Αλέξιος Γ΄ Μέγας Κομνηνός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αλέξιος Γ' Μέγας Κομνηνός
Chrysobull of Alexius III of Trebizond.jpg
Χρυσόβουλο που απεικονίζει τον Αλέξιο Γ' με τη γυναίκα του Θεοδώρα Καντακουζηνή
Περίοδος22 Δεκεμβρίου 1349 - 20 Μαρτίου 1390
Στέψη21 Ιανουαρίου 1350
Ναός Αγίου Ευγενίου, Τραπεζούντα
ΠροκάτοχοςΜιχαήλ Μέγας Κομνηνός
ΔιάδοχοςΜανουήλ Γ΄ Μέγας Κομνηνός
Γέννηση5 Οκτωβρίου 1338
Κωνσταντινούπολη
Θάνατος20 Μαρτίου 1390 (52 ετών)
Τραπεζούντα
ΣύζυγοςΘεοδώρα Καντακουζηνή
ΕπίγονοιΒασίλειος
Μανουήλ Γ΄ Μέγας Κομνηνός
Ευδοκία
Μαρία
Άννα
Ανδρόνικος
Ιωάννης
και άλλη μία κόρη
ΟίκοςΔυναστεία Κομνηνών
ΠατέραςΒασίλειος Μέγας Κομνηνός
ΜητέραΕιρήνη της Τραπεζούντας
Commons page Σχετικά πολυμέσα
δεδομένα (π  σ  ε )

Ο Αλέξιος Γ΄ Μέγας Κομνηνός ( 5 Οκτωβρίου 1338 - 20 Μαρτίου 1390) ήταν αυτοκράτορας της Τραπεζούντας από το Δεκέμβριο του 1349 έως το θάνατό του. Γεννήθηκε το 1338 και το βαφτιστικό του όνομα ήταν Ιωάννης.[1] Το άλλαξε σε Αλέξιος ίσως προς τιμήν του παππού του Αλέξιου Β' Μεγάλου Κομνηνού ή προς τιμήν του μεγαλύτερου αποθανόντος αδελφού του. Ήταν ο δεύτερος γιος του αυτοκράτορα Βασιλείου Μέγα Κομνηνού (22 Σεπτεμβρίου 1332 - 6 Απριλίου 1340) και της ερωμένης του - και κατοπινής δεύτερης συζύγου - του Ειρήνης,[2] κόρης ενός Τραπεζούντιου αριστοκράτη.

Ο Αλέξιος Γ' παντρεύτηκε τη Θεοδώρα Καντακουζηνή, ανιψιά του βυζαντινού αυτοκράτορα Ιωάννη Στ' Καντακουζηνού, στις 28 Σεπτεμβρίου 1351, στην εκκλησία του Αγίου Ευγένιου, πολιούχου της Τραπεζούντας.[3] Στέφθηκε στις 21 Ιανουαρίου 1351, αφού επέστρεψε στην Τραπεζούντα, μετά από μακρά περίοδο εξορίας στην Κωνσταντινούπολη.[4]

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, ο Αλέξιος Γ΄ αντιμετώπισε εσωτερικές συγκρούσεις και εμφύλιους πολέμους μεταξύ των αριστοκρατικών οικογενειών της Τραπεζούντας, οι οποίες ταλαιπωρούσαν την αυτοκρατορία από τη βασιλεία της Ειρήνης Παλαιολογίνας (6 Αυγούστου 1340 - 17 Ιουλίου 1341). Δεν μπόρεσε να επιβληθεί ολοκληρωτικά στις αριστοκρατικές οικογένειες που βρίσκονταν σε σύγκρουση και έτσι επέλεξε να προσεγγίζει μια φατρία κάθε φορά, ανάλογα με τις περιστάσεις, ενώ συνέχισε να συλλαμβάνει μέλη αντιπάλων ομάδων.[5] Επίσης αντιμετώπισε με ανάμεικτη επιτυχία τις εξωτερικές απειλές εναντίον του κράτους, οι οποίες προέρχονταν από τα γειτονικά Τουρκομανικά νομαδικά φύλα και εμιράτα, όσο και από τον ανταγωνισμό μεταξύ των Βενετών και Γενουατών εμπόρων, οι οποίοι μετέφεραν τις διαμάχες τους στην περιοχή του Πόντου.[6]

Η μακρόχρονη βασιλεία του ήταν περίοδος ακμής για την αυτοκρατορία του Πόντου και ο ίδιος θεωρείται ένας από τους πιο αξιόλογους ηγεμόνες της. Ο Αλέξιος Γ΄ αναδείχθηκε σε σπουδαίο προστάτη των γραμμάτων και των τεχνών, με αποτέλεσμα η πρωτεύουσα του να εξελιχθεί σε σπουδαιότατο κέντρο επιστημών, τεχνών και εμπορίου.[7] Ευεργέτησε και ίδρυσε μοναστήρια τόσο μέσα στην αυτοκρατορία όσο και στο Άγιο Όρος, ενώ αναστήλωσε τα τείχη της Τραπεζούντας και ανήγειρε φρούρια μέσα στην επικράτεια του.[8] Υπέγραφε τα χρυσόβουλά του ως «Ἀλέξιος ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ πιστός βασιλεὺς καὶ αὐτοκράτωρ πάσης Ἀνατολῆς, Ἰβήρων καὶ Περατείας ὁ Μέγας Κομνηνός». Πέθανε στις 20 Μαρτίου 1390.[9]

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πατέρας του Αλέξιου Γ΄, αυτοκράτορας Βασίλειος, είχε παντρευτεί δυο φορές. Όταν πέθανε, η πρώτη του σύζυγος Ειρήνη Παλαιολογίνα, νόθα κόρη του βυζαντινού αυτοκράτορα Ανδρόνικου Γ΄, ανήλθε στο θρόνο με την υποστήριξη μερικών ανώτατων αξιωματούχων και πιστών της στρατιωτικών τμημάτων. Η νέα αυτοκράτειρα εξόρισε τη δεύτερη γυναίκα του συζύγου της, επίσης Ειρήνη με τα δυο ανήλικα παιδιά της τον Ιωάννη (=Αλέξιο) και Αλέξιο στην Κωνσταντινούπολη. [10][11]Ο μικρός Ιωάννης(=Αλέξιος) ανατράφηκε στη βυζαντινή αυλή και παρέμεινε εκεί καθ' όλη την περίοδο 1340-1349, όπου η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας σπαρασσόταν από εμφυλίους πολέμους και πραξικοπήματα, από τα οποία δυο αυτοκράτειρες και δυο αυτοκράτορες ανήλθαν και έχασαν διαδοχικά την εξουσία. [12] Σύμφωνα με τη μαρτυρία του αυτόπτη αξιωματούχου και ιστορικού Μιχαήλ Πανάρετου, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Μέγας Κομνηνός έχασε την εξουσία στις 13 Δεκεμβρίου 1349. Η ανατροπή του Μιχαήλ οργανώθηκε στην Κωνσταντινούπολη αλλά και μέσα στην Τραπεζούντα. Ο βυζαντινός αυτοκράτορας Ιωάννης Στ΄ Καντακουζηνός, ύστερα από επαφές που είχε με Τραπεζούντιους υποστηρικτές του Ιωάννη(=Αλέξιου) στη Κωνσταντινούπολη, συμφώνησε να βοηθήσει το νεαρό διάδοχο και του διέθεσε ένα πλοίο για να επιστρέψει στην Τραπεζούντα. Στην ποντιακή πρωτεύουσα ισχυρή μερίδα της αριστοκρατίας, που ανήκε στην παράταξη των "Σχολαρίων", με επικεφαλής το μέγα δούκα Νικήτα Σχολάριο, προετοίμαζε από καιρό το έδαφος για την ανατροπή του Μιχαήλ[13]. Το θαλάσσιο ταξίδι του Αλέξιου και των υποστηρικτών του έγινε με στάσεις στη Σινώπη, Αμισό, Κερασούντα και Τρίπολη, όπου έτυχε θριαμβευτικής υποδοχής.[14]

