Αμαρυλλιδοειδή

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αμαρυλλιδοειδή
Το είδος Amaryllis belladonna
Το είδος Amaryllis belladonna
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία: Μονοκοτυλήδονα (Monocotyledones)
Τάξη: Ασπαραγώδη (Asparagales)
Οικογένεια: Αμαρυλλιδοειδή
(Amaryllidaceae)
J.St.-Hil. 1805, nom. cons.

Τα αμαρυλλιδοειδή (Amaryllidaceae) είναι μεγάλη οικογένεια ποωδών μονοκοτυλήδονων φυτών, κυρίως πολυετών με βολβούς (σπανίως με ριζώματα). Η οικογένεια πήρε το όνομά της από το γένος αμαρυλλίς. Τα άνθη των φυτών της οικογένειας είναι συνήθως μονόκλινα και συμμετρικά, διατεταγμένα σε σκιάδια πάνω στο στέλεχος, με τα πέταλα να μη διαφοροποιούνται από τα σέπαλα. Πολλά αμαρυλλιδοειδή παράγουν τη θειούχο χημική ένωση αλλιίνη, που σε μερικά είδη βρίσκεται σε αρκετή ποσότητα ώστε, μετατρεπόμενη με την κοπή σε αλλισίνη, να τους προσδίδει έτσι τη χαρακτηριστική μυρωδιά του σκόρδου (το κρεμμύδι και το σκόρδο ως φυτά ανήκουν στα αμαρυλλιδοειδή).

Η οικογένεια αναγνωρίσθηκε από τους βοτανολόγους το 1805 και σήμερα κατατάσσουν σε αυτή περί τα 1.600 είδη, που ανήκουν σε 70 έως 75 διαφορετικά γένη[1][2] και τρεις υποοικογένειες: τα αγαπανθοειδή (που περιλαμβάνουν μόνο το γένος αγάπανθος), τα αλλιοειδή (περιλαμβάνουν το κρεμμύδι, το σκόρδο, το σχοινόπρασο κ.ά.) και τις αμαρυλλιδοειδίδες (αμαρυλλίς, ιππέαστρο, νάρκισσος, γάλανθος κ.ά.). Ως παλαιά οικογένεια, γνώρισε σημαντικές αναδιοργανώσεις από τους βοτανολόγους και κατά περιόδους ήταν ενωμένη με τη συγγενική οικογένεια λειριοειδή. Από το 2009 και μετά έχει επικρατήσει μια άποψη υπερδιευρυμένης οικογένειας με βάση τη φυλογενετική, οπότε τα αμαρυλλιδοειδή περιλαμβάνουν κάποιες άλλες πρώην οικογένειες που καταργήθηκαν.

Τα περισσότερα αμαρυλλιδοειδή φύονται σε τροπικές και υποτροπικές περιοχές της Γης.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα αμαρυλλιδοειδή είναι όλα σχεδόν χερσαία φυτά (με ελάχιστα υδρόβια είδη), ποώδη γεώφυτα (και σε κάποιες περιπτώσεις επίφυτα), όλα πολυετή με εξαίρεση μόνο τεσσάρων ειδών. Τα περισσότερα γένη εκφύονται από βολβούς, και λίγα, όπως ο αγάπανθος, η κλίβια και ο σκάδοξος από ριζώματα (υπόγειους βλαστούς).[3]

Τα φύλλα είναι απλά, μάλλον χονδρά, με παράλληλες νευρώσεις, και διαθέτουν μερίστωμα. Τα άνθη είναι σχεδόν πάντοτε μονόκλινα (δηλαδή το ίδιο άνθος είναι αρσενικό και θηλυκό ταυτοχρόνως), ακτινομορφικά (ακτινικώς συμμετρικά), σπανίως ζυγομορφικά και συνήθως διατεταγμένα σε σκιάδια στις κορυφές άφυλλων στελεχών, με τα άνθη να συνδέονται με νηματοειδές βράκτιο. Το περιάνθιο αποτελείται από 6 μη διαφοροποιημένα τέπαλα, διατεταγμένα σε δύο σπονδυλώματα των τριών.

Η θέση της ωοθήκης διαφέρει ανάλογα με την υποοικογένεια: τα αγαπανθοειδή και τα αλλιοειδή έχουν ανώτερες ωοθήκες, ενώ οι αμαρυλλιδοειδίδες έχουν κατώτερες. Οι 6 στήμονες είναι διατεταγμένα κατά κανόνα σε δύο σπονδυλώματα των τριών και σε κάποιες περιπτώσεις σε περισσότερα, όπως στη γηθυλλίδα.

