Αλβανική λογοτεχνία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η αλβανική λογοτεχνία ξεκίνησε κατά την Πρώιμη Νεότερη Περίοδο και περιέχει εκείνα τα λογοτεχνικά κείμενα και έργα που είναι γραμμένα στην αλβανική, μια ινδοευρωπαϊκή γλώσσα[1] που καταλαμβάνει έναν ανεξάρτητο κλάδο και δεν συγγενεύει στενά με καμιά άλλη γλώσσα. Ο όρος αναφέρεται στη αλβανόγλωσση λογοτεχνία της Αλβανίας, των χωρών της πρώην Γιουγκοσλαβίας (του Κοσσυφοπεδίου, της Βόρειας Μακεδονίας και του Μαυροβουνίου) και της αλβανικής Διασποράς (κυρίως σε κράτη της Δυτικής Ευρώπης και στις ΗΠΑ)[2].

Πρώτα γραπτά μνημεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1332, δομινικανός μοναχός και επίσκοπος, γράφοντας στον Γάλλο βασιλιά Φίλιππο ΣΤ΄ για τις εμπειρίες του από τα ταξίδια του σε διάφορες χώρες, ανέφερε πως οι καθολικοί κάτοικοι του σημερινού αλβανικού βορρά αν και μιλούσαν μια γλώσσα αρκετά διαφορετική από τα λατινικά, χρησιμοποιούσαν το λατινικό αλφάβητο σε όλα τα γραπτά τους κείμενα. Ωστόσο οι πρώτες σωζόμενες καταγραφές ανάγονται στον 15ο αιώνα[3][4]. Συγκεκριμένα πρόκειται για έναν βαπτιστικό τύπο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, γραμμένο με λατινικούς χαρακτήρες που συντάχθηκε από τον Αλβανό καρδινάλιο Δυρραχίου, Παύλο Άγγελο[5] (λατινικά: Paulus Angelus, αλβανικά: Pal Engjëlli) και χρονολογείται το 1462, καθώς και ένα απόσπασμα της Καινής Διαθήκης, συνοδευόμενο από ψαλμούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αμφότερα γραμμένα με ελληνικά γράμματα που υπολογίζονται ενδεχομένως μισό αιώνα προγενέστερα του βαπτιστικού τύπου[3].

Απαρχές της αλβανικής λογοτεχνίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προμετωπίδα από το Cuneus Prophetarum του Μπογκντάνι.

Σύμφωνα με τον Ιταλό καθηγητή αλβανολογίας και συγγραφέα του πρώτου αξιόλογου έργου για την αλβανική λογοτεχνία που κυκλοφόρησε το 1932 [6], Γκαετάνο Πετρότα, η έναρξη της αλβανικής λογοτεχνίας εντοπίζεται τον 18ο αιώνα[7]. Από την άλλη πλευρά, ο Καναδός αλβανολόγος Ρόμπερτ Έλζι τοποθετεί τις αρχές της στον 16ο αιώνα και αναφέρει τους καθολικούς κληρικούς Μπουζούκου, Ματράγκα, Μπούντι, Μπάρδι και Μπογκντάνι ως τον βασικό πυρήνα της πρώιμης αλβανικής λογοτεχνίας[8].

Το 1555 ο καθολικός ιερέας Γκιον Μπουζούκου εξέδωσε το Μεσάρι ή Προσευχητάριο (αλβανικά: Meshari), θρησκευτικό λειτουργικό βιβλίο που γράφτηκε μεταξύ[9] του Μαρτίου του 1554 και του Ιανουαρίου του 1555 και αποτελεί το πρώτο χρονολογικά αλβανόγλωσσο βιβλίο που εκδόθηκε[4][9][10][11]. Το Μεσάρι είναι γραμμένο στην γκέγκικη διάλεκτο με λατινικά γράμματα και μερικούς ειδικούς χαρακτήρες. Ωστόσο το πρώτο λογοτεχνικό κείμενο της αλβανικής γλώσσας προήλθε το 1592 από τον Λεκ Ματράγκα, ιερέα από την Piana dei Greci (νυν Πιάνα ντέλι Αλμπανέζι) της Σικελίας, ο οποίος συνέθεσε το πρώτο χρονολογικά ποίημα στα αλβανικά[12].