Η άνοδος στο θρόνο (21 Ιανουαρίου 1350)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 22 Δεκεμβρίου 1349 εισήλθε θριαμβευτικά στην Τραπεζούντα μαζί με τη μητέρα του και τους υποστηρικτές του. Στις 21 Ιανουαρίου 1350, έχοντας λάβει και επίσημα πλέον το όνομα Αλέξιος, στέφθηκε στο ναό του Αγίου Ευγένιου, την ημέρα της μνήμης του Αγίου.[15] Για να διασφαλίσει τη θέση του, ο νέος αυτοκράτορας υποχρέωσε τον προκάτοχό του Μιχαήλ να καρεί μοναχός και τον περιόρισε στη μονή του Αγίου Σάβα. [16] Για να ενδυναμώσει ακόμα περισσότερο τις στενές του σχέσεις με την Κωνσταντινούπολη, ο νεαρός ηγεμόνας παντρεύτηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 1351 τη Θεοδώρα Καντακουζηνή, μικρανιψιά του Ιωάννη Στ΄ Καντακουζηνού και κόρη του σεβαστοκράτορα Νικηφόρου Καντακουζηνού, πρώτου εξαδέλφου του βυζαντινού αυτοκράτορα.[17][18]

Η διακυβέρνηση του Αλέξιου Γ΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά την επιτυχία του πραξικοπήματος, η θέση του νέου αυτοκράτορα ήταν αρκετά επισφαλής, γιατί οι εμφύλιες διαμάχες μεταξύ των διάφορων φατριών της αριστοκρατίας δε σταμάτησαν. Πίσω από τις νέες συνωμοτικές κινήσεις βρίσκονταν αυτή τη φορά οι Δωρανίτες, οι οποίοι ανήκαν στην παράταξη των Σχολαρίων. Τον Ιούνιο του 1350 ο Αλέξιος Γ΄ συνέλαβε το μέγα στρατοπεδάρχη Θεόδωρο Δωρανίτη, τον επονομαζόμενο "Πιλέλη", τον αδελφό του πρωτοβεστιάριο Κωνσταντίνο, και άλλα μέλη της αριστοκρατίας. Σύντομα όμως αφέθηκαν ελεύθεροι και τέθηκαν ξανά στην υπηρεσία του αυτοκράτορα.[19] [20] Ο νέος πρωτοβεστιάριος Λέων Καβασίτης, ο οποίος προέρχονταν από μια άλλη αριστοκρατική οικογένεια, συνελήφθη ως ύποπτος τον Ιανουάριο του 1351 και το αξίωμα του μεταβιβάστηκε στον Θεόδωρο Δωρανίτη "Πιλέλη". Ο τελευταίος, έχοντας πλέον εξουσία στα χέρια του, κατέλαβε την ακρόπολη της Τραπεζούντας και αιχμαλώτισε το μέγα δούκα Νικήτα Σχολάριο. Μια λαϊκή εξέγερση είχε ως αποτέλεσμα τα σχέδια των Δωρανιτών να ναυαγήσουν και την απελευθέρωση του Νικήτα Σχολάριου. Ο Αλέξιος Γ' αποφάσισε να πάει στην Τρίπολη για να βρίσκεται πιο κοντά στην Κεγχρίνα, η οποία ήταν η έδρα των Σχολάριων, και εκεί εξορίστηκε ο Θεόδωρος Δωρανίτης "Πιλέλης" με το γιο του, το γαμπρό του και τα παιδιά ενός άλλου αριστοκράτη, του Ξενίτη. Τον Ιούλιο του 1352, οι φυλακισθέντες Δωρανίτες εκτελέστηκαν στην Κεγχρίνα δια απαγχονισμού. Ωστόσο η εξέγερση των Δωρανιτών δεν έληξε γιατί ο Κωνσταντίνος Δωρανίτης - αδελφός του Θεόδωρου - είχε υπό τον έλεγχο του το σημαντικό κάστρο των Λιμνίων. Εναντίον του στάλθηκε εκστρατευτική δύναμη με επικεφαλής την βασιλομήτωρα Ειρήνη, η οποία πολιόρκησε τα Λιμνία για τρεις μήνες χωρίς όμως αποτέλεσμα. [21] Μια ακόμη σύντομη αυτή τη φορά ανταρσία σημειώθηκε τον Ιανουάριο του 1352, όταν ο πιγκέρνης Ιωάννης Τζανιχίτης κατέλαβε το κάστρο Τζανίχα, αλλά τον Απρίλιο ο αυτοκράτορας κατάφερε να καταστείλει την εξέγερση και να επανέλθει η ειρήνη.[22]

