Αθεϊσμός στην Αρχαία Ελλάδα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ο αθεϊσμός στην αρχαία Ελλάδα γίνεται εμφανής στο δεύτερο μισό του πέμπτου αιώνα πΧ.[1] Όπως και οι ρίζες της δυτικής Φιλοσοφίας, έτσι και της αθεΐας, βρίσκονται στην Αρχαία Ελλάδα του 6ος αιώνα ΠΚΕ. Στον ελληνικό κόσμο, εμφανίστηκε το φαινόμενο της αθεΐας σε όλη του την ποικιλία. Ωστόσο η λέξη άθεος έπαιρνε πολλές σημασίες: από τον πολέμιο και ενάντιο των παραδοσιακών θεών έως τον πιστό μιας άλλης θρησκείας.[2]

Προσωκρατική φιλοσοφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα προσωκρατικά φιλοσοφικά ρεύματα, προσέγγισαν την αλήθεια από μια ορθολογιστική σκοπιά. Ωστόσο συνέχεαν τη φύση με τη θεότητα, αποδίδοντας μεγάλη σημασία στην πρώτη, ώστε ο πυρήνας του πανθεϊσμού τους να βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από την αθεΐα. Πολύ εύκολα η θεωρία τους μπορούσε να εκτραπεί προς τον φυσιοκρατικό υλισμό.[3] Πυρήνας της σκέψης τους ήταν πως υπάρχει μια ουσιαστική και ακατάληπτη πραγματικότητα, η ύλη, της οποίας οι απλές μεταστοιχειώσεις είναι τα όντα. Ο Θαλής θεωρούσε πως η πραγματικότητα ήταν το νερό, ο Αναξιμένης ο αέρας, ο Ηράκλειτος η φωτιά και άλλοι η Γη. Αυτή η υλοζωική άποψη θεωρείται η αφετηρία του υλισμού.[3]Η ανάπτυξη της αθεΐας στην Αρχαία Ελλάδα φαίνεται να σχετίζεται με την ύπαρξη πολλών αυτόνομων πόλεων και την απουσία μιας κοινά αποδεκτής ηθικής αρχής η οποία να περιορίζει τη σκέψη όσον αφορά τις θεότητες.[4]

Η κλίση των προσωκρατικών φιλοσοφικών ρευμάτων ήταν καταφανέστατα προς την αθεΐα.[3] Ο Αναξίμανδρος ο Μιλήσιος αναφέρει πως η υλική αιτία και το πρώτο στοιχείο των πραγμάτων είναι το άπειρον (δηλαδή το ακαθόριστο, το αρχικό χάος) και μάλιστα ισχυριζόταν πως αυτή η ουσία δεν ήταν κάποιο από τα στοιχεία που μπορούμε να παρατηρήσουμε (νερό, φωτιά, άνεμος)[3]

Ο Ξενοφάνης ο Κολωφώνιος τον 6ος αιώνας ΠΚΕ άσκησε κριτική στον ανθρωπομορφισμό της θρησκείας (δήλωνε πως «αν τα άλογα και τα βόδια είχαν τα χέρια και μπορούσαν να ζωγραφίσουν οι θεοί τους θα ‘έμοιαζαν πολύ με άλογα και βόδια»). Ο Ξενοφάνης υποστήριζε πως υπήρχε ένα Ον αιώνιο, το οποίο είναι αδιαχώριστο από την ύλη. Σύμφωνα με τον Ξενοφάνη «0 άνθρωπος αγνοεί και θα αγνοεί την αλήθεια σχετικά με τους θεούς»[3]

