Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ακτινόζωα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ακτινόζωα
Εικονογράφηση ακτινοζώων από την Αποστολή Τσάλεντζερ (1873-1876).
Εικονογράφηση ακτινοζώων από την Αποστολή Τσάλεντζερ (1873-1876).
Συστηματική ταξινόμηση
Επικράτεια: Ευκαρυωτά (Eukaryota)
Βασίλειο: Πρωτόζωα (Protozoa)
(κατά Cavalier-Smith, 1998)[1]

Υποσυνομοταξία: Σαρκομαστιγοφόρα (Sarcomastigophora)
Υπερομοταξία: Σαρκοδίνια (Sarcodina)
Ομοταξία: Ακτινόποδα (Actinopodea)
Υφομοταξία: Ακτινόζωα (Radiolaria)

Τα Ακτινόζωα (Radiolaria) είναι υφομοταξία ακτινόποδων πρωτόζωων. Βρίσκονται στα ανώτερα στρώματα όλων των ωκεανών. Έχουν σφαιρική ακτινωτή συμμετρία και είναι γνωστά για τον πολύπλοκο, κομψά κατασκευασμένο σκελετό τους.

Ο σκελετός των ακτινόζωων συντίθεται από πυρίτιο[2] και είναι πολύπλοκα διάτρητος σε μια ποικιλία σχεδίων, σχηματίζοντας μια σειρά δικτυόμορφες πλάκες ή χαλαρές βελόνες. Από τον διάτρητο σκελετό εκτείνονται ψευδοπόδια. Μία κεντρική χιτινώδης κάψα περικλείει τους πολυάριθμους πυρήνες και διαιρεί το κυτταρόπλασμα σε δύο ζώνες:

  • Το εξώπλασμα περιέχει πολλά χυμοτόπια που ρυθμίζουν την πλευστότητα του οργανισμού.
  • Το ενδόπλασμα (στερόπλασμα) είναι πιο συμπαγές.

Οι πόροι της κάψας μπορεί να είναι πολυάριθμοι ομοιόμορφα κατανεμημένοι (περίπυλα ακτινόζωα) ή συναθροισμένοι σε έναν πολικό θόλο (μονόπυλα ακτινόζωα) ή μόνον τρεις, από τους οποίους ο ένας πολύ μεγαλύτερος από τους άλλους δύο (τρίπυλα ακτινόζωα).[3]

Ο αξονοπλάστης μπορεί να είναι κεντρικός, εντοπισμένος σε ένα κοίλωμα του πυρήνα ή περιφερειακός σε κάποιο σημείο γύρο από την πυρηνική μεμβράνη. Φαίνεται ότι υφίσταται μια ορισμένη αντιστοιχία μεταξύ της θέσης του αξονοπλάστη, της κατανομής των πόρων και της γενικής αρχιτεκτονικής του σκελετού. Είναι λοιπόν πιθανό το στερεόπλασμα να μετάχει στον μεταβολισμό του πυριτίου που σχηματίζει τον σκελετό.

Το 1904, ο Γερμανός βιολόγος Ερνστ Χέκελ περιέγραψε και σχεδίασε έναν αριθμό ακτινόζωων.[4] Ορισμένα από αυτά έχουν σκελετούς με σχήμα κανονικών πολυέδρων.[5] Παραδείγματα αποτελούν τα Circoporus octahedrus, Circogonia icosahedra, Lithocubus geometricus και Circorrhegma dodecahedra. Τα σχήματα αυτών των οργανισμών είναι προφανή από τις ονομασίες τους.

Τα ακτινόζωα, ως πρωτόζωα, αναπαράγονται μονογονεϊκά. Η μονογονική αναπαραγωγή γίνεται με διχοτομική εκβλάστηση ή πολλαπλή διαίρεση. Γενικά, διαιρείται και ο σκελετός και κάθε θυγατρικό κύτταρο αναγεννά το μέρος που λείπει. Σε μερικές περιπτώσεις, ωστόσο, το ένα θυγατρικό κύτταρο ελευθερώνεται και αναπτύσσει ένα τελείως καινούργιο κέλυφος, ενώ το άλλο παραμένει στον αρχικό σκελετό.

Σκελετικά υπολείμματα

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα σκελετικά υπολείμματα των ακτινοζώων εναποτίθενται στον βυθό των ωκεανών και δημιουργούν την ιλύ (λάσπη) των ακτινοζώων.[3] Όταν ο βυθός των ωκεανών ανυψώνεται και μετασχηματίζεται σε ξηρά, η ιλύς γίνεται ιζηματογενές πέτρωμα. Παράδειγμα αποτελεί η Σικελία, η οποία σχεδόν ολόκληρη αποτελείται από τέτοια ξηρά.

Τα πυριτικά κοιτάσματα, όπως ο πυρόλιθος και ο χαλαζίας, προέρχονται από σκελετούς ακτινοζώων. Έχουν βρεθεί απολιθώματα των ακτινοζώων που χρονολογούνται από την Προκάμβριο Περίοδο (570.000.000 χρόνια πριν).

  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Larousse-Britannica
  1. ↑ Cavalier-Smith, T (1998). «A revised six-kingdom system of life». Biological Reviews of the Cambridge Philosophical Society 73 (3): 203-66. doi:9809012. ISSN 1464-7931. http://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/9809012.
  2. ↑ Zettler, Linda A.; Sogin, ML; Caron, DA (1997). «Phylogenetic relationships between the Acantharea and the Polycystinea: A molecular perspective on Haeckel's Radiolaria». Proc. Natl. Acad. Sci. U.S.A. 94 (21): 11411–6. doi:10.1073/pnas.94.21.11411. PMID 9326623. PMC 23483. Bibcode: 1997PNAS...9411411A. https://archive.org/details/sim_proceedings-of-the-national-academy-of-sciences-usa_1997-10-14_94_21/page/11411.
  3. 1 2 Βερροιόπουλος, Γιώργος. «Οδηγός Αναγνώρισης Ζωοπλαγκτονικών Οργανισμών» (PDF). Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ανακτήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 2025.
  4. ↑ Haeckel, Ernst (1904). Kunstformen der Natur (στα Γερμανικά). Leipzig und Wien: Bibliographisches Institut.
  5. ↑ Stuart Colin (2020). Η Γλώσσα του Σύμπαντος – Μια οπτική εξερεύνηση των μαθηματικών. Μτφρ. Βαγγέλης Πρατικάκης. Εκδόσεις Παπαδόπουλος. ISBN 978-960-484-580-4.