Η μεγαλύτερη εσωτερική απειλή για τον Αλέξιο Γ΄ προήλθε από την εξέγερση των πρώην συμμάχων του Σχολαρίων το 1354. Ο Νικήτας Σχολάριος και ο γιος του, οι οποίοι είχαν βοηθήσει τον Αλέξιο Γ' να αντιμετωπίσει διάφορες αντίπαλες αριστοκρατικές οικογένειες, αποστάτησαν και κατέφυγαν στην Κερασούντα, την οποία μετέτρεψαν σε ορμητήριο τους. Στην κίνηση τους οι Σχολάριοι κατάφεραν να πάρουν με το μέρος τον μητροπολίτη Κερασούντας Κύριλλο και ορισμένους άλλους αξιωματούχους.[23] Οι διαπραγματεύσεις που διεξήχθησαν μεταξύ των δυο πλευρών για την εκτόνωση της κρίσης δεν κατέληξαν πουθενά και στις 25 Μαρτίου 1355 δυνάμεις των επαναστατών με επικεφαλής το μέγα δούκα, το γιο του και τον παρακοιμώμενο Βασίλειο Χούπακα έπλευσαν στην Τραπεζούντα με σκοπό να επιτεθούν στην πρωτεύουσα. Όταν όμως έφτασαν στην πόλη ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις και συμφωνήθηκε ανακωχή μεταξύ των δυο πλευρών, οπότε οι επαναστάτες επέστρεψαν στην Κερασούντα.[24] Το Μάρτιο του 1355 ο Αλέξιος Γ' εκστράτευσε εναντίον τους έχοντας μαζί του και συμμάχους Τουρκομάνους, τους "Αμιτώτες", και κατέλαβε την Κερασούντα, που υπεράσπιζε ο γιος του Νικήτα Σχολάριου. Οι στασιαστές αρχικά κατέφυγαν στην ακρόπολη που ήταν ισχυρά οχυρωμένη και διέθετε αφθονία εφοδίων. Από εκεί ορισμένοι κατόρθωσαν να διαφύγουν με πλοίο στην Κεγχρινά ενώ άλλοι διέφυγαν στα βουνά και από εκεί κατέβηκαν στην ακτή όπου μεταφέρθηκαν και αυτοί στην Κεγχρινά διά θαλάσσης.[25] Μετά την κατάληψη της Κερασούντας ο Αλέξιος Γ΄ ήρθε στην Τρίπολη, όπου άφησε το στόλο του και την αυτοκράτειρα Θεοδώρα και με χερσαίες δυνάμεις κατευθύνθηκε στην Κεγχρινά για να την πολιορκήσει. Οι συγκρούσεις που έγιναν έξω από την πόλη ανέδειξαν νικητή τον αυτοκράτορα, αλλά οι πηγές δε μας διευκρινίζουν αν όντως η Κεγχρινά παραδόθηκε. Η μαρτυρία του Πανάρετου αναφέρει πως μετά τη νίκη του ο Αλέξιος Γ΄ επέστρεψε (πιθανώς στην Τρίπολη) ενώ στην Κεγχρινά έφτασε με ενισχύσεις από τα Λιμνία ο πρωτοβεστιάριος Βασίλειος Χούπακας.[26] Μετά την αποχώρηση του αυτοκράτορα από την Κεγχρινά ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των δυο πλευρών και με τη μεσολάβηση Ιταλών - όπως αναφέρει ο επίσης σύγχρονος των γεγονότων Ανδρέας Λιβαδηνός - (ίσως Βενετών και Γενουατών) επήλθε συμφωνία για τον τερματισμό των εχθροπραξιών[27]. Στο διάστημα αυτό σημειώθηκε μια απόπειρα του έκπτωτου αυτοκράτορα Μιχαήλ να καταλάβει την εξουσία, η οποία όμως απέτυχε και ο γηραιός Μιχαήλ επέστρεψε άπρακτος στην Κωνσταντινούπολη.[28] Τον Οκτώβριο του 1355 ο μέγας δομέστικος Μειζομάτης και ο μέγας στρατοπεδάρχης Μιχαήλ Σαμψών ήρθαν στην Τρίπολη και την Κεγχρινά, όπου συνέλαβαν, για λογαριασμό του αυτοκράτορα, το Νικήτα Σχολάριο και τους οπαδούς του. Έτσι, έληξε ανταρσία των Σχολαρίων και η τάξη και η ειρήνη αποκαταστάθηκαν στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας.[29]

Η ειρήνη του 1355 και ο θάνατος του Νικήτα Σχολάριου το 1361 δεν αποθάρρυνε την οικογένεια των Σχολαρίων από νέες συνωμοτικές ενέργειες για την ανατροπή του Αλέξιου Γ΄. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Πανάρετος, το 1362 παραλίγο να ξεσπάσει νέα ανταρσία.[30] Την ίδια χρονιά και ο γιος του Μιχαήλ, πρώην αυτοκράτορας Ιωάννης Γ΄ Μέγας Κομνηνός (4 Σεπτεμβρίου 1342 - 3 Μαΐου 1344) επιχείρησε και αυτός να καταλάβει την εξουσία χωρίς όμως αποτέλεσμα. Αφού δραπέτευσε από την Αδριανούπολη, όπου βρισκόταν εξορισμένος, με τη βοήθεια των Γενουατών έφτασε στη Σινώπη. Εκεί όμως πέθανε λόγω της πανώλης που μάστιζε την περιοχή.[31] Τον Οκτώβριο του 1363 οι Σχολάριοι επιχείρησαν ακόμη μια προσπάθεια. Ο μέγας λογοθέτης Γεώργιος Σχολάριος μαζί με μέλη της αριστοκρατικής οικογένειας των Καβασιτών και άλλους άρχοντες επιτέθηκαν στον αυτοκράτορα και τον καταδίωξαν ως τον πύργο της ακρόπολης της Τραπεζούντας. Η κίνηση τους όμως απέτυχε και οι Καβασίτες συνελήφθησαν, ενώ ο Γεώργιος Σχολάριος με τους οπαδούς του κατέφυγαν πρώτα στην Κερασούντα και μετέπειτα στην Αμισό, όπου λίγο αργότερα με τη μεσολάβηση των Γενουατών συμφιλιώθηκε με τον αυτοκράτορα. Το αξιοσημείωτο πάντως ήταν πως στη συνωμοσία συμμετείχε και ο μητροπολίτης Τραπεζούντας Νήφων Πτερυγιωνίτης, ο οποίος φυλακίστηκε για την ανάμειξη του, στη μονή Σουμελά, όπου και πέθανε στις 19 Μαρτίου 1364.[32]

Η απειλή των Τουρκομάνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η απειλή των Τουρκομάνων νομάδων και εμιράτων που περιέβαλλαν την αυτοκρατορία σε όλο το νότιο, νοτιοανατολικό και νοτιοδυτικό σύνορο της παρέμεινε αμείωτη καθ' όλη τη διάρκεια της βασιλείας του Αλέξιου Γ'. Για να αντιμετωπίσει τους Τουρκομάνους νομάδες ο Αλέξιος Γ΄ χρησιμοποίησε έναν συνδυασμό δυναμικής αναμέτρησης και διπλωματικού κατευνασμού, με τη σύναψη συμμαχιών μέσω επιγαμιών των πριγκιπισσών του αυτοκρατορικού οίκου με τους Τουρκομάνους εμίρηδες.