Ο καρπός είναι είτε ξηρός και στον τύπο της κάψας, είτε σαρκώδης και στον τύπο της ράγας.

Ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πατέρας της ταξινομικής Κάρολος Λινναίος περιέγραψε το τυπικό είδος αμαρυλλίς, από το οποίο η οικογένεια πήρε το όνομά της, το 1753 στο έργο του Species Plantarum[4], με εννέα είδη που τα ενέταξε στα «εξάνδρια μονογύνια» φυτά (δηλαδή 6 στήμονες και ένας ύπερος)[5], τα οποία περιελάμβαναν συνολικά 51 γένη[6] στο ταξινομικό σχήμα του. Ωστόσο το όνομα «αμαρυλλίς» έχει δοθεί και σε άλλα φυτά κατά καιρούς.

Από ενωρίς τα «εξάνδρια μονογύνια» κατατάσσονταν είτε ως λειριοειδή, είτε ως αμαρυλλιδοειδή φυτά.[7] Από το 1763, οπότε ο Μισέλ Αντανσόν τα θεώρησε μέλη της οικογένειας λειριοειδή'[8], ενέταξε την αμαρυλλίδα στον «Τομέα 7: Νάρκισσοι»[9], από τους 8 «τομείς» που είχε το ταξινομικό σχήμα του για τα λειριοειδή.

Ο Αντουάν Λωράν ντε Ζυσιέ, που οργάνωσε τις οικογένειες των φυτών[10] το 1789, τοποθέτησε την αμαρυλλίδα με 15 συγγενή γένη της στα μονοκοτυλήδονα[11] και στην τάξη «νάρκισσοι», υποδιαιρεμένα σε τρεις υποοικογένειες.[12] Το σύστημά του περιέγραφε επίσης τα λειριοειδή ως ξεχωριστή τάξη εντός των Stamina perigynia. Η χρήση του όρου «τάξη» (Ordo) εκείνη την εποχή ήταν πλησιέστερη σε αυτό που αποκαλούμε σήμερα «οικογένεια», παρά «τάξη».[13][14] Για τη δημιουργία του συστήματός του, ο ντε Ζυσιέ χρησιμοποίησε μια επεκτεταμένη μορφή της ταξινομίας του Λινναίου, λαβαίνοντας υπόψη του όχι μόνο τους αριθμούς, αλλά και τη σχετική θέση των αρσενικών ως προς τα θηλυκά μέρη των ερμαφρόδιτων λουλουδιών.

Η οικογένεια των αμαρυλλιδοειδών (Amaryllidaceae) δημιουργήθηκε τυπικά με την ονομασία Amaryllideae το 1805 από τον Ζαν Ανρί Σαιν-Ιλαίρ.[15] Το 1810 ο Ρόμπερτ Μπράουν πρότεινε να διακριθεί μια υποομάδα λειριοειδών με βάση της θέσεως των ωοθηκών τους (κατώτερα στο άνθος) και να αναφέρεται αυτή ως Amaryllideae[16], ενώ το 1813 ο Ωγκυστέν Πυραμύ ντε Καντόλ περιέγραψε τα λειριοειδή κατά ντε Ζυσιέ και τις Amaryllidae κατά Μπράουν ως δύο σαφώς ξεχωριστές οικογένειες, όπως δεχόμαστε και σήμερα.[17]