Κατά τον 17ο αιώνα ξεχωρίζουν τα έργα των καθολικών κληρικών Πιέτρ Μπούντι, Φραγκ Μπάρδι και Πιέτρ Μπογκντάνι[13]. Ο Μπούντι συνέθεσε 19 ποιήματα θρησκευτικού περιεχομένου. Ο Μπάρδι (γνωστός στα λατινικά ως Blancus ή Blanchus) δημοσίευσε το 1635 λατινοαλβανικό λεξικό 238 σελίδων με σκοπό αφενός την αποτροπή αλλοίωσης της αλβανικής γλώσσας και αφετέρου την διευκόλυνση εκμάθησης λατινικών από τους Αλβανούς καθολικούς ιερείς. Αυτό το λεξικό αποτελεί το πρώτο μη αμιγώς θρησκευτικό γραπτό έργο της αλβανικής. Παράλληλα, κατέγραψε και μια σειρά αλβανικών εκφράσεων και παροιμιών. Η αντικειμενική λογοτεχνική αξία του έργου του Μπάρδι δεν κρίνεται ιδιαίτερη, ωστόσο έχει μεγάλη σημασία δεδομένων των συνθηκών και της εποχής κατά την οποία άκμασε[14]. Ο Μπογκντάντι εξέδωσε θρησκευτικό δοκίμιο (λατινικά: Cuneus Prophetarum) γραμμένο στα ιταλικά και τα αλβανικά που διακρίνεται για την αρτιότητα στη χρήση του πεζού λόγου και εκτιμάται ως το καλύτερο έργο της πρώιμης αλβανικής λογοτεχνίας, γεγονός που σύμφωνα με τον Ρόμπερτ Έλζι, δίνει στον Μπογκντάνι τον τίτλο του πατέρα της αλβανικής πεζογραφίας[15]. Επιπλέον, το Cuneus Prophetarum περιλαμβάνει και αλβανόγλωσσα ποιήματα[13].

Η σχολή των μπεϊτετζήδων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές του 18ου αιώνα διαμορφώθηκε στην αλβανική λογοτεχνία η λεγόμενη σχολή των μπεϊτετζήδων (αλβ: Bejtexhinj, ελλ: ποιητάρηδες[16]) η οποία επηρεάστηκε από τα υπάρχοντα λογοτεχνικά σχήματα της Μέσης Ανατολής (τουρκικά, αραβικά και περσικά). Πρόκειται για μια αποκλειστικά ποιητική σχολή - με χαρακτηριστικά εκ διαμέτρου αντίθετα με εκείνα που είχαν διαμορφωθεί νωρίτερα από τα έργα των καθολικών συγγραφέων - τα έργα της οποίας είναι γραμμένα στο αραβικό αλφάβητο, ενώ το περιεχόμενό τους είναι κατά κύριο λόγο θρησκευτικού (μουσουλμανικού) χαρακτήρα. Ακόμη, στα έργα των μπεϊτετζήδων είναι έντονες οι ανατολίτικες επιρροές στον τομέα της γλώσσας. Κύριοι εκπρόσωποι της σχολής, η οποία άνθισε κυρίως στη νότια Αλβανία[16], είναι οι Νεζίμ Φράκουλα ή Ιμπραχίμ Νεζίμι, Χασάν Ζίκο Καμπέρι, Σουλεϊμάν Νάιπι, Νταλίπ Φράσερι, Μουχάμετ Κιτσίκου-Τσάμι[17][18][19][20] κ.ά. Σημαντικό λογοτεχνικό έργο της σχολής των μπεϊτετζήδων είναι ο «Κήπος των μαρτύρων» του Νταλίπ Φράσερι, που αποτελεί το πρώτο επικό ποίημα της αλβανικής λογοτεχνίας. Υπολογίζεται πως ολοκληρώθηκε κατά το 1842 και αναφέρεται ως έργο που άσκησε ιδιαίτερη επιρροή στους μεταγενέστερους Αλβανούς λογοτέχνες[21].

Η λογοτεχνία των Αρμπερεσών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιταλοαλβανός λογοτέχνης και συγγραφέας Ιερώνυμος Ντε Ράντα.

