Αλβανικές κοινότητες στην Ελλάδα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η μετανάστευση πληθυσμιακών ομάδων από την περιοχή της σημερινής Αλβανίας στην Ελλάδα έχει μεγάλη ιστορία. Ήδη από τον 14ο αιώνα μ.Χ. [1] ξεκίνησαν να μεταναστεύουν σταδιακά στην Ήπειρο πληθυσμοί από τα μέρη αυτά. Τμήμα των ανθρώπων αυτών που έμειναν στην Ήπειρο εξισλαμίστηκε και έγιναν αργότερα οι γνωστοί Τσάμηδες, ενώ ένα άλλο μετοίκησε στη νότια Ελλάδα και στη Θράκη, συναποτελώντας την διακριτή εθνοτική ομάδα των Αρβανιτών που είναι αναπόσπαστο μέρος του σύγχρονου Ελληνικού έθνους. Επίσης, με το τέλος του κομμουνισμού στη σύγχρονη Αλβανία σημαντικός αριθμός Αλβανών μετανάστευσε στην Ελλάδα. Οι Αλβανοί μετανάστες αποτελούν σήμερα τη μεγαλύτερη ξένη εθνικότητα που φιλοξενείται στην Ελλάδα.

Αριθμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 1990, με το τέλος της καθεστώτος του Ενβέρ Χότζα, περίπου 700.000 μετανάστες από την Αλβανία έφτασαν στην Ελλάδα. Η ελληνική απογραφή του 2011 [2] τοποθετεί τον αριθμό των Αλβανών σε 480.824, ή το 53% όλων των μεταναστών που ζουν στην Ελλάδα.

Ο ακριβής αριθμός αμφισβητείται μεταξύ των δυο χωρών καθώς: α) η Ελλάδα και η Αλβανία διαφωνούν για το ποσοστό των μεταναστών που ανήκουν στους ιστορικούς Ελληνικούς πληθυσμούς της Αλβανίας και β) οι Αλβανοί θεωρούν ότι είναι μεγαλύτερος, συμπεριλαμβάνοντας τους Ορθόδοξους Αρβανίτες-Τσάμηδες της Ηπείρου που έχουν παραμείνει στη Ελλάδα μετά το Β' Παγκόσμιο πόλεμο, τους οποίους δεν αναγνωρίζει ως ξεχωριστή εθνοτική ομάδα η Ελλάδα.

Τόποι Διαμονής των Αλβανών μεταναστών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Αλβανοί μετανάστες κατοικούν κατά κύριο λόγο σε μεγάλα αστικά κέντρα, ιδιαίτερα στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη. Αρκετοί επίσης μένουν κατά καιρούς σε χωριά, εργαζόμενοι σαν εποχιακοί εργάτες σε αγρούς και σε σπίτια Ελλήνων αγροτών.

Τσάμηδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την ενσωμάτωση της Ηπείρου στο ελληνικό κράτος το 1913, η Ελλάδα αναγνώρισε την ύπαρξη μουσουλμάνων Τσάμηδων στη Θεσπρωτία, στην Πρέβεζα και στα Ιωάννινα. Το αλβανικό κράτος έκανε λόγο για ύπαρξη επίσης ορθόδοξων χριστιανών Τσάμηδων και διεκδικούσε εδάφη από την Ελλάδα, τα οποία αποκαλούσε Çamëria (Τσαμουριά στα ελληνικά).

Στο διάστημα της κατοχής της Ελλάδας από τον Άξονα, το 1941 με 1944, σημαντικό μέρος των μουσουλμάνων Τσάμηδων συνεργάστηκε με τις δυνάμεις κατοχής και διέπραξαν εγκλήματα σε βάρος Ελλήνων στη Θεσπρωτία. Η Ιταλία, η οποία αναγνώριζε ως διακριτή ομάδα τους χριστιανούς Τσάμηδες και κατά συνέπειαν πλειοψηφία των Αλβανών στη Θεσπρωτία, εισηγήθηκε στον Άξονα να δοθούν κομμάτια της Ηπείρου στην Αλβανία, το σχέδιο όμως απορρίφθηκε από τη Γερμανία. Με την αποχώρηση των Ναζί από την Ελλάδα, ο ελληνικός στρατός εκδίωξε το μεγαλύτερο μέρος των μουσουλμάνων Τσάμηδων.