Ο Τζων Λίντλεϋ στο πρώτο ταξινομικό έργο του, το An Introduction to the Natural System of Botany[18] (1830) ακολούθησε εν μέρει τον ντε Ζυσιέ, περιγράφοντας μια υπόταξη, τα Endogenae μονοκοτυλήδονα φυτά (διατηρώντας τον όρο του ντε Καντόλ Endogenæ phanerogamæ)[19] με δύο ομάδες, τα πεταλοειδή και τα γλυμώδη (Glumaceae). Υποδιαίρεσε την πρώτη ομάδα σε 32 «τάξεις» (δηλαδή οικογένειες), μεταξύ των οποίων και τα Amaryllideae.[20] Προσδιόρισε τα τελευταία ως «εξαπεταλοειδή βολβώδη έξανδρα μονοκοτυλήδονα, με κατώτερη ωοθήκη, εξαμερές περιάνθιο με σέπαλα αλληλοεπικαλυπτόμενα στη βάση τους και επίπεδους, σπογγώδεις σπόρους». Σε αυτά συμπεριέλαβε τα γένη αμαρυλλίς, Phycella, Nerine, Vallota (= κύρτανθος) και καλόστεμμα. Το 1846, στο τελικό του ταξινομικό σχήμα[21], ο Λίντλεϋ επεξέτεινε κατά πολύ και επεξεργάσθηκε την ταξινομία των μονοκοτυλήδονων, εισάγοντας τόσο μια ενδιάμεση ταξινόμηση, τις «συμμαχίες», όσο και «φυλές» μέσα στις οικογένειες. Μολονότι θεώρησε τα λειριοειδή ως μια παραφυλετική (δηλαδή υπερ-περιεκτική) οικογένεια, έλπιζε ότι το μέλλον θα απεκάλυπτε κάποια χαρακτηριστικά που θα τα ομαδοποιούσαν καλύτερα. Αυτό κράτησε τα αμαρυλλιδοειδή[22] («συμμαχία» των ναρκισσωδών) ξεχωρισμένα από τα λειριοειδή. Τα τελευταία τα υποδιαίρεσε[23] σε 11 φυλές με 133 γένη, ενώ τα αμαρυλλιδοειδή[22] σε 4 φυλές με 68 γένη. Ωστόσο αμφότερες οι οικογένειες περιείχαν πολλά γένη που τελικώς θα μετακινούνταν στις «αντίπερα» τάξεις, τα λειριώδη και τα ασπαραγώδη, αντιστοίχως. Από τις 4 φυλές των αμαρυλλιδοειδών, οι Amaryllideae και Narcissea θα παρέμεναν ως «αμαρυλλίδες πυρήνα», οι αγαύες θα ξεχώριζαν μέσα στα ασπαραγώδη, αλλά οι Alstroemeriae θα γίνονταν μια οικογένεια των λειριωδών.

Από τότε μέχρι σήμερα, επτά από τα γένη των «εξάνδριων μονογύνιων» του Λινναίου εντάσσονται συνεχώς σε μια κοινή ταξινομική μονάδα με τις «αμαρυλλίδες» με βάση την κατώτερη θέση της ωοθήκης μέσα στο άνθος τους (ασχέτως του εάν αυτή η ομνάδα είναι τάξη, υπόταξη, οικογένεια, υποοικογένεια ή «φυλή»).[24] Μεγάλο μέρος από τα γένη των σημερινών αμαρυλλιδοειδών παρέμενε στα λειριοειδή εξαιτίας της ανώτερης θέσεως της ωοθήκης, μέχρι το 1926, οπότε ο Τζων Χάτσινσον τα μετέφερε στα αμαρυλλιδοειδή.[25] Αργότερα στον 19ο αιώνα ο Λίντλεϋ είχε περιγράψει δύο νέα γένη από τη Χιλή, για τα οποία δημιούργησε μια νέα οικογένεια, τα Gilliesieae.[26]

Κατά την εποχή της ταξινομήσεως των Μπένθαμ και Χούκερ (1883), τα αμαρυλλιδοειδή συνέχιζαν να υποδιαιρούνται σε 4 φυλές[27], ενώ τα λειριοειδή[28] καθίσταντο μία από τις μεγαλύτερες οικογένειες φυτών: οι Μπένθαμ και Χούκερ την υποδιαίρεσαν σε 20 φυλές, μία εκ των οποίων, οι Allieae[29], είναι τα σημερινά αλλιοειδή, η μία από τις τρεις υποοικογένειες των αμαρυλλιδοειδών. Επιπλέον οι Allieae περιελάμβαναν τα αγαπανθοειδή[30] (την άλλη σημερινή υποοικογένεια των αμαρυλλιδοειδών) και τα Gilliesieae του Λίντλεϋ[31] ως δύο από τις 4 «υποφυλές» τους[32].