Ο Αναξαγόρας, τον 5ο αιώνα ΠΚΕ, ισχυριζόταν πως ο Ήλιος ήταν μια πύρινη μάζα μεγαλύτερη από την Πελοπόννησο, μια ιδέα που κρίθηκε ως αθεϊστική την εποχή του.[3][5]Ο Αναξαγόρας μόλις είχε αποκαθηλώσει τον Ήλιο, τον οποίο οι Αθηναίοι πίστευαν για θεό[6] O Ηράκλειτος πίστευε σε ένα ημιαυτόνομο σύμπαν το οποίο σβήνει και ανάβει εις το διηνεκές.[3] Την ίδια εποχή, ο Παρμενίδης δίδασκε πως ο κόσμος αυτός, ανεξαρτήτως αν αποκληθεί θεός ή μη, παραμένει η μόνη πραγματικότητα. Ο Claude Tresmontant τον χαρακτήρισε ως τον πατέρα του υλισμού και των υλιστών «...εφόσον πρεσβεύει πως ο φυσικός κόσμος είναι το απόλυτο ον»[7] Την ίδια εποχή, ο Σικελός Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος υποστήριζε πως υπάρχει ένας αιώνιος άπλαστος κόσμος, εντός του οποίου δεν χάνεται τίποτα και δεν δημιουργείται τίποτα αλλά πως πάντα μετασχηματίζονται. Σύμφωνα με τον Εμπεδοκλή, οι θεοί δεν ήταν παρά μυθικές προσωποποιήσεις των στοιχείων που συνέθεταν τον κόσμο. [7]

Οι πρώτες πλήρως υλιστικές θεωρίες, εμφανίστηκαν από τους ατομιστές Λεύκιππο και τον μαθητή του, Δημόκριτο τον 5ο αιώνα ΠΚΕ. Προσπάθησαν να εξηγήσουν τη δημιουργία του κόσμου μέσα από την κίνηση του ατόμου που κινείται σε ένα άπειρο σύμπαν και είναι αδιαίρετο, πλήρες, υλικό και πάρα πολύ μικρό. Τα άτομα αυτά συνδυάζονται και διαμορφώνουν όλα τα σώματα του κόσμου, αδρανή και έμβια - ακόμη και τον άνθρωπο, το σώμα του οποίου είναι απλώς μια πολυπλοκότερη δομή ύλης.[7]

Διώξεις για αθεΐα στην Αρχαία Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον 5ο αιώνα η αντιπαράθεση ανάμεσα στην υλιστική αθεΐα και την ελληνική θρησκευτική παράδοση, αυξήθηκε απότομα. Βασική αιτία αποτέλεσε ο τριακονταετής πόλεμος όπου η πόλη-κράτος αγκιστρωνόταν σε οτιδήποτε ενσάρκωνε την ενότητα της. Οι θεοί της, δεν ήταν πλέον απαλή πίστη, αλλά συνεκτικό στοιχείο. Οι θεωρίες των φιλοσόφων, άκρως ατομικιστικές και οικουμενικές δεν μπορούσαν να αποτελέσουν πατριωτικό συνδετικό υλικό. Ο αμφισβητίας των θεών γινόταν προδότης και διάβρωνε τη φιλοπατρία των νέων.[8] Επίσης, ιδεαλιστές φιλόσοφοι- κυρίως ο Πλάτωνας- συνέδεσε τον αθεϊσμό με την ανηθικότητα.[9] Νομικό έρεισμα για τις διώξεις όσων μπορούσαν να κατηγορηθούν για αθεϊσμό, αποτέλεσε το ψήφισμα του 432 ΠΚΕ, με εισηγητή τον Διοπείθη, στην Αθήνα. Το ψήφισμα προέβλεπε την υποχρεωτική δίωξη όσων δεν πιστεύουν στους αναγνωρισμένους θεούς της πολιτείας. O Διοπείθης, ο οποίος ήταν μάντης, δρούσε υπερασπιζόμενος τα συντεχνιακά συμφέροντα του ιερατείου καθώς οι ορθολογιστικές εξηγήσεις και φιλοσοφία, υπονόμευαν την αξιοπιστία των μάντεων, οι οποίοι απέδιδαν τα φαινόμενα στους Θεούς.[10]