Ο Αχί(= ηγεμονικός τίτλος) Εϋνέ μπεκ του Ερζιντζάν είχε ήδη επιτεθεί από το 1348 στην Τραπεζούντα επικεφαλής ενός ισχυρού συνασπισμού Τουρκομάνων εμίρηδων, με τους Τραπεζούντιους να αποκρούουν τους επιδρομείς και να τους καταφέρνουν βαριές απώλειες σε μάχες που κράτησαν τρεις ημέρες.[33] Οι επιχειρήσεις που διεξήγαγε ο δούκας Ιωάννης Καβασίτης στη Χερίανα τον Αύγουστο 1355 στρέφονταν κατά του Αχί Εϋνέ μπεκ αλλά το Νοέμβριο του ίδιου έτους ο αυτοκράτορας θα υποστεί βαριά ήττα, πιθανώς από Τουρκομάνους του ίδιου ηγεμόνα, και ο Καβασίτης θα πιαστεί αιχμάλωτος.[34] Μετά το 1361 ο Αχί Εϋνέ μπεκ πήρε υπό τον έλεγχο του και τη Βαϊβέρτη και εξαπέλυσε και από εκεί μια σειρά επιδρομών εναντίον των εδαφών της Τραπεζούντας. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους θα εισβάλει στο θέμα Μεγάλης Χαλδίας,[35] ενώ τον Οκτώβριο θα πολιορκήσει το Γολαχά και το οχυρό Κούκος δίχως να καταφέρει να τα καταλάβει. [36]Ο προκάτοχος του Εϋνέ μπεκ στη Βαϊβέρτη, Χότζα Λατίφ, θα επιτεθεί δυο φορές εναντίον της αυτοκρατορίας. Το 1360 θα ματαιώσει τα σχέδια του Αλέξιου Γ΄ να ολοκληρώσει το χτίσιμο του οχυρού Κούκος, το οποίο βρίσκεται πάνω στο δρόμο που οδηγούσε από τη Βαϊβέρτη στη Χαλδία, αλλά σε μια νέα του επιδρομή τον Ιούλιο του 1361 στη Ματζούκα θα υποστεί συντριβή, θα πιαστεί αιχμάλωτος και θα εκτελεστεί, ενώ το κεφάλι του θα μεταφερθεί θριαμβευτικά στη Τραπεζούντα, όπου θα εκτεθεί σε κοινή θέα.[37][38]

Με τον εμίρη του Ερζιντζάν και της Βαϊβέρτης Μουταχαρτάν (1379-1403), ο αυτοκράτορας διατηρεί φιλικές σχέσεις και μάλιστα θα του δώσει ως σύζυγο του μια από τις κόρες του, αν και δεν γνωρίζουμε το όνομα της. Η συμμαχία που κλείστηκε μεταξύ των δυο ηγεμόνων όριζε, ότι ο αυτοκράτορας θα πλήρωνε και κάποιο φόρο στον Μουταχαρτάν.[39][40] Οι "Αμιτώται" που αναφέρει ο Πανάρετος στο χρονικό του είναι το νομαδικό φύλο των Ακ-Κογιουνλού (Ασπροπροβατάδες) και βρίσκονται σε συνεχή σύγκρουση με την αυτοκρατορία, ιδιαίτερα την περίοδο 1340-1352. Το καλοκαίρι του 1352 ο Αλέξιος Γ΄ θα παντρέψει την αδελφή του Μαρία με τον εμίρη τους, τον Κουτλού μπεκ[41] και οι "Αμιτιώται" από εχθροί θα μετατραπούν σε σύμμαχους του αυτοκράτορα, συνδράμοντας τον στις επιχειρήσεις του εναντίον των Σχολαρίων το 1355.[42] Ο Χατζή Αμήρ της Χαλυβίας, περιοχή που βρίσκεται νοτιοανατολικά των εδαφών της αυτοκρατορίας, θα εισβάλλει το 1357 φτάνοντας ως το Δικαίσιμο. Ο Αλέξιος Γ' το επόμενο έτος (1358) θα έρθει σε συνδιαλλαγή με τον Χατζή Αμήρ και θα του προσφέρει ως σύζυγο την αδελφή του Θεοδώρα, ενώ το Δεκέμβριο του 1361 θα επισκεφτεί προσωπικά τον Χατζή Αμήρ στα εδάφη του.[43][44] Ο διάδοχος όμως του Χατζή Αμήρ, Σουλεϋμάν μπεκ θα ακολουθήσει εχθρική πολιτική εναντίον της Τραπεζούντας και την περίοδο 1396-1397 θα καταλάβει την Κερασούντα.[45]

Με το εμιράτο του Τζανίκ, που περιέβαλλε την αυτοκρατορία από τα νοτιοδυτικά και τον εμίρη του Τατζεντίν, που είχε στην κατοχή του τη Νικσάρ (Νεοκαισάρεια), ο αυτοκράτορας θα βρίσκεται σε συνεχή σύγκρουση για περίπου τρεις δεκαετίες (1351-1379), προσπαθώντας να αποκρούσει και να αποτρέψει τη μόνιμη εγκατάστασή τους στα Λίμνια και την ευρύτερη περιοχή τους. Το 1362 ο Τατζεντίν θα ζητήσει το χέρι μιας Μεγαλοκομνηνής πριγκίπισσας αλλά το αίτημά του θα απορριφθεί[46]. Στα τέλη της δεκαετίας του 1370 όμως κοινά συμφέροντα και κοινοί κίνδυνοι θα φέρουν κοντά τους δυο ηγεμόνες· το 1379 ο Αλέξιος Γ' θα παντρέψει την κόρη του Ευδοκία - ξακουστή για την ομορφιά της - με τον Τατζεντίν. Έτσι θα πάρει πίσω τα Λίμνια, τα οποία ο εμίρης πιθανώς είχε καταλάβει για να ασκήσει κάποιου είδους πίεση στον αυτοκράτορα, αλλά για πολύ λίγο, διότι μέσα στην επόμενη δεκαετία τα Λίμνια θα ξαναπεράσουν στην κυριαρχία των Τουρκομάνων.[47][48][49]

Ο εμίρης της Σινώπης Αντίλ μπεκ διατηρεί φιλικές σχέσεις με την Τραπεζούντα, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1350, γιατί σύζυγος του είναι η Ευδοκία Μεγαλοκομνηνή, κόρη του Αλέξιου Β΄ Μέγα Κομνηνού. Ο Αλέξιος Γ' στην επιστροφή προς την Τραπεζούντα για τη διεκδίκηση της εξουσίας σταμάτησε στη Σινώπη, όπου έγινε δεκτός με ευμένεια, και σ' αυτό μπορεί να έπαιξε ρόλο η παρουσία της θείας του εκεί. Το Νοέμβριο του 1357 η Ευδοκία επισκέφτηκε μάλιστα τον ανιψιό της στην Τραπεζούντα.[50] [51] [52] Μετά το θάνατο του Αντίλ μπεκ, ο γιος και διάδοχός του, Κιουτουρούμ Μπαγιαζίντ (1361-1385) θα εγκαινιάσει στη δεκαετία του 1360 μια πολιτική επιδρομών εναντίον της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας.[53] Ο εμίρης της Κολώνειας (Καρά Χισάρ) Κιλίτζ Αρσλάν θα επιτεθεί εναντίον της αυτοκρατορίας στο διάστημα μεταξύ 1368-1374 στις περιοχές της Χαλδίας, της Χερίανας και στην ίδια την Τραπεζούντα.[54][55] Το 1379 θα οργανώσει νέα επίθεση εναντίον της πόλης αλλά ο Αλέξιος Γ' έχει προλάβει να οργανώσει καλά την άμυνα και θ' αποκρούσει τους εισβολείς.[56]

