Αιθιοπικά

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Αιθιοπικά
Ο Θεαγένης λαμβάνει κλάδο φοίνικα από τη Χαρίκλεια, πίνακας του Άμπραχαμ Μπλούμερτ (1626)
ΣυγγραφέαςΗλιόδωρος ο Εμεσηνός
ΤίτλοςΑἰθιοπικά
Γλώσσααρχαία ελληνικά
Ημερομηνία δημοσίευσης3ος αιώνας[1]
Μορφήμυθιστόρημα
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Τα Αιθιοπικά ή Τὰ περὶ Θεαγένην καὶ Χαρίκλειαν είναι αρχαίο ελληνικό μυθιστόρημα που χρονολογείται στα μέσα ή στο δεύτερο μισό του 3ου αι. μ.Χ. Γράφτηκε από τον Ηλιόδωρο τον Εμεσηνό και είναι το μόνο γνωστό του έργο.

Το έργο αναφέρεται στις περιπέτειες των δύο ερωτευμένων ηρώων, του Θεαγένη και της Χαρίκλειας και παρουσιάζει ένα πανόραμα του ύστερου ελληνιστικού κόσμου. Αποτελείται από δέκα βιβλία και θεωρείται το τελευταίο μυθιστόρημα της ελληνικής αρχαιότητας.[2]

Ύφος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μυθιστόρημα έχει επιρροές από τα έργα του Ομήρου και του Ευριπίδη. Ο τίτλος εξηγείται από τη δράση της αρχής και του τέλους της ιστορίας που διαδραματίζεται στην Αιθιοπία.

Είναι επηρεασμένο από τη Δεύτερη Σοφιστική, κάτι που μαρτυρεί η γλώσσα αλλά και το έντονα κλασικίζον λόγιο ύφος του συγγραφέα. [2]

Είναι αξιοσημείωτο για τη γρήγορη διαδοχή των γεγονότων, την ποικιλία των χαρακτήρων του, τις ζωντανές περιγραφές τόπων και σκηνικών, τον απλό, κομψό τρόπο γραφής του και τη δραματική ένταση. Αλλά αυτό που έχει θεωρηθεί ως το πιο αξιοσημείωτο είναι ότι το μυθιστόρημα αρχίζει στη μέση της ιστορίας (in medias res) και η πλοκή λύνεται με διάφορους χαρακτήρες να περιγράφουν τις προηγούμενες περιπέτειές τους σε αναδρομικές αφηγήσεις ή διαλόγους, οι οποίοι τελικά δένουν μεταξύ τους. Την ίδια τεχνική χρησιμοποίησε και ο Όμηρος στα επικά του ποιήματα, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Αυτό το χαρακτηριστικό κάνει το έργο να ξεχωρίζει από όλα τα άλλα αρχαία ελληνικά μυθιστορήματα.[3]

Περίληψη υπόθεσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Χαρίκλεια παραδίδει στον Θεαγένη τη δάδα, Αμπρουάζ Ντυμπουά (1610)

Η Χαρίκλεια, κόρη του βασιλιά Υδάσπη και της βασίλισσας Περσίνας της Αιθιοπίας, γεννήθηκε λευκή καθώς η βασίλισσα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εντυπωσιάστηκε από ένα μαρμάρινο άγαλμα (ένα παράδειγμα της θεωρίας της μητρικής εντύπωσης ). Φοβούμενη τις κατηγορίες για μοιχεία, η Περσίνα εγκαταλείπει την κόρη της αλλά της αφήνει τρία δώρα: μια ενεπίγραφη κορδέλα, ένα περιδέραιο και ένα δαχτυλίδι με υπερφυσικές και μυστικιστικές ιδιότητες. Το μωρό παραδόθηκε στη φροντίδα ενός ιερέα που αργότερα το έδωσε στον Χαρικλή, έναν ιερέα του μαντείου των Δελφών, μεταφέρθηκε στους Δελφούς όπου μεγάλωσε με το όνομα Χαρίκλεια και στην εφηβεία της έγινε ιέρεια της Άρτεμης.[4]

Η απαγωγή της Χαρίκλειας από τους πειρατές (1635), ταπισερί από το εργαστήριο του Ραφαέλ ντε λα Πλανς στο Παρίσι σε σχέδιο του Σιμόν Βουέ

Παρακολουθώντας γυμναστικούς αγώνες, γνωρίζει τον Θεαγένη, έναν ευγενή νεαρό Θεσσαλό που αγωνίζεται εκεί και ερωτεύονται. Για να υπακούσουν σε ένα χρησμό, φεύγουν από τους Δελφούς υπό την καθοδήγηση του σοφού Καλάσιρη, ενός Αιγύπτιου που έχει προσληφθεί από την Περσίνα για να βρει τη Χαρίκλεια. Μετά από πολλές περιπέτειες στη θάλασσα και τη στεριά και απρόβλεπτους κινδύνους, ναυαγούν και βρίσκονται στην Αίγυπτο, στις εκβολές του Νείλου. Στη συνέχεια περνούν από σκληρές δοκιμασίες, άλλοτε μαζί, άλλοτε χωρισμένοι, ιδιαίτερα λόγω του πάθους που κατέλαβε για τον Θεαγένη την Αρσάκη, αδελφή του Πέρση Μεγάλου Βασιλιά. Αιχμάλωτοι των Περσών, τελικά συλλαμβάνονται από τον στρατό του βασιλιά Υδάσπη και μεταφέρονται στη Μερόη, πρωτεύουσα της Αιθιοπίας.[5]

