Αλβανοί της Βόρειας Μακεδονίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Οι Αλβανοί της Βόρειας Μακεδονίας (2002)

Οι Αλβανοί της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας είναι η δεύτερη μεγαλύτερη εθνική κοινότητα, μετά τους σλαβομακεδόνες, στη Βόρεια Μακεδονία. Από τους 2.022.547 πολίτες της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας, οι 509.083 ή το 25.2% είναι Αλβανοί σύμφωνα με την τελευταία απογραφή του 2002. Η Αλβανική κοινότητα ζει κυρίως στο βορειοδυτικό τμήμα της χώρας. Οι μεγαλύτερες Αλβανικές κοινότητες υπάρχουν στους δήμους του Τέτοβου (70,3% του συνολικού πληθυσμού), του Γκόστιβαρ (66,7%), της Δίβρης (58,1%), της Στρούγκας (56,8%), του Κίτσεβου (54,5%), του Κουμάνοβου (25.8%%) και των Σκοπίων (20.4%).

Πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία των απογραφών (που διεξάγονται κάθε 10 χρόνια), οι Αλβανοί ανέρχονταν στο 19% του συνολικού πληθυσμού το 1953. Ο πληθυσμός μειώθηκε σε 13% το 1961, αλλά αυξήθηκε και πάλι το 1971 στο 17%. Έφτασε το 19,7% το 1981 και 21% το 1991[1]. Κατά την ταπογραφή του 2002, ο πληθυσμός της Αλβανών ήταν 25,2%. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 που η περιοχή δηλώνει την απόσχιση της από τη Γιουγκοσλαβία, ορισμένοι Αλβανοί ισχυρίστηκαν ότι αντιπροσωπεύουν το 30% του πληθυσμού και απαίτησαν ένα κατάλληλο μερίδιο εξουσίας.

Ωστόσο, ο ευρέως αποδεκτός αριθμός των Αλβανών στην Βόρεια Μακεδονία είναι σύμφωνα με την απογραφή που διεξήχθη με διεθνή επιτήρηση το 2002. Σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής, οι Αλβανοί αντιπροσωπεύουν περίπου το 25,2% του συνολικού πληθυσμού. Η απογραφή του 2012 δεν διεξήχθη.

Ο πληθυσμός των Αλβανών στη χώρα είναι σε μεγάλο βαθμό αγροτικός. ΄

Δήμοι με αλβανική πλειοψηφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

στην Βόρεια Μακεδονία, 15 δήμοι έχουν αλβανική πλειοψηφία μετά την νέα εδαφική οργάνωση της χώρας το 2013.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αλβανοί από τη Στιρόβιτσα του Γκόστιβαρ το 1907

Μετά την ήττα των Οθωμανών από τους συμμάχους του Βαλκανικού Συνασπισμού Έλληνες, Βούλγαρους, Σέρβους και Μαυροβούνιους κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, το Δεκέμβριο του 1912 συγκλήθηκε στο Λονδίνο διάσκεψη πρεσβευτών των Μεγάλων Δυνάμεων (Βρετανία, Γερμανία, Ρωσία, Αυστρο-Ουγγαρία, Γαλλία και Ιταλία) για να διευθετήσει τα εκκρεμή ζητήματα που προέκυψαν από τη σύγκρουση. Με τη στήριξη που δόθηκε στους Αλβανούς από την Αυστρο-Ουγγαρία και την Ιταλία, στη διάσκεψη συμφωνήθηκε να δημιουργηθεί ένα ανεξάρτητο κράτος της Αλβανίας, το οποίο έγινε πραγματικότητα το 1913. Ωστόσο στα όρια του νέου κράτους μεγάλες περιοχές με Αλβανικούς πληθυσμούς έμειναν εκτός και παρέμειναν στην κατοχή του Βασιλείου της Σερβίας, μετέπειτα Γιουγκοσλαβίας, συμπεριλαμβανομένης της περιοχής που στη συνέχεια θα σχηματισθεί η "Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας" (ΣΔΜ).

Όταν στη σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία σχηματίστηκε η ΣΔΜ το 1946, τα όργανα της εξασφάλιζαν το δικαίωμα των μειονοτήτων στην πολιτιστική ανάπτυξη και την ελεύθερη χρήση της γλώσσας τους. Μειονοτικά σχολεία και τάξεις για τις μειονοτικές γλώσσες εισήχθησαν, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το υψηλό ποσοστό αναλφαβητισμού μεταξύ αυτών των ομάδων.