Οι Τζαπνίδες, ισχυρό Τουρκομανικό φύλο, είναι εγκατεστημένοι στα νοτιοδυτικά της αυτοκρατορίας και το 1348 συμμετείχαν στην επίθεση του Τουρκομανικού συνασπισμού εναντίον της Τραπεζούντας. Έχουν κατακλύσει την κοιλάδα του ποταμού Φιλαβωνίτη διώχνοντας τους ελληνικούς πληθυσμούς που κατοικούσαν εκεί. Για τις σχέσεις τους μετά το 1348 με τους Μεγάλους Κομνηνούς δεν γνωρίζουμε πολλά. Την περίοδο 1370-1390 ο Αλέξιος Γ' θα πραγματοποιήσει επιχειρήσεις εναντίον των Τζαπνιδών με στόχο να τους εκδιώξει από την κοιλάδα του Φιλαβωνίτη, χωρίς όμως αποτέλεσμα.[57][58]

Διπλωματικές και εμπορικές επαφές με τη Βενετία και τη Γένουα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι διπλωματικές και εμπορικές σχέσεις του Αλέξιου Γ' με τις δυο Ιταλικές ναυτικές δημοκρατίες, τη Βενετία και τη Γένουα χαρακτηρίζονται από προσπάθεια άσκησης μιας πολιτικής ισορροπιών καθώς και περιορισμού της επιρροής της μιας προς όφελος της άλλης. Βλέποντας ότι οι Γενουάτες είχαν αυξήσει κατά πολύ την παρουσία και την επιρροή τους στα λιμάνια του Πόντου, ο αυτοκράτορας έθεσε σε νέα βάση τις σχέσεις του με τη Βενετία, ώστε να αποκατασταθούν πλήρως οι εμπορικές επαφές, οι οποίες είχαν διαταραχθεί - τα χρόνια πριν ανεβεί στο θρόνο αλλά και την πρώτη δεκαετία της βασιλείας του - λόγω του Ενετογενουατικού πολέμου του 1350-1355 και της πανώλης που έπληξε την Ευρώπη και τη λεκάνη της Μεσογείου στα μέσα του 14ου αιώνα.

Οι πρώτες επαφές ξεκίνησαν με πρωτοβουλία του αυτοκράτορα, ο οποίος έστειλε απεσταλμένους πρώτα στη Βενετία το 1360 και τρία χρόνια αργότερα στο Βενετό βάιλο της Κωνσταντινούπολης.[59] Η Βενετική Γερουσία έδωσε εντολή στο βάιλο της να στείλει στην Τραπεζούντα ένα κατάλληλο άτομο ώστε να εξασφαλίσει με μια νέα συμφωνία τα ήδη υπάρχοντα εμπορικά προνόμια ή και να τα διευρύνει αν είναι δυνατόν. Επίσης η δημοκρατία του Αγίου Μάρκου ζητούσε και την παροχή μιας νέας τοποθεσίας για την ανέγερση ενός νέου εμπορικού σταθμού.[60] Ο Αλέξιος Γ' συναίνεσε και το Μάρτιο του 1364 εξέδωσε χρυσόβουλλο υπέρ των Βενετών, με το οποίο θα είχαν το δικαίωμα να εμπορεύονται με ασφάλεια σ' όλη την επικράτειά του υπό την προϋπόθεση ότι θα αποδέχονταν την εξουσία του.[61] Οι Βενετοί θα πλήρωναν μειωμένο κομμέρκιο αν το εμπόρευμα ζυγιζόταν, δηλαδή 2% αντί του 3% που ίσχυε μέχρι τότε, αλλά αυξανόταν όμως ο ειδικός φόρος επί ζυγίω από 1,5% σε 2,5%, οπότε όλο το ποσό του κομμερκίου έφτανε ξανά στα προηγούμενα επίπεδα (4,5%) του χρυσοβούλλου του 1319 που είχε εκδώσει ο Αλέξιος Β΄ Μέγας Κομνηνός. Στην περίπτωση που τα εμπορεύματα δεν ζυγίζονταν, οι Βενετοί έμποροι θα πλήρωναν όπως και πριν το 3% της αξίας. Επίσης τους παραχωρήθηκε ένα οικόπεδο δίπλα στη Μονή του Θεοδώρου Γαβρά για να χτίσουν εκεί τον εμπορικό σταθμό. [62] Αν και τα προνόμια που τους παραχωρήθηκαν δεν ήταν αυτά που ανέμεναν, η Γερουσία αποφάσισε να δεχτεί τη συμφωνία και να την επικυρώσει, γι' αυτό και ψηφίστηκαν και τα χρηματικά δώρα που θα δινόταν στον αυτοκράτορα και τους υπόλοιπους αξιωματούχους του.[63]

Επειδή το χρυσόβουλλο του 1364 δεν ικανοποίησε πλήρως τη Βενετία, η Γερουσία αποφάσισε να σταλεί επίσημη πρεσβεία στον αυτοκράτορα, με την οποία ζητούσε ευνοϊκότερους εμπορικούς όρους και όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διεύρυνση των προνομίων.[64] Ο Αλέξιος Γ' ικανοποίησε το νέο αίτημα των Βενετών και το 1367 εξέδωσε νέο χρυσόβουλλο με το οποίο επιβεβαίωνε όλα τα προηγούμενα προνόμια τους, μείωνε κατά 0,5% το φόρο επί του τζίρου αλλά άφηνε άθικτο το φόρο επί ζυγίω. Επιπροσθέτως τους παραχώρησε μια άλλη τοποθεσία κοντά στο ακρωτήριο του Αγίου Σταυρού για να κτίσουν εκεί την εμπορική τους συνοικία, εκκλησία, σπίτια έχοντας το δικαίωμα να οχυρώσουν την συγκεκριμένη τοποθεσία. Ο νέος βενετικός εμπορικός σταθμός θα είχε πλήρη διοικητική αυτονομία με δικό του βάιλο, αξιωματούχους και δικούς του ιερείς.[65] Οι Βενετοί έμειναν πολύ ικανοποιημένοι από τους όρους της νέας εμπορικής συμφωνίας και έστειλαν ως δώρο στον Αλέξιο Γ' μια πολυτελή καμπάνα, ενώ διατηρήθηκε και η συνήθεια της καταβολής των χρηματικών δώρων στον αυτοκράτορα και τους αξιωματούχους του κάθε φορά που βενετικά πλοία θα έφθαναν στην Τραπεζούντα.[66] Βασικός άξονας της πολιτικής του Αλέξιου Γ΄ ήταν η καλλιέργεια ισότιμων και επωφελών και για τις δυο πλευρές εμπορικών και οικονομικών σχέσεων. Δεν παρέλειπε ποτέ όμως να τους θυμίζει, ότι μέσα στο κράτος του υπάρχουν χάρη στη δική του προστασία και εύνοια γι αυτό και απαίτησε το 1372 τα αυτοκρατορικά λάβαρα να κυματίζουν πάνω από τον εμπορικό τους σταθμό στην Τραπεζούντα.[67]