Η επίθεση του Πλάτωνα στην αθεΐα, ήταν καταλυτική. Ξεκίνησε διαπιστώνοντας πως η αθεϊα είναι κοινή πεποίθηση και χώρισε τους άθεους σε τρεις κατηγορίες: αυτούς που δεν πιστεύουν πως υπάρχουν θεοί, αυτοί που πιστεύουν πως οι θεοί δεν νοιάζονται για τα ανθρώπινα πράγματα, και αυτοί που προσπαθούν να ξεγελάσουν τους θεούς με θυσίες. Κάλεσε τους άθεους να αποδείξουν ότι υπάρχουν θεοί, και συνέδεσε την αθεΐα με την ανηθικότητα και τον αντιπατριωτισμό. Απόρριπταν τους θεούς, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, επειδή ήταν «ανίκανοι να υποτάξουν την ηδονή και τα πάθη τους» Ο Πλάτωνας ανέπτυξε μια ριζικά δυϊστική αντίληψη της πραγματικότητας (η ανθρώπινη ψυχή προηγείται του σώματος και συνδέεται με την ψυχή του κόσμου, δηλαδή την ψυχή των θεών). Άρα οι άθεοι, αρνούνται την ύπαρξη του ευγενέστερου ήμισυ της πραγματικότητας, αποδεχόμενοι μόνο την ύλη. Έκτοτε, άλλαξε ο τρόπος αντιμετώπισης της αθεΐας-μέχρι τότε τη θεωρούσαν στη χειρότερη περίπτωση ως σφάλμα. Από τούδε και στο εξής, ήταν τεκμηρίωση κακοπιστίας και ηθικής ευτέλειας, κοινωνικά αποδομητική. Ο Πλάτωνας πρότεινε και αυτός διάφορες ποινές για πάταξη της αθεΐας, ανάλογα με τον είδος της. Οι πολίτες επίσης, θα έπρεπε να καταδικάσουν τους άθεους και όποιος δεν το έπραττε θα θεωρείτο και αυτός ασεβής.[11]

Με βάση το ψήφισμα του Διοπείδη, καταδικάστηκε ο Πρωταγόρας ο οποίος συνέθεσε περί τα 415 ΠΚΕ την πραγματεία «περί Θεών» από την οποία διασώζεται μόνο η πρώτη πρόταση:«Ως προς τους θεούς, είναι αδύνατο να γνωρίζω αν υπάρχουν ή όχι, ή ποια είναι η μορφή τους· τα στοιχεία που εμποδίζουν τη γνώση μου είναι πολλά, όπως η ασάφεια του ζητήματος και η συντομία του ανθρώπινου βίου» Σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτη τα βιβλία του παραδόθηκαν στην πυρά κάτι που συνιστά το πρώτο auto-da-fé της ιστορίας της Δύσης.[12]Ο Αναξαγόρας καταδικάστηκε, αν και η ποινή του δεν είναι γνωστή. Ο Περικλής πάντως, επενέβη υπέρ του και τον προστάτεψε, όπως είχε προστατέψει και άλλους «ασεβείς» στο παρελθόν.[10]

Πέραν από τον Πρωταγόρα, ο Αναξαγόρας ο Κλαζομένιος είχε διακριθεί στη μελέτη της μετεωρολογίας και αστρολογίας, εξηγούσε με ορθολογιστικά κριτήρια τα φυσικά φαινόμενα. Το κείμενο της τελικής ποινής παραμένει άγνωστο, αναφέρονται όμως η φυλάκιση, ο οστρακισμός και ο θάνατος. Παρενέβη ο Περικλής υπέρ του. [10]

Άλλη λαμπρή προσωπικότητα η οποία καταδικάστηκε σε θάνατο για αθεΐα, ήταν ο Σωκράτης. Οι θεολογικές απόψεις του Σωκράτη πάντως αμφισβητούνται. Ο συντηρητικός κωμικός Αριστοφάνης τον παρουσίαζε ως άθεο ενώ ο Ξενοφάνης ως αρκετά θρησκευόμενο. Ο Πλάτων τον παρουσιάζει ως μυστικιστή. Ο ΄ίδιος είχε δηλώσει στον Κρατύλο και τον Φαίδρο ότι δεν μπορεί να αποφανθεί σχετικά με τους μύθους και θεούς. Ο Σωκράτης κατηγορήθηκε επίσης, ότι προσφεύγει στις φυσικές επιστήμες για να διερευνήσει τα μυστικά της φύσης, αν και οι υποστηρικτές του αρνούνται τις κατηγορίες.[13]

Ο Διαγόρας, καταδικάστηκε τον ίδιο χρόνο με τον Πρωταγόρα, το 415 ΠΚΕ. Αν και είχε ξεκινήσει έντονα θρησκευόμενος, μετά έγινε άθεος. Μαθήτευσε στον Δημόκριτο και πείσθηκε πως η θρησκευτική πίστη αποτελεί τη συνέπεια του ανθρώπινου τρόμου μπροστά στα φυσικά φαινόμενα. Μια άλλη εκδοχή, είναι ότι ο Διαγόρας έχασε την πίστη του όταν ένας μαθητής του, του έγραψε ένα παιάνα και μετά ευτύχισε. Το γεγονός ότι δεν υπήρχε θεία δίκη ή πρόνοια (που παραπέμπει στο πρόβλημα του κακού) έκανε τον Διαγόρα να στραφεί στην Αθεϊα.[14] Ο Διαγόρας γελοιοποίησε δημόσια τον Θεό Διονύσιο, γελοιοποίησε τα Ελευσίνια Μυστήρια και επικυρήχθηκε για να συλληφθεί νεκρός ή ζωντανός[15][14]