Στο β΄ μισό του 18ο αιώνα, περισσότερα από 150 χρόνια μετά τον Ματράγκα, εμφανίζονται εκ νέου εντός των κόλπων της αλβανόφωνης κοινότητας της νότιας Ιταλίας, λογοτέχνες που γράφουν στη μητρική τους αρμπερές, μια διάλεκτο της αλβανικής γλώσσας. Πρώτος χρονολογικά ήταν ο - αποκαλούμενος και «γεννημένος ποιητής»[22] - Τζούλιο ή Γιούλ Βαριμπόμπα (1725 – 1788) που συνέθεσε και εξέδωσε το 1762 στη Ρώμη λυρικό ποίημα αφιερωμένο στον βίο της Θεοτόκου[23] και ακολούθησε ο Νίκολα Τσέτα που μεταξύ άλλων έγραψε το 1777 το πρώτο σονέτο στην αλβανική[24]. Κορυφαίος εκπρόσωπος της λογοτεχνίας των Αρμπερεσών, καθώς και σημαντική προσωπικότητα του αλβανικού εθνικιστικού κινήματος του 19ου αιώνα, ήταν ο ρομαντικός συγγραφέας Γκιρολάμο Ντε Ράντα (ιταλικά: Girolamo de Rada, αρμπερές: Jeronim de Rada, 1814-1903)[25][26]. Magnus opus[12] του Ντε Ράντα αποτελούν τα «Άσματα του Μιλοσάο» (1836), με λυρικούς στίχους επηρεασμένους από τα παραδοσιακά τραγούδια των Αρμπερεσών της γενέτειράς του στην Καλαβρία, την ελληνική λυρική ποίηση και τον ιταλικό ρομαντισμό. Αντικείμενο του ποιήματος είναι ο έρωτας ενός Αλβανού πρίγκιπα του Μεσαίωνα για μια γυναίκα «ταπεινής» καταγωγής[27].

Η λογοτεχνία της Εθνικής Αναγέννησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τον 19ο αιώνα η αλβανική λογοτεχνία απέκτησε μια ουσιαστική καλλιτεχνική δομή. Αυτή η εξέλιξη συμπίπτει με τη γένεση του εθνικιστικού, κοινωνικού και πολιτιστικού κινήματος της Αλβανικής Εθνικής Αναγέννησης (αλβ: Rilindja)[28], γεγονός που οδηγεί στην κυριαρχία του ρομαντισμού, στο ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον λαογραφικό πλούτο των Αλβανών, καθώς και στη διαμόρφωση έργων - κυρίως - στρατευμένου χαρακτήρα[16] (όπως π.χ. η προσπάθεια να αμβλυνθούν οι θρησκευτικές διαφορές μεταξύ των Αλβανών[29]). Αφετηρία της συγκεκριμένης περιόδου της αλβανικής λογοτεχνίας θεωρείται από τους περισσότερους μελετητές το 1878, έτος κατά το οποίο πραγματοποιήθηκε η Λίγκα της Πριζρένης[30], ενώ οι συγγραφείς και λογοτέχνες της εποχής ονομάζονται συλλογικά ως Rilindas[28].

Ως κύριοι εκπρόσωποι της λογοτεχνίας της Εθνικής Αναγέννησης αναφέρονται οι Ντε Ράντα[31], Ναΐμ Φράσερι, Αντόν Ζάκο Τσαγιούπι, Ντρε Μιέντα, Τζουζέπε ή Ζεφ Σερέμπε[16] κ.ά. Εμβληματικό έργο αυτής της περιόδου θεωρείται το ποίημα O moj Shqypni (ελλ: «Ω, Αλβανία, φτωχή Αλβανία») του συγγραφέα και αξιωματούχου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Πάσκο Βάσα[32]. Άλλα σημαντικά έργα είναι τα «Βουκολικά και Γεωργικά» (1886) και η «Ιστορία του Σκεντέρμπεη» (1898) του Ναΐμ Φράσερι[28] (ο οποίος τιμάται ως ο εθνικός ποιητής[33][34][35] της Αλβανίας), το Baba-Tomorri (1902) του Αντόν Τσαγιούπι και η ποιητική συλλογή «Ακτίνες φωτός» (1904) του Ασντρένι[34], ο οποίος είναι επίσης ο δημιουργός του αλβανικού εθνικού ύμνου.