Η αυθαίρετη όμως ερμηνεία και η συχνή παραβίαση των Βενετικών προνομίων από τις αυτοκρατορικές αρχές, η ληστεία των εμπορευμάτων τους, η κακομεταχείριση που υφίσταντο σε αρκετές περιπτώσεις οι Βενετοί έμποροι λόγω και της δυσαρέσκειας του ντόπιου πληθυσμού εναντίον τους, οδήγησαν τις δυο πλευρές σε ρήξη την περίοδο 1374-1376. Οι διαπραγματεύσεις για την επίλυση των διαφορών που διεξήχθησαν μέχρι και το Φεβρουάριο του 1375 δεν οδήγησαν σε εξομάλυνση της κρίσης, μιας και η Βενετία συνέχιζε να ζητά από τον Αλέξιο Γ΄ την πληρωμή αποζημιώσεων για τις απώλειες που είχαν υποστεί οι έμποροί της.[68] Ο αυτοκράτορας αρνιόταν να ενδώσει στις απαιτήσεις των Βενετών και η Γερουσία αποφάσισε στρατιωτική επέμβαση με υποστήριξη ανταπαιτητών του θρόνου, όπως ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, γιος του βυζαντινού αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄, και ο Ανδρόνικος Μεγαλοκομνηνός, γιος του πρώην αυτοκράτορα Ιωάννη Γ΄. [69] Η εκστρατεία των Βενετών ανάγκασε τον Αλέξιο Γ΄ να ενδώσει στις αξιώσεις τους, να πληρώσει ένα μέρος των αποζημιώσεων, και με νέο χρυσόβουλλο του το 1376 να επαυξήσει τα προνόμια των Βενετών.[70]

Στα τέλη της βασιλείας του Αλέξιου Γ΄, λόγω του Ενετογενουατικού πολέμου της Κιότζα (1376-1381), οι εμπορικές επαφές Βενετίας - Τραπεζούντας περνάνε και πάλι κρίση. Η Βενετία, αναγνωρίζοντας τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε, υποβάθμισε τη σημασία του εμπορικού της σταθμού στην Τραπεζούντα, μειώνοντας τις ροές των εμπορευμάτων και ανακαλώντας τον βάιλο. Από το 1385 η τακτική ναυσιπλοΐα των Βενετών προς την Τραπεζούντα διακόπηκε σχεδόν ολοκληρωτικά με αποτέλεσμα ο τζίρος να μειωθεί και οι αυτοκρατορικές αρχές να επιβάλλουν αύξηση της φορολογίας μεγαλύτερης απ' ότι προέβλεπε το χρυσόβουλλο του 1376.[71]

Η σύναψη ειρήνης μεταξύ Τραπεζούντας και Γένουας το 1349 απεκατέστησε τις σχέσεις μεταξύ των δύο κρατών και η αυτοκρατορία τήρησε ουδέτερη στάση στον Ενετογενουατικό πόλεμο του 1350-1355. Οι τακτικές εμπορικές και διπλωματικές επαφές ατόνησαν από το 1350 και εξής λόγω του πολέμου αν και οι Γενουάτες αξιωματούχοι λάμβαναν οδηγίες από την πατρίδα τους για τον καθορισμό της δράσης τους μέσα στην αυτοκρατορική επικράτεια. Γενουάτες πιθανώς υποστήριξαν τον Αλέξιο Γ' το 1355 εναντίον των στασιαστών Σχολαρίων, και στη συνέχεια μεσολάβησαν για τον τερματισμό του εμφυλίου και τη συμφωνία ειρήνης μεταξύ των δυο πλευρών. Μια αυτοκρατορική πρεσβεία το 1363 επισκέφτηκε το Γενουάτη ποντεστά (κυβερνήτη) του Πέραν, ίσως για να διαπραγματευτεί την επανέναρξη των εμπορικών επαφών.[72] Την Κυριακή του Πάσχα του 1365, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Πανάρετου, Γενουάτες και Βενετοί στο κέντρο της Τραπεζούντας συνεπλάκησαν μπροστά στον αυτοκράτορα[73] ενώ στα 1373-1374 η Γένουα θα στείλει δυο πρεσβείες στον Αλέξιο Γ' για την επίλυση εκκρεμών οικονομικών ζητημάτων. Η δραστηριότητα των Γενουατών αυτή την περίοδο αποδεικνύει, ότι ο εμπορικός σταθμός τους στην Τραπεζούντα λειτουργούσε κανονικά παρά τον πόλεμο της Κιότζα με τη Βενετία (1376-1381).[74]

Οι σχέσεις με τους Γεωργιανούς ηγεμόνες του Καυκάσου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αλέξιος Γ΄ ακολούθησε την πολιτική της συμμαχίας μέσω επιγαμίας και με το βασίλειο της Γεωργίας στα ανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας. Το 1367 ο βασιλιάς της Γεωργίας Μπαγκράτ Ε΄ παντρεύτηκε την κόρη του Αλέξιου Γ΄, Άννα Μεγαλοκομνηνή. Ο αυτοκράτορας συνόδεψε την κόρη του μέχρι την περιοχή Μακραγιαλοί στα σύνορα των δύο κρατών,[75] και το 1372 επισκέφτηκε ξανά το γαμπρό και την κόρη του. Κατά τη διάρκεια αυτής της επίσκεψης ο Αλέξιος Γ΄ πήγε στο Βάτι, όπου τον συνάντησε ο πρίγκιπας της Γουριάς για να του υποβάλλει τα σέβη του και να ανανεώσει την υποτέλεια του στον αυτοκράτορα.[76] Το 1377 ο Αλέξιος Γ' επισκέφτηκε ξανά τους Μακραγιαλούς και εκεί τον συνάντησε η Γεωργιανή πριγκίπισσα Γκιουλκάν, κόρη του βασιλιά Δαυίδ Θ΄. Η πριγκίπισσα ήταν αρραβωνιασμένη με τον γιο και διάδοχο του αυτοκράτορα, τον Ανδρόνικο, αλλά μετά τον αναπάντεχο θάνατο του, παντρεύτηκε τον αδελφό του Μανουήλ - μετέπειτα αυτοκράτορα Μανουήλ Γ΄. Τότε μετονομάστηκε σε Ευδοκία και ο ίδιος ο Αλέξιος Γ΄ στεφάνωσε τη νύφη του με τις γαμήλιες τελετές που κράτησαν μια εβδομάδα να είναι ιδιαίτερα λαμπρές.[77]