Ίχνη από δίκες για αθεϊσμό σώζονται και για τον Διογένη τον Απολλωνιάτη, ο οποίος θεωρούσε τους μύθους και τις θρησκείες ως αλληγορίες και τίποτα περισσότερο. Ο Στίλπων από τα Μέγαρα πάλι απέφευγε να απαντήσει δημόσια περί των θεών ενώ περιγελούσε τον ανθρωπομορφισμό των παραδοσιακών θεών. [14]

Ο Θεόδωρος ο Άθεος, από την Κυρήνη (σήμερα Λιβύη) θεωρείται τυπικό παράδειγμα άθεου. Πρεσβεύει ότι ο σοφός είναι υπεράνω της συνηθισμένης ηθικής, υπεράνω πατρίδας και θρησκείας. Ο Θεόδωρος ο άθεος δικάστηκε από τον Άρειο Πάγο και εξορίστηκε.[16]

Φαίνεται ωστόσο πως αυτές οι διώξεις είχαν μάλλον πολιτικό χαρακτήρα, καθώς υπήρχαν ονομαστοί άθεοι, οι οποίοι δεν διώχθηκαν ποτέ, όπως ο Ίππων ο Ρηγίνος και ο φιλόσοφος του ύστερου 5ου αίώνα, Αριστόδημος, ο οποίος συνήθιζε να χλευάζει τους πιστούς.[9]

Οι σοφιστές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον πέμπτο αιώνα ΠΚΕ, οι σοφιστές άρχισαν να αμφισβητούν αρκετές παραδοσιακές θεωρίες της ελληνικής κουλτούρας. Ο Πρόδικος ο Κείος θεωρείται πως ισχυρίστηκε πως ο άνθρωπος επινόησε τις θεότητες, από ευγνωμοσύνη για τα αγαθά που του παρείχε η φύση.[17][18] O Πρόδικος εισηγήθηκε μια θεωρία τριών σταδίων για τις απαρχές του πολυθεϊσμού. Αρχικά, ο πρωτόγονος άνθρωπος αποκαλούσε τα φρούτα, τους ποταμούς και γενικά τα πράγματα από τα οποία ήταν εξαρτημένος, ως θεούς. Μετά, οι άνθρωποι που επινόησαν πως να μεγιστοποιούν τα οφέλη από αυτές τις πρώτες ύλες, ονομάστηκαν θεοί. Ο Πρόδικος εντόπιζε την έναρξη της θρησκείας στη γεωργία για την οποία η Αθήνα παινευόταν ότι αυτή την επινόησε. [18]

Ο Πρωταγόρας, από τα Άβδηρα της Θράκης, δήλωσε: «Για τους θεούς δε μπορώ να ξέρω ούτε αν υπάρχουν ούτε αν δεν υπάρχουν ούτε ποια είναι η μορφή τους. Γιατί πολλά πράγματα εμποδίζουν τη γνώση: η αδηλότητα των θεών και η βραχύτητα του ανθρωπίνου βίου».

Ο Ευριπίδης στο έργο του Βελλεροφών έγραφε «μερικοί λένε πως υπάρχουν θεοί από πάνω μας; Δεν υπάρχουν, όχι δεν υπάρχουν μη σε ξεγελάνε, μην αφήσεις τους παλιούς μύθους να σε παραπλανήσουν».[19] Ο σκεπτικισμός του Ευριπίδη φαίνεται και από φράσεις όπως «οι θεοί, όποιοι και αν είναι οι θεοί» ή «ο Ζεύς, όποιος και αν είναι ο Ζεύς». [20] Υπάρχουν αναφορές ότι ο Ευριπίδης δικάστηκε για αθεΐα, αλλά δεν είναι βέβαιο.[18]

