Αμελάγχιο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αμελάγχιο
Amelanchier grandiflora2.jpg
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία: Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Τάξη: Ροδώδη (Rosales)
Οικογένεια: Ροδοειδή (Rosaceae)
Γένος: Αμελάγχιο
(Amelanchier)

Medik.

Το αμελάγχιο (Amelanchier) είναι γένος αγγειόσπερμων φυτών της υποοικογένειας αμυγδαλοειδή (όπου ανήκουν η αμυγδαλιά και η μηλιά). Το γένος περιλαμβάνει περίπου 20 είδη φυλλοβόλων θάμνων και μικρών δέντρων. Η ονομασία του προήλθε πιθανώς από τα amalenquièr, amelanchièr, τα οξιτανικά ονόματα του είδους Amelanchier ovalis.

Κατανομή και βιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το γένος είναι ιθαγενές της εύκρατης ζώνης του Βόρειου Ημισφαιρίου, με μεγαλύτερο αριθμό ειδών στη Βόρεια Αμερική, ιδίως στις βορειοανατολικές Ηνωμένες Πολιτείες και τον κοντινό νοτιοανατολικό Καναδά. Δύο είδη φύονται στην Ασία και μόνο ένα στην Ευρώπη. Η ταξινομική του αμελαγχίου έχει προβληματίσει επί μακρόν τους βοτανολόγους και άλλους, γεγονός εμφανές από τους διαφορετικούς αριθμούς ειδών που αναγνωρίζονται σε αυτό το γένος, από 6 μέχρι 33, σε δύο ανακοινώσεις.[1][2] Σημαντική πολυπλοκότητα εισάγεται από τον υβριδισμό, τη χρωμοσωμική πολυπλοείδεια και την απομειξία (παρθενογενετική παραγωγή σπόρων), που δυσχεραίνουν την ταυτοποίηση των ειδών του γένους.[3]

Τα διάφορα είδη αμελαγχίου φθάνουν σε ύψος από 20 εκατοστά μέχρι 20 μέτρα. Ο φλοιός τους είναι γκρίζος ή σπανιότερα μπεζ, και στα δενδρώδη είδη είναι λείος ή ρωγμωδης στα μεγαλύτερης ηλικίας φυτά. Τα φύλλα είναι εναλλασσόμενα, απλά, λογχοειδή έως ελλειψοειδή και κυκλικά ακόμα στο σχήμα, πλάτους από 0,5 έως 5,5 εκατοστών και μήκους από 0,5 έως 10 εκατοστών, λεπτά ή δερματοειδή, με άνω επιφάνεια λεία ή πολύ χνουδωτή (κατά την ανθοφορία) και κάτω επιφάνεια λεία και λιγότερο ή περισσότερο χνουδωτά στην ώριμη ηλικία του φυτού. Οι ταξιανθίες έχουν από 1 έως 20 άνθη η μία. Το άνθος έχει 5 πέταλα, λευκά (σπανίως με ελαφρά ρόδινη ή κίτρινη απόχρωση, ή με κόκκινες λωρίδες), με σχήμα μακρόστενο ή κυκλικό και μήκος από 2,6 έως 25 χιλιοστόμετρα (mm). Η ανθοφορία γίνεται στις αρχές της ανοίξεως. Ο καρπός είναι μικρά «μηλαράκια» σαν βατόμουρα, με χρώμα μοβ έως σχεδόν μαύρο στην ωριμότητα, με διάμετρο 5 έως 15 mm, άγευστοι έως ευχάριστα γλυκείς, και ωριμάζουν το καλοκαίρι.[3]

Οι καρποί του αμελαγχίου είναι σημαντική τροφή για τα άγρια ζώα.

Επιλεγμένα είδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος Amelanchier alnifolia

Στον παρακάτω κατάλογο η ταξινόμηση έγινε για μεν τα βορειοαμερικανικά είδη σύμφωνα με το έργο Flora of North America[3][4] για δε τα ασιατικά σύμφωνα με το Flora of China[5]. Για το ευρωπαϊκό είδος, σύμφωνα με το Flora Europaea.[6]

Υβρίδια «του κήπου»[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επειδή οι ταξινομήσεις παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές την τελευταία εκατονταετία, τα ονόματα των ειδών χρησιμοποιούνται συχνά το ένα αντί του άλλου στα φυτώρια. Υπάρχουν αρκετά φυσικά ή ανθρωπογενή υβρίδια, και πολλά φυτά A. arborea και A. canadensis που πωλούνται σε αμερικανικά φυτώρια είναι στην πραγματικότητα υβρίδια ή εντελώς διαφορετικά είδη. Το Amelanchier × grandiflora είναι ανθρωπογενές υβρίδιο του A. arborea και του A. laevis. Η ποικιλία «La Paloma» κέρδισε το ετήσιο βραβείο «Award of Garden Merit» της Βασιλικής Εταιρείας Κηπουρικής του Λονδίνου.[7]

Το είδος Amelanchier lamarckiiAmelanchier x lamarckii) καλλιεργείται ευρύτατα και εισάχθηκε από τον 17ο αιώνα στην Ευρώπη. It is [[Απομειξία]|απομεικτικό]] και πιθανώς υβριδικής καταγωγής (ίσως διασταύρωση του A. laevis με είτε το A. arborea είτε το A. canadensis). Αν και το A. lamarckii είναι με βεβαιότητα βορειοαμερικανικό είδος, πιθανώς καταγόμενο από τον ανατολικό Καναδά, δεν έχει βρεθεί πουθενά σε άγρια κατάσταση στην αμερικανική ήπειρο.[8][9]

Οικολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φύλλα και καρποί του είδους Amelanchier ovalis

Τα αμελάγχια είναι προτιμώμενη τροφή των ελαφιών και των λαγών με την πίεση από την υπερβόσκηση να μπορεί να αποτρέψει τη φυσική αντικατάσταση. Οι κάμπιες λεπιδόπτερων, αλλά και άλλα φυτοφάγα έντομα τρέφονται με αμελάγχια. Πολλά έντομα και ασθένειες που προσβάλλουν τα οπωροφόρα δέντρα είναι εχθροί και αυτού του γένους, ειδικότερα ο μύκητας γυμνοσποράγγειο.

Χρήσεις και καλλιέργεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο καρπός αρκετών ειδών αμελαγχίου τρώγεται από τον άνθρωπο ωμός, έχοντας γεύση παρόμοια με τη γεύση κυανόμουρου (blueberry), αλλά επηρεασμένη από την οσμή αμυγδάλου που προέρχεται από τους σπόρους. Επιλεγμένες ποικιλίες του Amelanchier alnifolia έχουν επιλεγεί για παραγωγή καρπών.[10] Κάποιες άλλες καλλιεργούμενες ποικιλίες φαίνεται ότι προέρχονται από διασταύρωση των ειδών A. alnifolia και A. stolonifera.[10] Πολλαπλασιάζονται με σπορά, παραφυάδες και μπόλιασμα. Το αμελάγχιο μπολιάζει τόσο εύκολα, ώστε ακόμα και μπολιάσματα πάνω σε άλλα γένη, όπως ο κράταιγος και το σόρβο, επιτυγχάνουν συχνά.

Εκτός από ωμός, ο καρπός του αμελάγχιου τρώγεται και μεταποιημένος σε πίτες (ανάλογες με τις μηλόπιτες) και σε μαρμελάδες.[11] Μία παραλλαγή του φαγητού πέμικαν των Ινδιάνων (αποξηραμένος κιμάς και λίπος με μούρα) αρωματιζόταν με καρπούς αμελαγχίου.

Το ξύλο του αμελαγχίου είναι καφέ, σκληρό και βαρύ. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην κατασκευή λαβών εργαλείων και καλαμιών ψαρέματος. Οι Ινδιάνοι το χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή βελών, ενώ μέλη της φυλής Πιτ Ρίβερ (βόρεια Καλιφόρνια) κατασκεύαζαν με το ξύλο αυτό ένα είδος αρματωσιάς σώματος, που φορούσαν κατά τη διάρκεια των μαχών.[12]

Κηπουρική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρκετά είδη είναι πολύ δημοφιλείς καλλωπιστικοί θάμνοι, που καλλιεργούνται για τα άνθη τους, τον φλοιό τους και τα χρώματα των φθινοπωρινών φύλλων τους. Χρειάζονται όλα παρόμοιες συνθήκες για να αναπτύσσονται: καλή αποστράγγιση, κυκλοφορία του αέρα (για την αποφυγή ασθενειών των φύλλων), πότισμα στις ξηρασίες και έδαφος κατάλληλο για το κάθε είδος.


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Landry P. (1975). «Le concept d'espece et la taxonomie du genre Amelanchier (Rosacees)». Bull. Soc. Bot. France 122: 43–252. 
  2. Phipps J.B.; Robertson K.R.; Smith P.G.; Rohrer J.R. (1990). «A checklist of the subfamily Maloideae (Rosaceae)». Can. J. Bot. 68: 2209-2269. 
  3. 3,0 3,1 3,2 University of Maine: Amelanchier Systematics and Evolution Αρχειοθετήθηκε 2020-08-13 στο Wayback Machine.
  4. Campbell, C.S., Dibble, A.C., Frye, C.T., & Burgess, M.B.: «Amelanchier» στο Flora of North America, 9 (Magnoliophyta: Rosidae: Rosales), Oxford University Press, Νέα Υόρκη 2015
  5. Flora of China: Amelanchier
  6. Flora Europaea: Amelanchier
  7. «Amelanchier 'La Paloma». Royal Horticultural Society. 2017. Ανακτήθηκε στις 5 Ιανουαρίου 2018. 
  8. Bean, W.J.: Trees and Shrubs Hardy in the British Isles 8η έκδ., τόμ. 1, John Murray, 1976
  9. Rushforth, K.: Trees of Britain and Europe, Collins, 1999
  10. 10,0 10,1 American Society for Horticultural Science (1997). The Brooks and Olmo Register of Fruit & Nut Varieties, 3η έκδ. ASHS Press. 
  11. https://www.youtube.com/watchv=wokPJzsV730&feature=channel_page
  12. Merriam, C. Hart: Ethnographic Notes on California Indian Tribes, University of California Archaeological Research Facility, Berkeley 1966 (σελ. 222)

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Το αντίστοιχο λήμμα στη Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια «Χάρη Πάτση», τόμος 4, σελίδα 724

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Juneberry» (Amelanchier lamarckii), στο What Am I Eating? A Food Dictionary