Τη στιγμή ακριβώς που η Χαρίκλεια πρόκειται να θυσιαστεί στους θεούς από τον ίδιο της τον φυσικό πατέρα της -τον βασιλιά, ο Χαρικλής φθάνει από την Ελλάδα και αποκαλύπτεται η καταγωγή της. Η ιστορία τελειώνει με τον γάμο των ηρώων, που έμειναν πιστοί ο ένας στον άλλο.[6]

Χειρόγραφα, μεταφράσεις και εκδόσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μυθιστόρημα ήταν πολύ γνωστό στη βυζαντινή εποχή. Στη Δυτική Ευρώπη εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της Αναγέννησης σε ένα χειρόγραφο από τη βιβλιοθήκη του Ματθία Κορβίνου, που βρέθηκε στη λεηλασία της Βούδας (το σημερινό δυτικό τμήμα της Βουδαπέστης) το 1526, και τυπώθηκε στη Βασιλεία το 1534. Από τότε έχουν βρεθεί και άλλα χειρόγραφα. Το 1534 και μεταφράστηκε στα γαλλικά από τον Ζακ Αμυό το 1547 και στα αγγλικά από τον Τόμας Άντερνταουν το 1569. Τυπώθηκε πολλές φορές στη Δημοκρατία της Βενετίας (1556, 1560, 1586) σε ιταλική μετάφραση από τα ελληνικά.

Επίδραση και διασκευές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θεαγένης και Χαρίκλεια, ταπισερί του 16ου αιώνα

Είχε τεράστια επίδραση, για πολλούς αιώνες θεωρούνταν ισάξιο των έργων του Ομήρου και του Βιργιλίου, και το μιμήθηκαν Βυζαντινοί Έλληνες και Γάλλοι, Ιταλοί και Ισπανοί συγγραφείς. Η πρώιμη ζωή της Χλωρίνδας στο επικό ποίημα του Τορκουάτο Τάσσο Απελευθερωμένη Ιερουσαλήμ (1581) είναι σχεδόν πανομοιότυπη με αυτή της Χαρίκλειας. Στοιχεία του έργου χρησιμοποίησε ο Φίλιπ Σίντνεϊ στη μυθιστορία του Η κόμισσα της Αρκαδίας του Πέμπροουκ (τέλη του 16ου αιώνα) και ο Θερβάντες στο έργο του Τα Πάθη του Περσίλες και της Σιγισμούντα (1617).

Η δομή, τα γεγονότα και τα θέματα του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος περιπέτειας του πρώτου μισού του 17ου αιώνα — Μαντλέν ντε Σκυντερύ, Μαρέν Λε Ρουά ντε Γκομπερβίλ, Άφρα Μπεν — είχαν άμεσα ή έμμεσα πρότυπο το έργο του Ηλιόδωρου.

Διασκευάστηκε σε θεατρικό έργο από τον Γάλλο δραματουργό Αλεξάντρ Αρντί (εκδόθηκε το 1623). Ο Τζον Γκοφ, Άγγλος δραματουργός της εποχής του Καρόλου Α ', βάσισε την τραγική κωμωδία του The Strange Discovery (δημοσιεύτηκε το 1640) στα Αιθιοπικά. Ο Σαίξπηρ αναφέρει αποσπάσματα στη Δωδέκατη νύχτα.[3]

Ο Θεαγένης τραυματισμένος, Αμπρουάζ Ντυμπουά (περ. 1610)

Ο Γάλλος δραματουργός Ρακίνας ισχυρίστηκε ότι το μυθιστόρημα του Ηλιόδωρου ήταν το αγαπημένο του βιβλίο και όταν, ως μαθητής, το βιβλίο του είχε επανειλημμένα αφαιρεθεί, αναφέρεται ότι είπε ότι η απώλεια του βιβλίου δεν είχε πια σημασία αφού το είχε ήδη απομνημονεύσει.[7]

Το θέμα Θεαγένης και Χαρίκλεια ενέπνευσε συνθέτες της όπερας, όπως τον Τζιουζέπε Βέρντι και ζωγράφους που εμπνεύστηκαν από τα Αιθιοπικά. Το θέμα επιλέχθηκε για να διακοσμήσει το σαλόνι Λουδοβίκου ΙΓ΄ στο ανάκτορο του Φονταινεμπλώ. Ο ζωγράφος Αμπρουάζ Ντυμπουά, κύριος εκπρόσωπος της δεύτερης σχολής του Φοντενεμπλώ, δημιούργησε 15 ελαιογραφίες σε καμβά ενσωματωμένες σε γυψοσανίδες που διακοσμούν τους τοίχους και την οροφή του σαλονιού.

Η επιρροή του έργου συνέχισε να γίνεται αισθητή στο μυθιστόρημα του 18ου αιώνα.

Μεταφράσεις στα νεοελληνικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αιθιοπικά ή Τα περί Θεαγένην και Χαρίκλειαν, μετάφραση: Αλόη Σιδέρη, εκδόσεις Άγρα, 1997
  • Αιθιοπικά ή Τα περί Θεαγένην και Χαρίκλειαν, συντελεστές: Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, εκδόσεις Κάκτος, 2002 [8]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]