Από την ανεξαρτησία στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξώφυλλο της Λύρας των Βουνών του Γκέργκι Φίστα (1937)

Στις αρχές του 20ού αιώνα παράλληλα με γεγονότα όπως ο καθορισμός του αλβανικού αλφάβητου το 1908 στο συνέδριο του Μοναστηρίου[36] και η διακήρυξη της αλβανικής ανεξαρτησίας (1912) που οδήγησε στην αναγνώριση ανεξάρτητου κράτους, πραγματοποιήθηκε ιδιαίτερη καλλιτεχνική πρόοδος στην αλβανική λογοτεχνία, η οποία χαρακτηριζόταν από την επαφή με τα μοντέρνα ρεύματα της εποχής, τη μετατόπιση του ενδιαφέροντος προς τα προβλήματα της καθημερινότητας κλπ[16][28]. Σημαντική θεωρείται η δεκαετία του 1930, κατά την οποία παρατηρήθηκε άνθιση της λογοτεχνίας με ταυτόχρονη συνύπαρξη μοντέρνων αλλά και κλασικών τεχνοτροπιών[16]. Οι κυριότεροι λογοτέχνες που έκαναν την εμφάνισή τους στα αλβανικά γράμματα αυτήν την εποχή ήταν οι Μιγκένι, Έρνεστ Κολίκι, Μίτρους Κουτέλι, Λασγκούς Ποραντέτσι, Νόντα Μπούλκα, Χακί Στερμίλι, Κρίστο Φλόκι[16][37][38] κ.ά. Επιπλέον, εκπρόσωποι της παλαιότερης γενιάς όπως οι Γκέργκι Φίστα, Φαΐκ Κονίτσα και Φαν Νόλι[28][37][38], συνέχισαν τις δραστηριότητές τους και κατά τον Μεσοπόλεμο, έχοντας ηγετικό ρόλο στη λογοτεχνική και πνευματική ζωή της χώρας καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου[39].

Σημαντικό λογοτεχνικό έργο της εποχής είναι το έπος «Η Λύρα των Βουνών» (γκεγκικά: Lahuta e Malcís) του καθολικού μοναχού Γκέργκι Φίστα (1871 –1940), ο οποίος την περίοδο της ακμής του λογιζόταν ως εθνικός ποιητής[7], ενώ αναφέρεται και ως ο «Αλβανός Όμηρος». Η τελική μορφή του βιβλίου εκδόθηκε το 1937 και κεντρικό μοτίβο του είναι οι συγκρούσεις των βόρειων Αλβανών με το Μαυροβούνιο. Αργότερα απαγορεύτηκε από το κομμουνιστικό καθεστώς της Αλβανίας (όπως και ολόκληρη η λογοτεχνική παραγωγή του Φίστα), καθώς κρίθηκε σωβινιστικού και αντισλαβικού χαρακτήρα, χωρίς ωστόσο να ισχύσει αντίστοιχη απαγόρευση και στη Γιουγκοσλαβία. Αν και υπάρχουν αντιρρήσεις[40] για τον αντισλαβισμό του Φίστα στη «Λύρα των Βουνών», το συνολικό του έργο αναφέρεται ως ξεκάθαρα εθνικιστικό[41][42], ενώ ο ίδιος καταγράφεται από την κομμουνιστική ιστοριογραφία ως «αντιδραστικός»[43]. Επιπλέον, «Η Λύρα των Βουνών» αναφέρεται ως αναπαραγωγή (σε μεγάλο βαθμό) αντίστοιχων έργων Σλάβων λογοτεχνών όπως του Κροάτη Γκργκα Μάρτιτς και του Μαυροβούνιου Πέταρ Πέτροβιτς Νιέγος, με κυριότερη αλλαγή στο κεντρικό μοτίβο, όπου αντί για τους Οθωμανούς, εχθρός είναι οι Σλάβοι[44].

Ακόμη, ξεχωρίζουν τα ποιήματα του Μιγκένι, ο οποίος στο έργο του έδωσε μεγάλη βαρύτητα στα κοινωνικά προβλήματα[22][45] και η νουβέλα «Αν ήμουν αγόρι» του Χακί Στερμίλι (1895–1953), όπου ο συγγραφέας μέσα από την εναντίωση της πρωταγωνίστριάς του για έναν ανεπιθύμητο γάμο με έναν πολύ μεγαλύτερό της έμπορο ασκεί κριτική στα παραδοσιακά ήθη της εποχής του[46].