Από το τέλος του Β 'Παγκοσμίου Πολέμου, ο συνολικός πληθυσμός της ΣΔΜ αυξάνονταν σταθερά, με τις μεγαλύτερες αυξήσεις να σημειώνονται στην αλβανική κοινότητα.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν ανακλήθηκε από την Γιουγκοσλαβία η αυτονομία της επαρχίας του Κοσσυφοπεδίου αυξήθηκε σημαντικά η καταπίεση του Αλβανικού πληθυσμού, οι πρακτικές αυτές εφαρμόστηκαν και στην ομόσπονδη δημοκρατία της ΣΔΜ. Η Αλβανική γλώσσα απομακρύνθηκε από τη δημόσια οπτική, απαγορευόταν στις Αλβανικές οικογένειες να ονομάζουν τα παιδιά τους με αλβανικά ονόματα με το αιτιολογικό ότι προκαλούσαν διχασμούς με τις άλλες κοινότητες στην ομόσπονδη δημοκρατία και, τέλος, να μειώσουν το σημαντικά υψηλό ποσοστό γεννήσεων του αλβανικού πληθυσμού. Οι Αλβανικές οικογένειες απαγορεύονταν να έχουν περισσότερα από δύο παιδιά.[2]

Το 1994, έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Βόρεια Μακεδονία αναφέρει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν οι ακόλουθες μορφές διακρίσεων εναντίον των εθνικά αλβανών στην Βόρεια Μακεδονία:

  • περιορισμένη πρόσβαση στα μέσα ενημέρωσης και εκπαίδευσης στην αλβανική γλώσσα
  • κακή εκπροσώπηση στις θέσεις εργασίας του δημόσιου τομέα
  • κακή εκπροσώπηση στο σώμα της αστυνομίας
  • κακή εκπροσώπηση στο σώμα των αξιωματικών του στρατού
  • την άρνηση της ιδιότητας του πολίτη σε πολλούς αλβανούς κατοίκους της Βόρειας Μακεδονίας καθώς και διακρίσεις κατά τη διαδικασία των αιτήσεων για ιθαγένεια
  • και αθέμιτος σχεδιασμός των εκλογικών περιφερειών που άμβλυνε τη δύναμη της ψήφου.[3]

Πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι σύνεδροι στο Συνέδριο του Μοναστηρίου που πραγματοποιήθηκε το 1908 στο Μοναστήρι και όπου δημιουργήθηκε το αλβανικό αλφάβητο

Αλβανικά πολιτικά κόμματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

στην Βόρεια Μακεδονία υπάρχουν μερικά αλβανικά κόμματα. Η Δημοκρατική Ένωση για την Ενσωμάτωση (DUI) και το Δημοκρατικό Κόμμα των Αλβανών είναι τα δύο μεγαλύτερα αλβανικά πολιτικά κόμματα στη χώρα.

Στις εκλογές του 2014, τρία αλβανικά κόμματα, η Δημοκρατική Ένωση για την Ενσωμάτωση (DUI), το Δημοκρατικό Κόμμα των Αλβανών (DPA) και το Εθνικό Δημοκρατικό Κόμμα (NDP) κέρδισαν 19 έδρες, 7 και 1 έδρα, αντίστοιχα, και συνολικά 27 έδρες από τις 120 έδρες της σκοπιανής Συνέλευσης. Τα κόμματα των Αλβανών έλαβαν το 21% του συνόλου της λαϊκής ψήφου[4].

Εθνικισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αλβανικός εθνικισμός στα εδάφη της σημερινής Βόρειας Μακεδονίας προέκυψε κατά τη διάρκεια του Αλβανικού εθνικιστικού κινήματος, το οποίο εμφανίστηκε ως αντίδραση στο Ανατολικό Ζήτημα (1878) που πρότεινε την κατανομή των κατοικημένων με Αλβανούς περιοχών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα Βαλκάνια μεταξύ των γειτονικών χωρών[5]. Οι βαλκανικοί πόλεμοι (1912-13) που τελείωσαν με την ήττα των Οθωμανών, τη σερβική και αργότερα τη γιουγκοσλαβική κυριαρχία στην περιοχή, δημιούργησαν έναν αλβανικό εθνικισμό που είναι διακριτός στα εδάφη της σημερινής Βόρειας Μακεδονίας και τονίζεται με την αλβανική γλώσσα, τον πολιτισμό και την ταυτότητα στο πλαίσιο των κρατικών και κοινωνικοπολιτικών δικαιωμάτων.

Τα παν-αλβανικά συναισθήματα είναι επίσης παρόντα και έχουν ιστορικά επιτευχθεί μόνο μία φορά όταν η σημερινή δυτική Βόρεια Μακεδονία ενώθηκε από τις ιταλικές δυνάμεις του Άξονα στο Βασίλειο της Αλβανίας κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Αλβανικός εθνικισμός στα εδάφη της σημερινής Βόρειας Μακεδονίας, μια και ήταν τμήμα της Γιουγκοσλαβίας, έχει κοινωνικοπολιτικές επιρροές που απορρέουν από τον αλβανικό εθνικισμό στο Κοσσυφοπέδιο. Με την προσθήκη του Ισλάμ έχει διαμορφωθεί και ορισθεί η τοπική εθνική αλβανική ταυτότητα σε αντίθεση με την ορθόδοξη σλαβική πλειοψηφία.

