Αλ-Καΐμ των Φατιμιδών
| αλ-Καΐμ των Φατιμιδών | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Όνομα στη μητρική γλώσσα | القائم بأمر الله (Αραβικά) |
| Γέννηση | 893[1] ή Φεβρουάριος 893 ή Μάρτιος 893 Σαλαμίγια |
| Θάνατος | 18 Μαΐου 946[2] Μαχντία |
| Χώρα πολιτογράφησης | Χαλιφάτο των Φατιμιδών |
| Θρησκεία | Ισλάμ |
| Εκπαίδευση και γλώσσες | |
| Ομιλούμενες γλώσσες | Αραβικά |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | πολιτικός ιμάμης Χαλίφης |
| Οικογένεια | |
| Τέκνα | Αλ-Μανσούρ Μπιλάχ των Φατιμιδών |
| Γονείς | Αμπντ Αλάχ αλ-Μαχντί Μπιλάχ |
| Οικογένεια | Δυναστεία των Φατιμιδών |
| Αξιώματα και βραβεύσεις | |
| Αξίωμα | Φατιμίδης χαλίφης (934–946) Ισμαηλίτης ιμάμης (934–946) |
Ο Αμπού αλ-Κασίμ Μουχαμάντ ιμπν Αμπντ Αλάχ (αραβ.: ; Μάρτιος/Απρίλιος 893 – 17 Μαΐου 946), περισσότερο γνωστός με το βασιλικό του όνομα αλ-Καΐμ ( القائم ) ή αλ-Καΐμ μπι-Αμρ Αλάχ (αραβ.: ), ήταν ο 12ος Ισμαηλίτης Ιμάμης και 2ος χαλίφης τής δυναστείας των Φατιμιδών, βασιλεύοντας στην Ιφρικίγια από το 934 έως το 946, διαδεχόμενος τον πατέρα του Αμπντ Αλλάχ αλ-Μαχντί Μπιλλάχ (βασ. 909–934).
Γεννημένος τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο τού 893 στη συριακή πόλη Σαλαμίγια, όπου ο πατέρας του, με το πρόσχημα ενός πλούσιου εμπόρου, ηγούνταν τού παράνομου δικτύου Ισμαηλικών ιεραποστόλων. Ο αλ-Καΐμ και ο πατέρας του αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη Σαλαμίγια το 903, για να αποφύγουν τον διωγμό των Αββασιδών υπό την επίδραση μίας φιλο-ϊσμαηλικής εξέγερσης στη Συρία. Με τη βοήθεια υποστηρικτών, η μικρή ομάδα βρήκε καταφύγιο στη Ράμλα στην Παλαιστίνη και στο Φουστάτ στην Αίγυπτο, πριν στραφεί δυτικά και κατευθυνθεί προς την απομακρυσμένη πόλη-όαση Σιτζιλμάσα, σε αυτό που είναι τώρα το Μαρόκο. Ενώ βρισκόταν εκεί, ο Ισμαηλικός ιεραπόστολος (da'i) Αμπού Αμπνταλάχ αλ-Σιΐ, ο οποίος είχε προσηλυτίσει τούς Βέρβερους Κουτάμα, ανέτρεψε τη δυναστεία των Αγλαμβιδών που κυβερνούσε στην Ιφρικία, και ίδρυσε το χαλιφάτο των Φατιμιδών για λογαριασμό τού αλ-Μαχντί. Μετά την άνοδο τού αλ-Μαχντί στον θρόνο, ο αλ-Καΐμ έγινε επίσημα ο ορισμένος διάδοχος, και έπαιξε σημαντικό ρόλο κατά τη διάρκεια τής βασιλείας τού πατέρα του ως στρατιωτικός διοικητής. Κατέστειλε μία εξέγερση των Κουτάμα που ξεκίνησε μετά τη δολοφονία τού Αμπού Αμπνταλάχ αλ-Σιί, κατέλαβε τη Μπάρκα και ηγήθηκε δύο εισβολών στην Αίγυπτο, το 914–915 και το 919–921. Οι Φατιμίδες κατάφεραν να καταλάβουν την Αλεξάνδρεια, και να απειλήσουν την πρωτεύουσα Φουστάτ, αλλά τελικά απέτυχαν λόγω τής ισχυρής αντίστασης των Αββασιδών, των υλικοτεχνικών προβλημάτων και της απειθαρχίας των στρατευμάτων τους. Το 927 ο αλ-Καΐμ ηγήθηκε μίας εκστρατείας για την καταστολή των Βερβέρων Ζενάτα, σε αυτό που είναι τώρα η κεντρική Αλγερία. Εξασφάλισε τον έλεγχο τής Ταχέρτ από τούς Φατιμίδες, έλαβε την υποταγή των Βερβέρων Σανχάτζα, και ίδρυσε την πόλη αλ-Μουχαμαντίγια (σύγχρονη Μσίλα) ως οχυρό για τον έλεγχο τής περιοχής.