Ο Ισμαήλ Κανταρέ.

Κομμουνιστική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η λογοτεχνική παραγωγή της Αλβανίας και του Κοσσυφοπεδίου εντάχθηκε υποχρεωτικά στο ρεύμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού[38]. Κατά τη διάρκεια του κομμουνιστικού καθεστώτος απαγορεύτηκε η κυκλοφορία ξένων λογοτεχνικών έργων, αλλά και μεγάλου μέρους της αλβανόγλωσσης λογοτεχνικής παραγωγής που έρχονταν σε αντίθεση με την κυρίαρχη ιδεολογία[12]. Σύμφωνα με αρκετούς φιλόλογους και λογοτέχνες αυτή η εξέλιξη επέφερε κατακόρυφη πτώση στην ποιότητας της αλβανικής ποίησης και πεζογραφίας, οι οποίες αναλώθηκαν κατά κύριο λόγο σε μια στείρα εξύμνηση του καθεστώτος[12][16][28]. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου αναδείχτηκαν αξιόλογοι λογοτέχνες όπως οι Ντρίτερο Αγκόλι, Φάτος Αράπι, Ναούμ Πρίφτι, Πέτρο Μάρκο και ο Ισμαήλ Κανταρέ, ο οποίος αποτελεί τον πιο γνωστό εκπρόσωπο της σύγχρονης αλβανικής λογοτεχνίας παγκοσμίως[16][28][38]. Παράλληλα εμφανίστηκαν ακόμη οι Μάρτιν Τσαμάι και Κασίμ Τρεμπεσίνα, αμφότεροι με σαφή αντικαθεστωτική γραφή[16]. Άλλοι Αλβανοί λογοτέχνες της περιόδου είναι οι Διμίτρ Σουτερίκι, Λαζάρ Σιλίκι, Εσάντ Μεκούλι, Άλεξ Τσάτσι κ.ά[47].