Κατά μήκος διατομή του άνθους του είδους νάρκισσος ο ποιητικός από το βιβλίο του R. Wettstein Handbuch der Systematischen Botanik (1901-1924)

Με την ευρύτερη αποδοχή της θεωρίας της εξελίξεως του Δαρβίνου, οι ταξινομιστές αναθεώρησαν την προσέγγισή τους στην κατάταξη των φυτών, ενσωματώνοντας εξελικτικές πληροφορίες στα σχήματά τους. Ο Άουγκουστ Άιχλερ[33] (1886) υπήρξε ο πρώτος τέτοιος ταξινομιστής και ενέταξε τα αμαρυλλιδοειδή και τα λειριοειδή στη νέα τάξη Liliiflorae[34][35], μία από τις επτά τάξεις του των μονοκοτυλήδονων. Τα λειριοειδή συνέχισαν να περιλαμβάνουν το γένος του σκόρδου και το ορνιθόγαλο. Ο Άντολφ Ένγκλερ ανέπτυξε περαιτέρω τις ιδέες του Άιχλερ, σε πολύ πιο εκλεπτυσμένα σχήματα: σε αυτό του 1903 τα Liliineae, μια υπόταξη των Liliiflorae, περιελάμβαναν τόσο τα λειριοειδή όσο και τα αμαρυλλιδοειδή. Η υποοικογένεια αλλιοειδή εντασσόταν και πάλι στα λειριοειδή και είχε τρεις φυλές: τις Allieae, τους αγάπανθους και τις Gilliesieae.[36] Παρόμοια ήταν η προσέγγιση και του Ρίχαρντ Βέτστάιν[37], με τρεις υποοικογένειες στα αμαρυλλιδοειδή[38], μεταξύ των οποίων τα αγαυοειδή και οι αμαρυλλιδοειδίδες.

Ωστόσο από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα οι αμφιβολίες για την τοποθέτηση των αλλιοειδών στα λειριοειδή αυξάνονταν. Ο Γιόχανες Πάουλους Λότσυ ήταν ο πρώτος ταξινομιστής που πρότεινε την απένταξή τους και στο δικό του σύστημα περιγράφει τα αγαπανθοειδή, τα αλλιοειδή και τα Gilliesiaceae ως νέες, ξεχωριστές από τα λειριοειδή, οικογένειες.[39] Αυτή η προσέγγιση υιοθετήθηκε από μερικούς άλλους βοτανολόγους, όπως από τον Dahlgren[40] (1985) και από τον Rahn[41] (1998).

Μια άλλη προσέγγιση ήταν εκείνη του Τζων Χάτσινσον (1926), ο οποίος παραμέρισε το «δόγμα» του Μπράουν ότι η θέση της ωοθήκης ήταν το καθοριστικό χαρακτηριστικό που διεχώριζε τα αμαρυλλιδοειδή από τα λειριοειδή. Θεώρησε τα πρώτα ως φυτά με βολβούς και ταξιανθίες σε σχήμα σκιαδίου, με το δεύτερο χαρακτηριστικό να είναι το καθοριστικό.[25] Οι απόψεις του Χάτσινσον ενισχύθηκαν και από μεταγενέστερες έρευνες και παραμένουν έγκυρες μέχρι σήμερα.[42] Με βάση το νέο κριτήριό του, μετέφερε τα αγαπανθοειδή, τα αλλιοειδή και τα Gilliesieae από τα λειριοειδή στα αμαρυλλιδοειδή.[25]

Κάποιοι πρότειναν την επανένωση αμαρυλλιδοειδών και λειριοειδών. Ο Ρόμπερτ Φόλγκερ Θορν[43] (1976) και ο Άρθουρ Κρόνκουιστ (1988) ενσωμάτωσαν τα αμαρυλλιδοειδή σε μία ευρεία έννοια των λειριοειδών[24] (αν και ο Θορν αργότερα τα διεχώρισε και πάλι, αλλά κράτησε τα αλλιοειδή ως τρίτη οικογένεια).[44]. Αυτή η αβεβαιότητα αντανακλούσε ένα ευρύτερο πρόβλημα με τα πεταλοειδή μονοκοτυλήδονα γενικότερα.