Παραδοσιακά ένοπλες αντιστάσεις των τοπικών Αλβανών έχουν συμβεί με το πέρασμα του χρόνου, με πιο πρόσφατες (2001) τις συγκρούσεις μεταξύ του αντάρτικου στρατού του Εθνικού Απελευθερωτικού Στρατού (NLA) και του στρατού της Βόρειας Μακεδονίας. Η σύγκρουση τερματίσθηκε με την υιοθέτηση της Συμφωνίας της Οχρίδας (2001), η οποία εγγυάται εκτεταμένα αλβανικά κοινωνικοπολιτικά και γλωσσικά δικαιώματα στη χώρα, ικανοποιώντας μια βασική αρχή του αλβανικού πληθυσμού στην Βόρεια Μακεδονία.

Τρέχοντα θέματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεταξύ των ανέργων, οι Αλβανοί παρουσιάζουν υπερβολικά πολύ μεγάλο αριθμό. Στα δημόσια ιδρύματα, καθώς και σε πολλούς ιδιωτικούς φορείς, υποεκπροσωπούνται. Αντιμετωπίζουν επίσης διακρίσεις από τους δημόσιους υπαλλήλους και τους εργοδότες[6]. Σύμφωνα με την σχετική έκθεση των Ηνωμένων Πολιτειών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα 2012 για τη Βόρεια Μακεδονία "ορισμένα υπουργεία αρνήθηκαν να μοιραστούν πληροφορίες σχετικά με την εθνική σύνθεση των εργαζομένων". Η ίδια έκθεση προσθέτει επίσης:

"... οι Αλβανοί και άλλες εθνικές μειονότητες, με εξαίρεση τους Σέρβους και τους Βλάχους, δεν ήταν επαρκώς αντιπροσωπευμένοι στη δημόσια διοίκηση και σε άλλους κρατικούς θεσμούς, συμπεριλαμβανομένων των στρατιωτικών, της αστυνομίας, των υπηρεσιών πληροφοριών, καθώς και των δικαστηρίων, οι εθνικές τράπεζες, τα τελωνεία και οι δημόσιες επιχειρήσεις, παρά τις προσπάθειες για την πρόσληψη ειδικευμένων υποψηφίων από αυτές τις κοινότητες. Οι εθνικά Αλβανοί αποτελούσαν το 18% του στρατιωτικού προσωπικού, ενώ οι μειονότητες συνολικά αντιπροσώπευαν το 25% του πληθυσμού, σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία της κυβέρνησης.[7]

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι προφορικές διάλεκτοι της αλβανικής γλώσσας είναι τα Γκέκικα, κατά πλειοψηφία, και τα Τόσκικα στις νότιες περιοχές. Η εκπαίδευση στην Αλβανική γλώσσα παρέχεται σε όλα τα επίπεδα, συμπεριλαμβανομένης αυτής του πανεπιστημιακού επιπέδου, όπως είναι το Πανεπιστήμιο του Τέτοβου.

Η κύρια θρησκεία μεταξύ των Αλβανών της Βόρειας Μακεδονίας είναι το Ισλάμ , υπάρχουν και μερικοί Ρωμαιοκαθολικοί με πιο εξέχον μέλος τους τη Μητέρα Τερέζα. Υπάρχουν επίσης μερικά ορθόδοξα χριστιανικά αλβανικά χωριά που βρίσκονται στο Γκόστιβαρ, στη Ρέκα και αλλού διασκορπισμένα στα νοτιοανατολικά της χώρας. Είναι υπολείμματα του κάποτε μεγαλύτερου ορθόδοξου Αλβανικού πληθυσμού στην περιοχή, και κάποιοι φοβούνται ότι θα αφομοιωθούν και θα ξεχαστούν[8].

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Vladimir Ortakovski: Interethnic relations and minorities, Πανεπιστήμιο Κύριλλου και Μεθοδίου, 2001, Σκόπια.
  2. Milosavlevski / Tomovski, 1997:205, και Politika Εkspres 10-6-1986
  3. http://www.refworld.org/docid/469f38b7a.html
  4. THE FORMER YUGOSLAV REPUBLIC OF MACEDONIA, PRESIDENTIAL AND EARLY PARLIAMENTARY ELECTIONS 13 and 27 April 2014, osce.org
  5. The Bosnian Muslims and Albanians: Islam and nationalism, Aydın Babuna, Nationalities Papers, 2004.
  6. Albanians, minorityrights.org
  7. 2012 HUMAN RIGHTS REPORT, U.S. Department of State, state.gov
  8. Orthodox Albanians, assimilated and forgotten, 15 Ιουλίου 2011, albeu.com