Σύγχρονη περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος, η νέα αλβανική πεζογραφία χαρακτηρίζεται από το κοινό μοτίβο της αφήγησης της - ατομικής ή μαζικής - μετανάστευσης στο εξωτερικό[16]. Κύριοι εκπρόσωποι της αλβανικής πεζογραφίας στη μετακομμουνιστική εποχή είναι οι Ισμαήλ Κανταρέ και Φάτος Κόνγκολι[48], έργα των οποίων έχουν μεταφραστεί σε αρκετές ξένες γλώσσες. Στην ποίηση αναφέρονται μεταξύ άλλων οι Τζεβαχίρ Σπαχίου, Έρβιν Χατίμπι, Μιμόζα Αχμέτι, Λιντίτα Αράπι, Λουλιέτα Λεσανάκου, Πάρις Τεφερίτσι, Ρομέο Τσολάκου, Γκεντιάν Τσοτσόλι κ.ά[12][16].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Σύγχρονος Εγκυκλοπαιδεία Ελευθερουδάκη. 2ος (πέμπτη έκδοση). Αθήναι: Εγκυκλοπαιδικαί Εκδόσεις Ν. Νίκας και ΣΙΑ Ε.Ε. 1964. σελ. 706. 
  2. Shatro, Bavjola (2016). Between(s) and Beyond(s) in Contemporary Albanian Literature. Newcastle upon Tyne, UK: Cambridge Scholars Publishing. σελ. 9-10. 
  3. 3,0 3,1 Skendi, Stavro (2015) [1967]. The Albanian National Awakening. 1878-1912. Princeton University Press. σελ. 111-112. 
  4. 4,0 4,1 Shatro (2016). σελ. 10.
  5. Συλλογικό (2003). Αλβανική και νεοελληνική. Προβλήματα των αλβανοφώνων κατά την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας (PDF). Αθήνα: ΕΚΠΑ - Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Φ.Π.Ψ. - Τομέας Παιδαγωγικής. Κέντρο Διαπολιτισμικής Αγωγής. σελ. 13. 
  6. Elsie, Robert (2007). «Albanian Literary History. A Communist Primeur». Στο: Marcel Cornis-Pope, John Neubauer. History of the Literary Cultures of East-Central Europe. Junctures and disjunctures in the 19th and 20th centuries. III. John Benjamins Publishing. σελ. 410. 
  7. 7,0 7,1 Τζιάτζιος, Ευάγγελος Στ. (1 Δεκεμβρίου 1931). «Dr. Papa Gaetano Petrotta «Ρopolo, Lingua e Letteratura Albanese»». Νέα Εστία (119): 1280. http://www.ekebi.gr/magazines/showimage.asp?file=54347&code=8040&zoom=800. Ανακτήθηκε στις 30 Μαρτίου 2019. 
  8. Elsie, Robert (2005). Albanian Literature. A Short History. London: I.B.Tauris - The Centre For Albanian Studies. σελ. 31. 
  9. 9,0 9,1 Μπιχίκου, Κώτσιο (1981). Ιστορία της αλβανικής λογοτεχνίας. Τίρανα: Εκδοτικό 8 Νοέμβρη. σελ. 15. 
  10. Camaj, Martin (1984). Albanian Grammar. With Exercises, Chrestomathy and Glossaries. Otto Harrassowitz Verlag. σελ. xiii. 
  11. Ανθολογία της αλβανικής ποίησης (PDF). μετάφραση: Πάνος Τσούκας. Τίρανα: Εκδοτικό 8 Νοέμβρη. 1981. σελ. 8.  |first1= missing |last1= in Authors list (βοήθεια)
  12. 12,0 12,1 12,2 12,3 12,4 Μπουκάλας, Παντελής (27 Μαΐου 2008). «Γνωριμία με τη νέα αλβανική ποίηση». kathimerini.gr. Η Καθημερινή. Ανακτήθηκε στις 29 Μαρτίου 2019. 
  13. 13,0 13,1 Μπιχίκου (1981). σελ. 16-18.
  14. Elsie (2005). σελ. 24-27.
  15. Elsie (2005). σελ. 28-30.
  16. 16,00 16,01 16,02 16,03 16,04 16,05 16,06 16,07 16,08 16,09 16,10 16,11 Çiraku, Y. (Δεκέμβριος 1999). «Η αλβανική λογοτεχνία στους αιώνες». Διαβάζω (402): 155-156. https://issuu.com/diavazo.gr/docs/367_issue_402. Ανακτήθηκε στις 15 Απριλίου 2019. 
  17. Elsie, Robert (2013). A Biographical Dictionary of Albanian History. London: I.B.Tauris. σελ. 275. 
  18. Bulo, Jorgo (1999). «La poésie des «bejtexhinj» et le status de ses orientalismes [Η ποίηση των μπεϊτετζήδων και το στάτους των ανατολισμών της]» (στα γαλλικά). Albanohellenica (1): 67-70. http://docs.wixstatic.com/ugd/5c39e7_5c548c4c6adf44468465cb4a31cf89c7.pdf. Ανακτήθηκε στις 4 Απριλίου 2019. 
  19. Schwandner-Sievers, Stephanie; Fischer, Bernd Jürgen (2002). Albanian Identities. Myth and History. London: C. Hurst & Co. Publishers. σελ. 67. 
  20. Elsie (2005). σελ. 37-38, 41-42.
  21. Norris, Harry Thirlwall (1993). Islam in the Balkans. Religion and Society Between Europe and the Arab World. University of South Carolina Press. σελ. 180-181. 
  22. 22,0 22,1 Μπουκάλας, Παντελής (2006). Αίμος. Ανθολογία βαλκανικής ποίησης. Αθήνα: Οι φίλοι του περιοδικού Αντί. σελ. 108-109. 