Η σύγχρονη φυλογενετική εποχή στην κατανόηση των ταξινομικών σχέσεων των αμαρυλλιδοειδών, δηλαδή με βάση το DNA, άρχισε με το έργο των M.F. Fay και [[Μαρκ Γουέιν Τσέις (Chase) το 1996. Αυτοί χρησιμοποίησαν το γονίδιο του πλαστιδίου RuBisCO rbcL προκειμένου να αποδείξουν τη στενή σχέση ανάμεσα στον αγάπανθο, τα αλλιοειδή και την αμαρυλλίδα.[45] Το γένος αγάπανθος είχε έως τότε συμπεριληφθεί στα αλλιοειδή ή τοποθετηθεί και σε ξεχωριστή οικογένεια, τα αγαπανθοειδή. Οι Fay και Chase το επανένταξαν στα αμαρυλλιδοειδή ως αδελφή ομάδα (δηλαδή τον στενότερο συγγενή) της οικογένειας αυτής. Ωστόσο η πρώτη ταξινόμηση της Ομάδας Φυλογένειας των Αγγειόσπερμων (APG I, 1998) θεωρούσε ακόμα τα αγαπανθοειδή και τα αλλιοειδή ξεχωριστές οικογένειες των ασπαραγωδών.[46] Η στενή σχέση μεταξύ τους επιβεβαιώθηκε από μία λεπτομερέστερη μελέτη, που έγινε από τον Άλαν Μήροου (Meerow) το 1999. Αυτή η μελέτη επιβεβαίωσε τη μονοφυλετικότητα των αμαρυλλιδοειδών, με τα αγαπανθοειδή ως την αδελφή ομάδα τους και τα αλλιοειδή με τη σειρά τους ως αδελφή ομάδα στον κλάδο των αμαρυλλιδοειδών/αγαπανθοειδών.[7]

Στη δεύτερη ταξινόμησή της (APG II) το 2003, η Ομάδα Φυλογένειας των Αγγειόσπερμων πρότεινε την απλοποίηση των «ανώτερων» ή «καθαυτό» ασπαραγωδών, εντάσσοντάς τα σε δύο μόνο ευρύτερες οικογένειες, και πρότεινε προαιρετικώς το όνομα Alliaceae «εν τη ευρεία εννοία» (sensu lato, s.l.) για την οικογένεια που θα ενσωμάτωνε τα αγαπανθοειδή, τα αλλιοειδή και τις αμαρυλλίδες, αφού αποτελούσαν μία ενιαία μονοφυλετική ομάδα. Σε αυτό ακολουθούσαν το σύστημα του Χάτσινσον. Στην πρόταση αυτή, οι τρεις οικογένειες υποβιβάζονταν σε υποοικογένειες. Ταυτοχρόνως, εκτιμούσαν ένα επιχείρημα να καταστεί το Amaryllidaceae «εν τη ευρεία εννοία» η επίσημη ονομασία της νέας, μεγαλύτερης οικογένειας[47][48], κάτι που κατόπιν υπεστήριξαν έντονα ο Μήροου και οι συνεργάτες του.[49][50]

Η σημερινή ταξινόμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Σύστημα APG III το 2009 υιοθέτησε επισήμως την ευρύτερη θεώρηση του APG II και την «κρατημένη» από πριν ονομασία Amaryllidaceae, αμαρυλλιδοειδή. Προς διάκριση αυτής της ευρείας οικογένειας από την παλαιότερη, στενότερη οικογένεια, οι βοτανολόγοι αναφέρονται στα Amaryllidaceae sensu APG, ή, όπως αναφέρεται από την ίδια την APG, «Amaryllidaceae sensu lato», σε διάκριση από τα Amaryllidaceae s.s. (sensu stricto, «εν τη στενή εννοία»).[51][52]

Το ακόλουθο φυλογενετικό δένδρο ή κλαδόγραμμα δείχνει τη θέση των Amaryllidaceae s.l. μέσα στην τάξη Asparagales (ασπαραγώδη)[53]:

Asparagales

Orchidaceae





Boryaceae


Hypoxidaceae s.l.

Blandfordiaceae




Lanariaceae




Asteliaceae



Hypoxidaceae

 

 

 

 





Ixioliriaceae



Tecophilaeaceae

 




Doryanthaceae




Iridaceae




Xeronemataceae




Xanthorrhoeaceae


«ανώτερα» Asparagales


Amaryllidaceae s.l.



Asparagaceae

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τα Amaryllidaceae s.l. αποτελούνται από τρεις υποοικογένειες: τα αγαπανθοειδή (Agapanthoideae), τα αλλιοειδή (Allioideae) και τις αμαρυλλιδοειδίδες (Amaryllidoideae). Από αυτές, τα αγαπανθοειδή περιλαμβάνουν ένα μόνο γένος, τον αγάπανθο (Agapanthus).

