το Χονγκιράντ, που στη συνέχεια παντρεύτηκε τον Tεκουντέρ και μετά τον Aργκούν
- Γιουλ Κουτλούγκ Χατούν, παντρεύτηκε πρώτα τον Eλτζιντέι Κουστσί, παντρεύτηκε έπειτα τον Eμίρ Εϊμπασμίς
- Tαγκατάι Χατούν, παντρεύτηκε αρχικά τον Αχμάντ, αδελφό του Κουντσουκμπάλ, παντρεύτηκε έπειτα τον Ντολαντί Ιλατσί.
- Μαρία δέσποινα Χατούν, κόρη του Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου
- Θεοδώρα Αρά Κουτλούγκ (μεσαιων. ελλην.:: Θεοδώρα Αραχαντλούν) [10]
- Μπουλουχάν Χατούν (απεβ. στις 20 Απριλίου 1286), από τη φυλή Μπαγιαούτ
- Mαλικά Χατούν, παντρεύτηκε τον Toγκάν, γιο του Noγκάι Γιαγκουτσί του Μπαγιαούτ
Παλλακίδες:
- Μπουλουγκατσίν Αγκατσί
- Καϊτμής Εγκατσί, από τη φυλή Ονγκούντ
- Αργούν
- Μπουλουτζίν Εγκατσί
- Ολτζάθ Χατούν, παντρεύτηκε αρχικά τον Βαχτάνγκ Β΄ της Γεωργίας και στη συνέχεια τον Δαβίδ Η΄ της Γεωργίας.
- Eλ Κουτλούγκ Χατούν, παντρεύτηκε τον Γκουρμπατάι Γκουργκέν της φυλής Χασίν
- Σιρίν Εγκατσί
- Aλτάι Εγκατσί
- Καβκαμπί Εγκατσί
- Toγκαντσούκ Χατούν (απεβ. το 1291), παντρεύτηκε τον Nαβρούζ, γιο του Aργκούν Αγκά
Σημειώσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- 1 2 (Ιταλικά) Sapere Encyclopedia. De Agostini Editore. 2001. Abāqā.
- ↑ pantheon
.world . Ανακτήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2017./profile /person /Abaqa _Khan - 1 2 3 (Αγγλικά, Κινεζικά) China Biographical Database.
- ↑ «Абака-ханъ» (Ρωσικά)
- ↑ «ABAQA – Encyclopaedia Iranica». www.iranicaonline.org. Ανακτήθηκε στις 16 Απριλίου 2020.
- ↑ Melville, Charles (1994). «The Chinese-Uighur Animal Calendar in Persian Historiography of the Mongol Period». Iran 32: 83–98. doi:. ISSN 0578-6967. https://www.jstor.org/stable/4299907.
- ↑ Guida Myrl Jackson-Laufer (1999). Women Rulers Throughout the Ages: An Illustrated Guide. ABC-CLIO. σελ. 319. ISBN 9781576070918. Ανακτήθηκε στις 23 Ιουνίου 2012.
- ↑ Ann K. S. Lambton (1988). Continuity and Change in Medieval Persia: Aspects of Administrative, Economic, and Social History, 11th-14th Century. SUNY Press. ISBN 9780887061332. Ανακτήθηκε στις 23 Ιουνίου 2012.
- ↑ «Padishah Khatun (Safwat al-Din Khatun): 13th Century». Women in World History. Ανακτήθηκε στις 23 Ιουνίου 2012.
- ↑ Shukurov, R. (Rustam) (19 Μαΐου 2016). The Byzantine Turks, 1204-1461. Leiden. σελ. 84. ISBN 978-90-04-30775-9.
Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Amitai-Preiss, Reuven (1995). Mongols and Mamluks: The Mamluk-Īlkhānid War, 1260-1281. New York: Cambridge University Press. ISBN 0-521-46226-6.
- Atwood, Christopher P. (2004). The Encyclopedia of Mongolia and the Mongol Empire. Facts on File, Inc. ISBN 0-8160-4671-9.
- Roux, Jean-Paul, Histoire de l'Empire Mongol, Fayard, (ISBN 2-213-03164-9)
- Richard, Jean (1996). Histoire des Croisades. Fayard. ISBN 2-213-59787-1.
- Runciman, Steven (1987 (first published in 1952–1954)). A History of the Crusades 3. Penguin Books. (ISBN 978-0-14-013705-7)ISBN 978-0-14-013705-7.
- Tyerman, Christopher (2006). God's War: A New History of the Crusades. Cambridge, Massachusetts: Harvard University Press. ISBN 0-674-02387-0.