  23. Σύγχρονος Εγκυκλοπαιδεία Ελευθερουδάκη. 2ος. 1964, σελ. 707.
  24. Το συνολικό έργο του Τσέτα περιλαμβάνει και ποιήματα γραμμένα στα ελληνικά (βλ. Robert Elsie, Historical Dictionary of Albania,Rowman & Littlefield, 2010, σελ. 80).
  25. Elsie (2013). σελ. 103-104.
  26. Skendi (2015). σελ. 116-117.
  27. Pipa, Arshi (Σεπτέμβριος 1970). «"Milosao". A Popular and Classical "Lyrical Romance"». Comparative Literature Studies (Penn State University Press) 7 (3): 336. https://www.jstor.org/stable/40467912?seq=1#page_scan_tab_contents. Ανακτήθηκε στις 20 Απριλίου 2019. 
  28. 28,0 28,1 28,2 28,3 28,4 28,5 28,6 Prifti, Peter R. «Albanian literature». britannica.com (στα Αγγλικά). Encyclopædia Britannica. Ανακτήθηκε στις 30 Απριλίου 2019. 
  29. Schwandner-Sievers, Fischer (2002). σελ. 61.
  30. Elsie (2005). σελ. 92.
  31. Klančar, Anthony J. (1942). «Modern Albanian Literature». Books Abroad 16 (1): 20. https://www.jstor.org/stable/40082372?Search=yes&resultItemClick=true&searchText=Pashko&searchText=Vasa&searchUri=%2Faction%2FdoBasicSearch%3FQuery%3DPashko%2BVasa%26amp%3Bfilter%3D&ab_segments=0%2Fdefault-2%2Fcontrol&refreqid=search%3Aeca181a84783bc6ffa8419a1b0cbab84&seq=1#page_scan_tab_contents. Ανακτήθηκε στις 29 Απριλίου 2019. 
  32. Elsie (2005). σελ. 83.
  33. Elsie (2005). σελ. 70.
  34. 34,0 34,1 Παπαδόπουλος, Αλέκος (Άνοιξη - Καλοκαίρι 1991). «Η Αλβανική Αναγέννηση. Η πολιτιστική αναγέννηση (1850-1913)». Τετράδια Πολιτικού Διαλόγου Έρευνας και Κριτικής (27): 41-42. http://pandemos.panteion.gr/index.php?op=record&pid=iid:3055&lang=el. 
  35. Κυριαζής, Δώρης Κ. (2001). Ελληνικές επιδράσεις στην αλβανική (Ι. Φωνητική και μορφολογική προσαρμογή των ελληνικών δανείων: ΙΙ. Λεξικό των ελληνικών δανείων της αλβανικής). Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης - Διδακτορική Διατριβή. σελ. 21. 
  36. «Αλβανική γλώσσα». imxa.gr. Ίδρυμα Mελετών Xερσονήσου του Aίμου. Ανακτήθηκε στις 23 Μαΐου 2019. 
  37. 37,0 37,1 Seymour-Smith, Martin (1985). Guide to Modern World Literature (γ΄ έκδοση). London and Basingstoke: Macmillan International Higher Education. σελ. 1244-1246. 
  38. 38,0 38,1 38,2 38,3 Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. 26. Παγκόσμια Λογοτεχνία. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών. 1997. σελ. 25. 
  39. Albanian. A Survey of Albanian Language and Literature (Area Background Studies) (PDF). Defense Language Institute Foreign Language Center. 1964. σελ. 39-40. 
  40. Elsie, Robert. «Gjergj FISHTA» (στα Αγγλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 5 Απριλίου 2011. Ανακτήθηκε στις 5 Απριλίου 2011. 
  41. Katrin Boeckh, Sabine Rutar, επιμ. (2016). The Balkan Wars from Contemporary Perception to Historic Memory. Palmgrave Macmillan. σελ. 81-85. 
  42. Irish Slavonic studies. 8–10. 1987. σελ. 172. 
  43. Παγκόσμια Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια. Α΄. Αθήνα: Εκδόσεις Παρθενών. 1978. σελ. 370. 
  44. Plas, Pieter (2005). Developing Cultural Identity in the Balkans. Convergence Vs. Divergence. Brussels: Peter Lang. σελ. 220. 
  45. Μότσιος, Γιάννης (2006). «Κορυφαίες στιγμές στην ιστορία και στην τέχνη του λόγου: ιστορικές συγκυρίες και συμπτώσεις διαλόγου δημοτικής και λόγιας ποίησης». Δωδώνη. Επιστημονική Επετηρίδα Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (Ιωάννινα: Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων) 35: 158. http://ojs.lib.uoi.gr/index.php/epetphil/article/view/93/79. 
  46. Schellinger, Paul, επιμ. (2011) [1998]. Encyclopedia of the Novel. 2. London and New York: Routledge. σελ. 1254. 
  47. Seymour-Smith (1985). σελ. 1246.
  48. Παπαγιαννίδου, Μαίρη (18 Απριλίου 1999). «Φάτος Κόνγκολι». tovima.gr. Το Βήμα Online. Ανακτήθηκε στις 30 Μαΐου 2019. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]