Μετά το τέλος τού αλ-Μαχντί τον Μάρτιο τού 934, ο αλ-Καΐμ επέτυχε χωρίς αντίσταση, και ως επί το πλείστον διατήρησε τούς υπουργούς τού πατέρα του στη θέση τους. Μία ναυτική επιδρομή των Φατιμιδών λεηλάτησε τη Γένοβα στη βόρεια Ιταλία το ίδιο καλοκαίρι, αλλά η θέση των Φατιμιδών στην κεντρική Μεσόγειο αμφισβητήθηκε από μία εξέγερση κατά των Φατιμιδών, που ξεκίνησε στη Σικελία το 937, η οποία δεν καταστάλθηκε μέχρι το 940. Στα δυτικά, η αποστασία τού Βερβέρου διοικητή Μουσά ιμπν Αμπιλ-Αφιγιά ανέτρεψε τον έλεγχο των Φατιμιδών στο Μαρόκο, και οι στρατηγοί τού αλ-Καΐμ εκστράτευσαν στην περιοχή, χωρίς να επιτύχουν διαρκή επιτυχία. Μία άλλη απόπειρα εισβολής στην Αίγυπτο ξεκίνησε το 935, αλλά ηττήθηκε γρήγορα από τον νέο τοπικό ισχυρό άνδρα, τον Μουχαμάντ ιμπν Τουγκτζ αλ-Ιχσίντ. Το κύριο γεγονός τής βασιλείας τού αλ-Καΐμ ήταν η μεγάλη εξέγερση με επικεφαλής τον Χαριτζίτη ιεροκήρυκα Αμπού Γιαζίντ, ο οποίος κινητοποίησε βερβερικές φυλές, καθώς και Άραβες κατοίκους τής πόλης κατά τής κυριαρχίας των Φατιμιδών, η οποία έγινε αντιδημοφιλής λόγω τής αυστηρής φορολογίας, τού αντιδημοφιλούς δόγματος των Ισμαηλιτών, και των απαιτήσεων τού άτακτου στρατού των Κουτάμα. Η εξέγερση ξεκίνησε τον Φεβρουάριο τού 944, και γρήγορα κέρδισε δυναμική, με αποτέλεσμα την παράδοση τού Καϊρουάν και την πολιορκία τής πρωτεύουσας των Φατιμιδών, αλ-Μαχντίγια. Ο αλ-Καΐμ απεβίωσε στις 17 Μαΐου 946 στην αλ-Μαχντίγια, ενώ η εξέγερση βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη. Ο γιος του, Ισμαήλ, τον διαδέχθηκε ως αλ-Μανσούρ Μπιλάχ και τελικά κατέστειλε την εξέγερση.

Υποσημειώσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Faceted Application of Subject Terminology. 81241. Ανακτήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2017.
- ↑ islamansiklopedisi
.org . Ανακτήθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου 2021..tr /kaim-biemrillah-el-fatimi
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Benchekroun, Chafik T. (2016). «Les Idrissides entre Fatimides et Omeyyades» (στα French). Revue des mondes musulmans et de la Méditerranée 139: 29–50. doi:.
- Brett, Michael (2001). The Rise of the Fatimids: The World of the Mediterranean and the Middle East in the Fourth Century of the Hijra, Tenth Century CE. The Medieval Mediterranean. 30. Leiden: BRILL. ISBN 90-04-11741-5.
- Brett, Michael (2017). The Fatimid Empire. The Edinburgh History of the Islamic Empires. Edinburgh: Edinburgh University Press. ISBN 978-0-7486-4076-8.
- Halm, Heinz (2015). «Prinzen, Prinzessinnen, Konkubinen und Eunuchen am fatimidischen Hof». Στο: Pomerantz, Maurice A., επιμ. The Heritage of Arabo-Islamic Learning. Studies Presented to Wadad Kadi (στα Γερμανικά). Leiden and Boston: Brill. σελίδες 91–110. ISBN 978-90-04-30590-8.
- Jiwa, Shainool (2018). The Fatimids. 1. The Rise of a Muslim Empire. London and New York: I.B. Tauris. ISBN 978-1-78453-935-1.
- Lev, Yaacov (1984). «The Fāṭimid Navy, Byzantium and the Mediterranean Sea, 909–1036 CE/297–427 AH». Byzantion 54: 220–252. ISSN 0378-2506.
- Lev, Yaacov (1988). «The Fāṭimids and Egypt 301–358/914–969». Arabica 35 (2): 186–196. doi:.