Ο Αριστοφάνης συνέβαλε επίσης στην υποβάθμιση των θείων. Ο Θρασύμαχος αρνήθηκε τη θεία πρόνοια. Οι Στωικοί θεωρούν πως οι θεοί είναι αρχαίοι επιφανείς άνδρες που θεοποιήθηκαν. Ο Περσεύς ισχυρίζεται πως οι άνθρωποι μάλλον λάτρευαν ό,τι τους ήταν χρήσιμο. [20] Ο Κριτίας παρουσιάζει τον Σίσυφο να λέει ότι οι θεοί επινοήθηκαν από κάποιο «άνδρα ικανότατο» ως εγγυητές της αρετής εξ αιτίας του φόβου της τιμωρίας. Μάλιστα, ισχυρίζεται σε ένα απόσπασμα, που αρκετοί αμφισβήτησαν τη γνησιότητα του, πως «οι θεοί είναι αδύνατο να υπάρχουν, έτσι όπως τους υποθέτουν αρκετοί»[21]

Ο Ευήμερος ο Μεσσήνιος πίστευε πως οι Θεοί ήταν παλιοί βασιλιάδες, οι οποίοι μετά τον θάνατο τους θεοποιήθηκαν μέσα από τους μύθους, επειδή βοηθούσαν και την άρχουσα πολιτική τάξη να διατηρεί την ηγεμονία της.[22] Για παράδειγμα, θεωρούσε την Αφροδίτη ως την πρώτη εταίρα και ο βασιλιάς της Κύπρου την έκανε θεά, ενώ η Αθηνά υπήρξε πολεμοχαρής βασίλισσα.[23]Κατηγορήθηκε πως άπλωσε τον αθεϊσμό σε όλη την κατοικημένη Γη.[24]

Ένα άλλο ρεύμα, αντίθετο με τον Πλατωνικό δυισμό, ήταν το ρεύμα του στωικισμού, το οποίο μάλλον εκπροσωπεί τον υλιστικό πανθεϊσμό. Έχει χαρακτηριστεί ως «θρησκευτικότητα χωρίς θεό»[α]. Η θεότητα είναι στην πραγματικότητα όλη η φύση, και ο άνθρωπος είναι μέρος του παγκόσμιου όλου-όπως και όλα τα έμβια όντα. Δεν υπάρχει υπερβατικότητα, αλλά θεοποίηση του ανθρώπου που ζει σε αρμονία με τη φύση.[25]

Μετά την κατάλυση της πόλης-κράτους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πολιτειακές αναταραχές και το τέλος της ανεξαρτησίας της πόλης-κράτους στο δεύτερο ήμισυ του 4ου αιώνα ΠΚΕ, θα καταλύσουν την τοπική θρησκεία υπέρ του ατομικισμού, του σκεπτικισμού και της αθεΐας, παρά τα μέτρα του Πλάτωνα. Η κλασική θρησκεία ήταν το μεγάλο θύμα των μεταρρυθμίσεων. Το θρησκευτικό κέντρο αποδυναμώθηκε και υπήρξε μια έκρηξη στάσεων, είτε προς την κατεύθυνση της λογικής, είτε της θεωρητικής αθεΐας είτε προς τον ανορθολογισμό, τον πολλαπλασιασμό των αιρέσεων και της μαγείας. Οι ανθρωπόμορφοι θεοί του Ολύμπου χάνονται και ο λαός εγκαταλείπει τη λατρεία. Τη θέση των θεών, λαμβάνουν θεοποιημένοι ηγεμόνες.[23]

Επικουρισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Επικουρισμός υπήρξε άλλο ένα προϊόν της κατάρρευσης των παραδοσιακών θρησκειών τον 4ο και 3ο αιώνα ΠΚΕ. Ο Επικουρισμός διαβεβαιώνει για την ύπαρξη των θεών, ωστόσο τους αποδίδει υλική φύση, ηρεμία και αταραξία, ενώ δεν ασχολούνται με τα ανθρώπινα θέματα. Δεν δημιούργησαν τον κόσμο, δεν παρεμβαίνουν, δεν τιμωρούν ούτε ανταμείβουν. Δεν τους προσφέρει τίποτα η εξύμνηση τους. Επηρεασμένος από τον Λεύκιππο, Δημόκριτο και άλλους Ατομιστές, υποστήριξε μια υλιστική θεωρία στην οποία το Σύμπαν κυβερνάται από φυσικούς νόμους που δεν αλλάζουν και δε χρειάζεται κάποια θεία παρέμβαση.[26][27]

Ο επικουρικός Φιλόδημος ταξινόμησε τις διάφορες μορφές αθεϊσμού ως εξης[1]:

  1. Αυτοί που λένε οτι είναι άγνωστο αν υπάρχουν θεοί και πως μοιάζουν,
  2. Αυτοί που λένε ξεκάθαρα ότι δεν υπάρχουν θεοί, και
  3. Αυτοί που το υπονοούν.