Τα αλλιοειδή υποδιαιρέθηκαν σε τρεις ομάδες από τις αρχικές φυλογενετικές μελέτες των Fay και Chase (1996): Τα «καθαυτό» αλλιοειδή, τα Tulbaghioideae και τα Gilliesioideae. Σήμερα αυτές αναγνωρίζονται ως «φυλές» και είναι οι Allieae, Tulbaghieae και Gilliesieae.[45]

Η πλήρης διαλεύκανση των σχέσεων εντός της τρίτης υποοικογένειας (αμαρυλλιδοειδίδες) αποδείχθηκε δυσκολότερη.[49] Στα τέλη του 20ού αιώνα υπήρχαν πάνω από πέντε διαφορετικά σχήματα για την υποδιαίρεσή της (π.χ. Traub 1963, Dahlgren 1985, Hickey & King 1997), με οκτώ ή δέκα φυλές. Οι Meerow & Snijder θεώρησαν 13 φυλές.[7]

Η περαιτέρω εφαρμογή της μοριακής φυλογενετικής έδωσε μια πολύπλοκη εικόνα, που μόνο μερικώς σχετιζόταν με την υποδιαίρεση σε φυλές που βασιζόταν έως τότε μόνο στη μορφολογία.[7] Πλέον τα αμαρυλλιδοειδή διακρίθηκαν βιογεωγραφικώς. Ο νοτιοαφρικανικός κλάδος, που αποκλήθηκε «αμαρυλλίδες», ξεχώριζε από την υπόλοιπη οικογένεια, ενώ υπήρχαν και άλλες δύο αφρικανικές φυλές, τα αιμανθή (Haemantheae) και τα κυρτανθή (με το μοναδικό γένος κύρτανθος). Ταυτοποιήθηκε επίσης μια φυλή της Αυστραλασίας, τα καλοστέμματα (Calostemmateae), αλλά ένας μεγάλος κλάδος μπορούσε να περιγραφεί μόνο ως έχων ευρασιατική και αμερικανική ομάδα, μονοφυλετικές ως προς άλληλες. Η ευρασιατική ομάδα δεν είχε αναλυθεί καλά, με την εξαίρεση των λυκορίδων (Lycorideae) της Κεντρικής και Ανατολικής Ασίας. Η αμερικανική ομάδα αναλύθηκε καλύτερα, ξεχωρίζοντας τα ιππέαστρα (Hippeastreae) ως φυλή (και τις ζεφυρανθίνες ως υποφυλή τους).

Περαιτέρω διερεύνηση της αμερικανικής ομάδας ανέδειξε την ύπαρξη δύο υποομάδων: του κλάδου των Άνδεων και ενός κλάδου «ιππεαστροειδών». Η ευρασιατική ομάδα αναλύθηκε αργότερα σε 4 φυλές.[54]

Η ταξινόμηση APG ΙΙΙ συνοδευόταν από έναν κατάλογο των αποδεκτών ονομασιών υποοικογενειών και φυλών των αμαρυλλιδοειδών, ως ακολούθως[52]:

  • Υποοικογένεια: Αγαπανθοειδή (Agapanthoideae)
  • Υποοικογένεια: Αλλιοειδή (Allioideae)
    • Φυλή: Άλλια (Allieae), με 1 γένος, το άλλιο (πολλά όμως είδη)
    • Φυλή: Gilliesieae, με 18 γένη
    • Φυλή: Tulbaghieae, με 2 γένη
  • Υποοικογένεια: Αμαρυλλιδοειδίδες (Amaryllidoideae), με 15 φυλές
    • Φυλή: Αμαρυλλίδες (Amaryllideae) με 4 υποφυλές:
      • Αμαρυλλιδίνες, με το μοναδικό γένος αμαρυλλίς
      • Βουφονίνες, με το μοναδικό γένος βουφόνη
      • Στρουμαριίνες, με 6 γένη
      • Crinae με 3 γένη
    • Φυλή: Καλοστέμματα (Calostemmateae), με 2 γένη
    • Φυλή: Κύρτανθοι (Cyrtantheae), με το μοναδικό γένος κύρτανθος
    • Φυλή: Ευχαρίδες (Eucharideae), με 7 γένη
    • Φυλή: Ευστέφιες (Eustephieae), με 4 γένη
    • Φυλή: Γάλανθοι (Galantheae), με 3 γένη
    • Φυλή: Γηθυλλίδες (Gethyllideae), με 2 γένη (περ. 41 είδη)
    • Φυλή: Αιμανθή (Haemantheae), με δύο υποφυλές:
      • Κλιβιίνες, με 2 γένη
      • Αιμανθίνες, με 2 γένη
    • Φυλή: Ιππέαστρα (Hippeastreae), με 10 έως 13 γένη και τις εξής δύο υποφυλές:
      • Ιππεαστρίνες
      • Ζεφυρανθίνες
    • Φυλή: Υμενοκαλλίδες (Hymenocallideae), με 3 γένη
    • Φυλή: Λυκορίδες (Lycorideae), με 2 γένη
    • Φυλή: Νάρκισσοι (Narcisseae), με 3 γένη μεταξύ των οποίων και ο γνωστός νάρκισσος
    • Φυλή: Παγκράτια (Pancratieae), με 2 γένη (23 είδη)
    • Φυλή: Κλινανθή (Clinantheae), με 3 ή 4 γένη
    • Φυλή: Γκριφφίνες (Griffineae), με 2 γένη