Οι απόγονοι των εκδιωχθέντων Τσάμηδων έχουν σχηματίσει συλλόγους και κόμματα, με σκοπό την επιστροφή τους στους τόπους καταγωγής τους, καθώς και τη διεκδίκηση των περιουσιών τις οποίες το ελληνικό κράτος διένειμε σε θύματα του πολέμου. Η νεολαία των Τσάμηδων έχει την υποστήριξη των υπόλοιπων Αλβανών και κάνουν λόγο για έναν αριθμό απογόνων Τσάμηδων που υπερβαίνει τους 150.000.

Σύμφωνα με μια ανεπίσημη εκτίμηση, υπάρχουν 44.000 ορθόδοξοι χριστιανοί Τσάμηδες στην Ελλάδα [3]. Το ελληνικό κράτος δεν έχει αναγνωρίσει ποτέ ύπαρξη μειονότητας χριστιανών Τσάμηδων τους οποίους θεωρεί οργανικό τμήμα του Ελληνικού λαού.

Αρβανίτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρβανίτες στη νότια Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Αρβανίτες

Αρβανίτες αποκαλούνταν οι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής της Ηπείρου που μετανάστευσαν στη Στερεά Ελλάδα, Πελοπόννησο και σε νησιά του Αιγαίου μεταξύ 13ου και 17ου αιώνα. Συμμετείχαν ενεργά στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, που είχε ως αποτέλεσμα την ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους.

Οι Αρβανίτες είχαν ήδη αφομοιωθεί συνειδησιακά και πολιτισμικά μέσα από μακρόχρονες ιστορικές διαδικασίες από το ελληνικό έθνος. Έτσι σήμερα, οι Αρβανίτες θεωρούν τους εαυτούς τους ισότιμους Έλληνες. Σε αυτό έπαιξαν ρόλο η μετανάστευση Αρβανιτών σε αστικά κέντρα, οι μεικτοί γάμοι που έγιναν μεταξύ Ελλήνων και Αρβανιτών, καθώς και ο περιορισμός της χρήσης της αρβανίτικης γλώσσας.

Ο ακριβείς αριθμοί των Αρβανιτών την περίοδο του 19ου και του 20ου αιώνα παραμένουν άγνωστοι, καθώς το ελληνικό κράτος δεν εμφάνιζε στις εθνικές στατιστικές τέτοιες καταγραφές. Οι Αθανάσιος Τσίγκος και Γεώργιος Νεκρατζάς έκαναν προσπάθειες να καταγράψουν τον πληθυσμό τους όσο πιο κοντά γινόταν στην πραγματικότα. Εκτίμησαν τον πληθυσμό σε 176.120 άτομα την περίοδο του 1879 (~10.5% του τότε πληθυσμού της Ελλάδας) και σε 236.707 την περίοδο του 1907 (~9% του τότε πληθυσμού της Ελλάδας), αντίστοιχα.[4]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Giakoumis, Kosta (2002-12-31). «Fourteenth-century Albanian migration and the ‘relative autochthony’ of the Albanians in Epeiros. The case of Gjirokaster». Byzantine and Modern Greek Studies 27: 171–183. doi:10.1179/byz.2003.27.1.171. https://www.researchgate.net/publication/233673710_Fourteenth-century_Albanian_migration_and_the_'relative_autochthony'_of_the_Albanians_in_Epeiros_The_case_of_Gjirokaster. 
  2. «Wayback Machine» (PDF). 29 Οκτωβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 2018. 
  3. Vickers, Miranda. (PDF) https://www.files.ethz.ch/isn/38640/2007_Jan.pdf.  Missing or empty |title= (βοήθεια)
  4. «Πληθυσμός και χωριά των Αρβανιτών 1879 – 1907 [2005] | lithoksou.net». www.lithoksou.net. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 27 Ιουνίου 2019. Ανακτήθηκε στις 11 Ιουλίου 2019.