Σύμφωνα με τον J. A. Fesugiere, o επικουρισμός μάλλον ανάγεται στην αντίδραση για τον φόβο των ανθρώπων για τους θεούς, η οποία φθείρει την ανθρωπότητα. Η απόρριψη των θεών ήταν η αντίδραση του ανθρώπου που θέλει να ελέγχει το πεπρωμένο του. Η άποψη αυτή γίνεται πιο έντονη στον επιφανέστερο συνεχιστή του Επίκουρο, τον Ρωμαίο Λουκρήτιο (100-50 ΠΚΕ), όπου στα ποιήματα του παρουσιάζει τους θεούς ως ανθρώπινα δημιουργήματα και τη θρησκεία υπεύθυνη για τη μοιρολατρία του ανθρώπου. Κατά τον Λουκρήτιο, ο Επίκουρος έσωσε την άνθρωπο από τη θρησκεία, καθώς με την ανατροπή της, του ξανάδωσε την αξιοπρέπεια του. Ο επικουρισμός, αποτέλεσε και μια πρώτη σοβαρή απόπειρα άθεης ηθικής, η οποία εδράζεται στην αναζήτηση της προσωπικής επίγειας ευτυχίας. Η ευτυχία ορίζεται ως η απουσία φυσικού πόνου και ψυχικής σύγχυσης. Αποκλειόταν η άσωτη ζωή η οποία ήταν πηγή δεινών. Για τον επικουρισμό, ιδίως όπως τον έκφρασε ο Λουκρήτιος, η κόλαση είναι το εγώ και οι φόβοι αποτελούν το υπαρξιακό άγχος, από το οποίο απαλλάσσεται οριστικά ο άνθρωπος με τον θάνατο του. [28]

Αργότερα, οι χριστιανοί θα απορρίψουν τον Επικουρισμό, διότι καθιστά το άτομο μοναδικό κύριο της μοίρα του. Επίσης, προβάλλει ως υπέρτατη αξία την αναζήτηση ηδονής ενώ ο χριστιανισμός εξαίρει την κακουχία και τον πόνο.[29]

O σκεπτικισμός του 2ου και 1ου αιώνα ΠΚΕ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά τις προειδοποιήσεις του Πλάτωνα, η παραδοσιακή θρησκεία κατέρρεε. Η άποψη των κυνικών για τους θεούς δεν είναι αποσαφηνισμένοι. Ο Αντισθένης διακήρυττε την ενότητα της θεότητας, ενώ ο Διογένης, με φήμη πως είναι άθεος, διακωμωδούσε τις θεότητες. Στα τέλη του 4ου αιώνα ΠΚΕ η αθεΐα ήταν αρκετά κοινή. Ο μαθητής του Θεόδωρου του Άθεου, Βίων Βορυσθενίτης ο Καρνεάδης δίδασκαν δημοσίως τη μη ύπαρξη του θεών. Ο Αρίσταρχος ο Σάμιος ενόχλησε, αλλά κανείς δεν τόλμησε να τον διώξει. Τον 2ο αιώνα ΠΚΕ, νέος νόμος εφαρμόστηκε που απαγόρευε στους φιλόσοφους να διδάσκουν την αθεΐα, όμως απεδείχθη αναποτελεσματικός.[29]

O αριστοτελισμός αποτέλεσε μια νέα τάση και παρά τη διαβεβαίωση για ύπαρξη του πρώτου κινούν, ωστόσο είχε έντονα υλιστικά στοιχεία με τους θνητούς να ζουν μια φορά, το σύμπαν είναι αιώνιο και άπλαστο. [30]