Συνολικά, ο ιστότοπος «Angiosperm Phylogeny Website» (or APweb) αποδίδει στα αμαρυλλιδοειδή 73 γένη και 1.605 είδη φυτών[53], ενώ η «Plant List» των Βοτανικών Κήπων του Κιου (2013) τους αποδίδει 80 γένη και 2.258 είδη.[55]

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα αμαρυλλιδοειδή είναι κοσμοπολιτική οικογένεια, που βρίσκεται σε όλες τις τροπικές και υποτροπικές περιοχές της Γης. Τα γένη της φυλής αμαρυλλίδες βρίσκονται κυρίως στη νότια Αφρική, τα αιμανθή και οι κύρτανθοι γενικότερα στην Αφρική, ενώ τα καλοστέμματα στην Αυστραλασία. Υπάρχει ο «κλάδος» των Άνδεων. Οι λυκορίδες βρίσκονται κυρίως στην Ευρασία, ενώ τα ιππέαστρα, οι ευστέφιες και οι ζεφυρανθίνες στη Νότια Αμερική.[7]

Καλλιέργεια και χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα αμαρυλλιδοειδή περιλαμβάνουν πολλά καλλωπιστικά φυτά κήπου, όπως τον νάρκισσο, τον γάλανθο και το λευκόιον, και φυτά γλάστρας όπως το ιππέαστρο, την αμαρυλλίδα και την κλίβια. Περιλαμβάνουν επίσης γνωστά λαχανικά, όπως το κρεμμύδι, το πράσο, το σχοινόπρασο και το σκόρδο. Μερικά τροπικά είδη πωλούνται επειδή μοιάζουν πολύ με κρινάκια, όπως το κρίνο-μπελαντόνα (Amaryllis belladonna), το «κρίνο του Αμαζονίου», το «αιματόκρινο» (ή «τουλίπα του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας»), το «κρίνο της Κορνουάλης» ή «κρίνο της Ιερσέης» ή «κρίνο-αράχνη» (γένος Nerine) και ο ευρασιατικός χειμερινός νάρκισσος (γένος στερνβεργία). Το καθαυτό κρίνο ωστόσο είναι γένος φυτών της οικογένειας λειριοειδή.

Συνεπώς η οικονομική σημασία των αμαρυλλιδοειδών έγκειται στην ανθοκομία για τα κομμένα άνθη ή τους βολβούς τους, και στην παραγωγή λαχανικών.