Ευεργέτης των μοναστηριών του Πόντου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του ο Αλέξιος Γ΄ ευεργέτησε με δωρεές διάφορα μοναστήρια μέσα στην αυτοκρατορία του και ίδρυσε τη Μονή του Διονυσίου στο Άγιο Όρος. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Πανάρετου το 1362 ο αυτοκράτορας ανακαίνισε το ναό του Αγίου Φωκά στην Κορδύλη.[78] Ιδιαίτερη όμως εύνοια έδειξε στη Μονή της Παναγίας στο όρος Μελά στην περιοχή της Ματζούκας την περίφημη Παναγία Σουμελά. Θέλοντας να ευχαριστήσει την Παναγία που τον γλίτωσε από ένα ναυάγιο, ο αυτοκράτορας το Δεκέμβριο του 1364 απέλυσε χρυσόβουλλο υπέρ της Μονής, με το οποίο επικύρωνε τα παλαιά προνόμια και κτήσεις της και πολλαπλασίαζε με νέες δωρεές τις γαίες και τους παροίκους του μοναστηριού. Παράλληλα παραχωρούσε πλήρη φορολογική ατέλεια για όλα τα περιουσιακά στοιχεία της και απαλλαγή από κάθε είδους οικονομική ή στρατιωτική αγγαρεία και επιβάρυνση, η οποία θα μπορούσε να επιβληθεί από τις τοπικές αρχές. Σε περίπτωση που ξένοι ή μετανάστες εγκαθίσταντο στις γαίες της Μονής θα εξαιρούνταν και αυτοί από κάθε φόρο προς το δημόσιο. Επίσης αν πάροικοι από τις αυτοκρατορικές γαίες εγκαθίσταντο σε γαίες του μοναστηριού, τότε τα περιουσιακά τους στοιχεία θα περνούσαν αυτόματα στη Μονή ενώ το ίδιο θα ίσχυε και για παροίκους της Μονής και θα απεβίωναν δίχως κληρονόμους, χωρίς να εγείρονται περαιτέρω διεκδικήσεις για αυτά τα περιουσιακά στοιχεία από τρίτους. Η μονή θα κατέβαλλε μονάχα έναν φόρο στο αυτοκρατορικό ταμείο ανά διετία και τίποτε περισσότερο[79][80]. Παράλληλα διασώζονται αντίγραφα δύο ακόμα χρυσοβούλλων του Αλέξιου Γ΄ - των οποίων όμως η γνησιότητα αμφισβητείται έντονα από τους ερευνητές - για τη Μονή του Αγίου Γεωργίου Χουτουρά και τη Μονή Βαζελώνος. Σύμφωνα με αυτά τα έγγραφα, τα οποία χρονολογούνται το 1365 και 1386 αντιστοίχως, ο αυτοκράτορας παραχωρούσε φόρους και χωριά σε αυτά τα μοναστήρια.[81]

Κτίτωρ της Μονής Διονυσίου στο Άγιο Όρος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

To 1374 ο Διονύσιος, αδελφός του Μητροπολίτη Τραπεζούντας Θεοδόσιου, έφτασε στην ποντιακή πρωτεύουσα για να επισκεφτεί τον αδελφό του και να προσπαθήσει να πάρει οικονομική ενίσχυση για τη μονή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου της "Νέας Πέτρας" την οποία είχε ιδρύσει στο Άγιο Όρος. Ο Θεοδόσιος κανόνισε ο αδελφός του να γίνει δεκτός από τον αυτοκράτορα και και ο Διονύσιος κατάφερε να πείσει τον Αλέξιο Γ΄ να ιδρύσει το δικό του μοναστήρι στο Άγιο Όρος, όπως "είχαν πράξει όλοι οι αυτοκράτορες στο παρελθόν".[82] Έτσι το Σεπτέμβριο του 1374 απέλυσε χρυσόβουλο με το οποίο επικυρώνει τις δωρεές του στο μοναστήρι, που θα ίδρυε ο Διονύσιος στον Άθω. Σύμφωνα με το χρυσόβουλο ο αυτοκράτορας αναλάμβανε όλα τα έξοδα για την ανέγερση του μοναστηριού (του ναού, των κελιών, των τειχών, του υδραγωγείου κ.λ.π.) και γι' αυτό δώριζε στο Διονύσιο 100 σώμια αργυρού (=περίπου 1000 χρυσά υπέρπυρα) εκ των οποίων τα 50 θα καταβαλλόταν αμέσως και τα άλλα 50 σε τρεις ετήσιες δόσεις. Επίσης η μονή θα λάμβανε από το αυτοκρατορικό ταμείο 1000 άσπρα "κομνηνάτα" (=ασημένια νομίσματα) σε ετήσια βάση για τη συντήρηση των μοναχών. Σε αντάλλαγμα οι μοναχοί θα μνημόνευαν αιωνίως τον αυτοκράτορα, τα μέλη της οικογένειας του, τους προγόνους και τους διαδόχους του, όφειλαν να φιλοξενούν κάθε Τραπεζούντιο που θα ερχόταν στο Άγιος Όρος για να προσκυνήσει στη Μονή, να δέχονται επίσης κάθε Τραπεζούντιο που επιθυμούσε να ασπαστεί το μοναχικό βίο και φυσικά να τηρούν το καταστατικό της Μονής.[83]

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την σύζυγό του Θεοδώρα Καντακουζηνή, ο Αλέξιος Γ΄ είχε πέντε παιδιά[84]:

  • Βασίλειος (1358-1377)
  • Μανουήλ Γ΄, αυτοκράτορα (1390-1416).
  • Ευδοκία, που παντρεύτηκε αρχικά τον εμίρη Τατζεντίν και μετέπειτα τον Σέρβο πρίγκιπα Κωνσταντίνο Δραγάση, πεθερό του Μανουήλ Β' Παλαιολόγου.
  • Άννα, που παντρεύτηκε τον Μπαγκράτ Ε΄ βασιλιά της Γεωργίας.
  • μία κόρη, που δεν διασώζεται το όνομά της και παντρεύτηκε τον Τούρκο εμίρη του Ερζιτζάν και της Βαιβέρτης Μουταχαρτάν.

Από μία παλακίδα, της οποίας το όνομα δεν διασώζεται, είχε δύο γιους:

  • Ανδρόνικος (1355-1376)
  • Ιωάννης.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Πανάρετος, Χρονικόν. σελ. 271. 
  2. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους τ. Θ. σελ. 334. 
  3. D.M. Nicol, Family. σελ. 143. 
  4. Πανάρετος, Χρονικόν. σελ. 276. 
  5. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους τ. Θ. σελ. 334. 
  6. Σ. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. σελ. 260-354, 417-431. 
  7. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Θ, σελ. 327-334. 
  8. A. Bryer-D. Winfield, The Byzantine Monuments and Topography of Pontos v. 1 Dumbarton Oaks Washington D.C. (1985). 
  9. D.M. Nicol, Family σελ. 144. 
  10. Πανάρετος Χρονικόν σελ. 272. 
  11. Σ. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. σελ. 202-203. 
  12. Σ. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. σελ.203-205. 
  13. Σ. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. σελ. 205-206. 
  14. Λιβαδηνός, Περιήγησις σελ. 34. 
  15. Πανάρετος, Χρονικόν. σελ. 277. 
  16. Πανάρετος, Χρονικόν. σελ. 276. 
  17. Πανάρετος, Χρονικόν. σελ. 277-278. 
  18. D.M. Nicol, Family. σελ. 143-144. Στην πρεσβεία που στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1351 προς αναζήτηση νύφης για τον αυτοκράτορα συμμετείχε ο εκθρονισμένος αυτοκράτορας Μιχαήλ και ο "τατάς" Μιχαήλ Σαμψών. 
  19. Πανάρετος, Χρονικόν. σελ. 277. 
  20. Σ. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. σελ. 207. 
  21. Πανάρετος, Χρονικόν. σελ. 277-278. 
  22. Πανάρετος, Χρονικόν. σελ. 277. 
  23. Σ. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. σελ. 208. 
  24. Πανάρετος, Χρονικόν. σελ. 278-279. 
  25. Λιβαδηνός, Περιήγησις σελ. 37-38. 
  26. Πανάρετος, Χρονικόν. σελ. 279. 
  27. Λιβαδηνός, Περιήγησις σελ. 46. 
  28. Πανάρετος, Χρονικόν. σελ. 279. 
  29. Πανάρετος, Χρονικόν. σελ. 279-280. 
  30. Πανάρετος, Χρονικόν. σελ. 284. 
  31. Σ. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. σελ. 209. 
  32. Πανάρετος, Χρονικόν. σελ. 285. 
  33. Πανάρετος, Χρονικόν. σελ. 275-276. 
  34. Πανάρετος, Χρονικόν. σελ. 279-280. 
  35. Σ. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. σελ. 423. 
  36. Πανάρετος, Χρονικόν. σελ. 283. 
  37. Πανάρετος, Χρονικόν. σελ. 282-283. 
  38. Ε. Zachariadou, Trebizond and the Turks, σελ. 349.1. 
  39. Ε. Zachariadou, Trebizond and the Turks, σελ. 348. 
  40. Σ. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. σελ. 424. 
  41. Πανάρετος, Χρονικόν. σελ. 278. 
  42. Σ. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. σελ. 429. 
  43. Πανάρετος, Χρονικόν. σελ.281, 283. 
  44. Ε. Zachariadou, Trebizond and the Turks, σελ. 342-343. 
  45. Bryer, Greeks and Turkmens, σελ. 131. 
  46. Bryer, Greeks and Turkmens σελ.. 129-130. 
  47. Πανάρετος, Χρονικόν. σελ. 290. 
  48. A. Bryer-D. Winfield, The Byzantine Monuments and Topography of Pontos v. 1 σελ. 102. 
  49. Ε. Zachariadou, Trebizond and the Turks, σελ. 348. 
  50. Πανάρετος, Χρονικόν. σελ.281. 
  51. A. Bryer-D. Winfield, The Byzantine Monuments and Topography of Pontos v. 1 σελ. 73. 
  52. Σ. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. σελ. 426-427. 
  53. Σ. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. σελ. 427. 
  54. Πανάρετος, Χρονικόν. σελ.287. 
  55. Ε. Zachariadou, Trebizond and the Turks, σελ. 347. 
  56. Πανάρετος, Χρονικόν. σελ.290. 
  57. Πανάρετος, Χρονικόν. σελ. 290. 
  58. Bryer, Greeks and Turkmens σελ. 132-133. 
  59. W. Miller, Trebizond σελ. 67. 
  60. Thiriet, Regestes I σελ. 107. 
  61. Zakythinos, Le Chrysobulle σελ. 30-31. 
  62. Μ.Μ. 3 (Acta et Diplοmata), σελ. 131-134. 
  63. Thiriet, Regestes I, σελ. 108-110. 
  64. Thiriet, Regestes I, σελ.113. 
  65. Σ. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. σελ. 277. 
  66. Thiriet, Regestes I, σελ. 119, 128. 
  67. Thiriet, Regestes I σελ. 128. 
  68. Σ. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. σελ. 279. 
  69. Σ. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. σελ. 280. 
  70. Σ. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. σελ. 283. 
  71. Σ. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. σελ. 284-285. 
  72. Σ. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. σελ. 326. 
  73. Πανάρετος, Χρονικόν. σελ. 286. 
  74. Σ. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. σελ. 326. 
  75. Πανάρετος, Χρονικόν. σελ. 286. 
  76. Πανάρετος, Χρονικόν. σελ. 288. 
  77. Πανάρετος, Χρονικόν. σελ.289-290. 
  78. Πανάρετος, Χρονικόν. σελ. 283. 
  79. Μ.Μ. 5 (Acta et Diplοmata), σελ. 276-280. 
  80. A. Bryer-D. Winfield, The Byzantine Monuments and Topography of Pontos v. 1 σελ. 254. 
  81. Ν. Oikonomides, The Chancery of the Grand Komnenoi σελ. 304-308. 
  82. Actes de Dionysiou, σελ. 10, 60. 
  83. Actes de Dionysiou σελ. 61. 
  84. PLP 12083. 

Πηγές - Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Σεργκέι Π. Καρπόβ, Ιστορία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, μτφρ. Ευγενία Κριτσέφσκαγια - Αγγελική Ευσταθίου, Ε.Ι.Ε. (Αθήνα 2017)
  • Το Τραπεζουντιακόν Χρονικόν του Πρωτοσεβαστού και Πρωτονοταρίου Μιχαήλ Παναρέτου, 257-295 Νέος Ελληνομνήμων 4 (1907), επιμ. Σπ. Λάμπρος
  • Ανδρέα Λιβαδηνού, Περιήγησις, επιμ. Μ. Παρανίκας (Κωνσταντινούπολη 1874).
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος Θ΄: Βυζαντινός Ελληνισμός - Μεσοβυζαντινοί και Υστεροβυζαντινοί Χρόνοι, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 1980, ISBN 978-960-213-105-3 
  • D. M. Nicol, The Byzantine Family of Kantakouzenos (Cantacuzenus) ca. 1100-1460: a genealogical and prospographical study. Dumbarton Oaks Center for Byzantine Studies, (Washington D.C. 1969).
  • N. Oikonomides, The Chancery of the Grand Komnenoi. Imperial Tradition and Political Reality, 299-332 ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΝΤΟΥ 35, (1978).
  • Ε. Α. Zachariadou, Trebizond and the Turks (1352-1402), 333-358 ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΝΤΟΥ 35, (1978).
  • W. Miller, Trebizond the last Greek Empire of the Byzantine Era 1204-1460, (Chicago 1969).
  • Acta et Diplomata, ed. F. Micklosich - F. Muller.
  • A. Bryer - D. Winfield, The Byzantine Monuments and Topography of Pontos v. 1, Dumbarton Oaks Center for Byzantine Studies, (Washington D.C, 1985)
  • F. Thiriet, Regestes des Deliberations du Senat de Venice concernant la Romanie v. 1, 1329-1399, (Paris 1958).
  • A. Bryer, Greek and Turkmens: The Pontic Exemption, (article n. V), The Empire of Trebizond and the Pontos, Variorum Reprints (London 1980).
  • D. A. Zakythinos, Le Chrysobulle d' Alexis III Comnene Empereur de Trrebizonde en faveur des Venitiens, (Paris 1932).
  • Actes de Dionysiou, Archives de L' Athos IV, ed. N. Oikonomides, (Paris 1969).
  • Trapp, Erich; Beyer, Hans-Veit; Walther, Rainer; Sturm-Schnabl, Katja; Kislinger, Ewald; Leontiadis, Ioannis; Kaplaneres, Sokrates (1976–1996) (στα γερμανικά). Prosopographisches Lexikon der Palaiologenzeit. Βιέννη: Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften. ISBN 3-7001-3003-1. 
Προηγούμενος
Μιχαήλ Α' Κομνηνός
Αυτοκράτορας της Τραπεζούντας
1349 - 1390
Επόμενος
Μανουήλ Γ' Κομνηνός