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Amaryllidaceae J.St.-Hil». Plants of the World Online. Royal Botanic Gardens, Kew. Ανακτήθηκε στις 3 Νοεμβρίου 2021. 
  2. Christenhusz, M.J.M.; Byng, J.W. (2016). «The number of known plants species in the world and its annual increase». Phytotaxa 261 (3): 201-217. doi:10.11646/phytotaxa.261.3.1. http://biotaxa.org/Phytotaxa/article/download/phytotaxa.261.3.1/20598. 
  3. Dimitri 1987.
  4. Linnaeus 1753Amaryllis I pp. 292–293.
  5. Linnaeus Sexual System 2015.
  6. Linnaeus 1753Hexandria monogynia I pp. 285–332.
  7. 7,0 7,1 7,2 7,3 7,4 Meerow et al. 1999.
  8. Adanson 1763VIII. Liliaceae. Μέρος II, σελ. 42.
  9. Adanson 1763VIII. Liliaceae Sectio VII. Μέρος II, σσ. 55-57.
  10. Jussieu 1789.
  11. Jussieu 1789Stamina Perigynia, σελ. 35.
  12. Jussieu 1789Narcisse, σσ. 54-56.
  13. ICN 2011Names of families and subfamilies, tribes and subtribes σελ. 18.2.
  14. Candolle 1813Des familles et des tribus σσ. 192-195.
  15. Jaume Saint-Hilaire 1805Amaryllidées τόμ. 1ος, σσ. 134-142.
  16. Brown 1810Prodromus. Amaryllideae, σελ. 296.
  17. Candolle 1813Esquisse. «D'une Série linéaire et par conséquent artificielle, pour la disposition des familles naturelles du règne végetal», σελ. 219.
  18. Lindley 1830.
  19. Lindley 1830Endogenae, or Monocotyledonous Plants σελ. 251.
  20. Lindley 1830Amaryllideae The Narcissus Tribe, σελ. 259.
  21. Lindley 1846.
  22. 22,0 22,1 Lindley 1846Amaryllidaceae - Amaryllids, σελ. 155.
  23. Lindley 1846Liliaceae - Lilyworts, σελ. 200.
  24. 24,0 24,1 Meerow et al. 2000a.
  25. 25,0 25,1 25,2 Hutchinson 1926.
  26. Lindley 1846CCXLVIII Gilliesieae, σσ. 275-277.
  27. Bentham & Hooker 1883Vol. 3, Part 2: Amaryllideae, σσ. 711-740.
  28. Bentham & Hooker 1883Vol. 3, Part 2: Liliaceae, σσ. 748-836.
  29. Bentham & Hooker 1883Vol. 3, Part 2: Allieae, σσ. 798-807.
  30. Bentham & Hooker 1883Vol. 3, Part 2: Agapantheae, σελ. 798.
  31. Bentham & Hooker 1883Vol. 3, Part 2: Gilliesieae, σσ. 804-806.
  32. Bentham & Hooker 1883Vol. 3, Part 2: Allieae (Conspectus), σελ. 750.
  33. Eichler 1886.
  34. Eichler 1886Liliiflorae, σελ. 34.
  35. Wettstein 1924Liliiflorae, σελ. 862.
  36. Engler 1903Subfamily Allioideae, σελ. 96.
  37. Wettstein 1924Liliaceae, σελ. 863.
  38. Wettstein 1924Amaryllidaceae, σελ. 871.
  39. Lotsy 1911Agapanthaceae, Alliaceae, Gilliesiaceae, σσ. 732-734.
  40. Dahlgren, Clifford & Yeo 1985Alliaceae pp. 193–198.
  41. Rahn 1998, σελίδες 70–78.
  42. Wilkin 2012.
  43. Thorne 1976.
  44. Thorne 1992.
  45. 45,0 45,1 Fay & Chase 1996.
  46. APG 1998.
  47. APG 2003.
  48. Kamenetsky 2012σελ. 25.
  49. 49,0 49,1 Meerow & Snijman 2006.
  50. Meerow et al. 2007.
  51. APG 2009.
  52. 52,0 52,1 Chase et al. 2009.
  53. 53,0 53,1 Stevens 2016Amaryllidaceaenone
  54. Meerow et al 2006a.
  55. The Plant List 2013.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιστορικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Table of 58 families, Part II: Page 1
Table of 1615 genera, Part II: Page 8

Σύγχρονα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άρθρα και διατριβές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύστημα APG[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φαρμακολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιστότοποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Vigneron, Pascal. «Amaryllidaceae». Amaryllidaceae.org (στα Γαλλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 Ιανουαρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 2014. 
  • Meerow, A (2009). «Neotropical Amaryllidaceae». Milliken, W., Klitgård, B. & Baracat, A. Neotropikey - Interactive key and information resources for flowering plants of the Neotropics. Ανακτήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 2015. 
  • Dutilh, J.H.A. (2009). «Neotropical Alliaceae». Milliken, W., Klitgård, B. & Baracat, A. Neotropikey - Interactive key and information resources for flowering plants of the Neotropics. Ανακτήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 2015. 
  • «Linnaeus Sexual System». CronkLab. Biodiversity Research Centre, University of British Columbia. Ανακτήθηκε στις 26 Ιανουαρίου 2015. 
  • ICN (2011). «International Code of Nomenclature for algae, fungi, and plants». Μπρατισλάβα: International Association for Plant Taxonomy. Ανακτήθηκε στις 2 Φεβρουαρίου 2014. 
  • «Pacific Bulb Society». Pacific Bulb Society. 2012. Ανακτήθηκε στις 9 Φεβρουαρίου 2016. 

Βάσεις δεδομένων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]