Κατά τον 2ο αιώνα ΠΚΕ, μετά την κατάκτηση της Ελλάδας από τους Ρωμαίους, ανθούν ο στωικισμός, ο επικουρισμός, ο σκεπτικισμός, όλα θετικά διακείμενα προς την αθεΐα. Οι θεοί λησμονούνται και το κενό το καλύπτει η αθεΐα στους αριστοκρατικούς κύκλους και η δεισιδαιμονία στον λαό. [31] Ο Λουκρήτιος, ο Βρούτος, ο Κάσσιος και ο Κικέρων, μαρτυρούν πως η αθεΐα ήταν διαδεδομένη εκείνη την εποχή. [31]

Αυτή την εποχή εμφανίστηκε ο Χριστιανισμός. Τότε υπήρχε πληθώρα θρησκειών: Μίθρας, Ίσις, Όσιρις, Κυβέλη, Ζεύς, καθώς και άλλες ανατολίτικες θρησκείες οι οποίες σχετίζονταν με την αστρολογία. Το 50 ΚΕ ο Παύλος απευθύνθηκε στην Αγορά της Αθήνας.Οι εξηγήσεις δεν έπεισαν, παρότι γενικά οι φιλόσοφοι της εποχής άκουγαν τους διάφορους περιηγητές από την Ανατολή. Ο Παυλικιανισμός απορρίφθηκε εξ αιτίας της ανάξιας εικόνας που απέδιδε στον Θεό, καθώς υποβιβαζόταν σε άνθρωπο. Επίσης, το να παραβαίνει τους νόμους της φύσης, ήταν πάλι προβληματικό. Για αυτό οι χριστιανοί θεωρούνταν άθεοι, ή αθεότατοι από ορισμένους. Τόσο οι χριστιανοί όσο και ειδωλολάτρες σύντομα θα χρησιμοποιούσαν τη λέξη «άθεος» για να κατηγορήσει ο ένας τον άλλο.[32][33]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. από την Μαρία Δαράκη, στο έργο της Une rligiosite sans Dieu (θρησκευτικότητα χωρίς θεό)

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Bremmer 2006, σελ. 12.
  2. Μινουά 2007, σελ. 55.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 3,6 Μινουά 2007, σελ. 56.
  4. Flood 2016.
  5. Bremmer 2006, σελ. 13: O Bremmer παραπέμπει στο Διογένη Λαέρτη 2,7 fragment A I DK
  6. Bremmer 2006, σελ. 14.
  7. 7,0 7,1 7,2 Μινουά 2007, σελ. 57.
  8. Μινουά 2007, σελ. 62-63.
  9. 9,0 9,1 Μινουά 2007, σελ. 66.
  10. 10,0 10,1 10,2 Μινουά 2007, σελ. 60.
  11. Μινουά 2007, σελ. 66-69:Στην υποενότητα: «Πλάτων: Ο πατέρας της μισαλλοδοξίας και της καταστολής της αθεΐας
  12. Μινουά 2007, σελ. 59.
  13. Μινουά 2007, σελ. 61-63.
  14. 14,0 14,1 14,2 Μινουά 2007, σελ. 64.
  15. Bremmer 2006, σελ. 18.
  16. Μινουά 2007, σελ. 65.
  17. Κικέρων, i. 42.
  18. 18,0 18,1 18,2 Bremmer 2006, σελ. 15.
  19. Riedweg 1990, σελ. 39-53.
  20. 20,0 20,1 Μινουά 2007, σελ. 72.
  21. Bremmer 2006, σελ. 16-17.
  22. Fragments of Euhemerus' work in Ennius' Latin translation have been preserved in Patristic writings (e.g. by Lactantius and Eusebius of Caesarea), which all rely on earlier fragments in Diodorus 5,41–46 & 6.1. Testimonies, especially in the context of polemical criticism, are found e.g. in Callimachus, Hymn to Zeus 8.
  23. 23,0 23,1 Μινουά 2007, σελ. 71.
  24. Πλούταρχος.
  25. Μινουά 2007, σελ. 74.
  26. BBC 2009.
  27. Long and Sedley 1985, σελ. 144-9.
  28. Μινουά 2007, σελ. 75-79.
  29. 29,0 29,1 Μινουά 2007, σελ. 79.
  30. Μινουά 2007, σελ. 80.
  31. 31,0 31,1 Μινουά 2007, σελ. 81.
  32. Bremmer 2006, σελ. 22.
  33. Μινουά 2007, σελ. 85.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρωτογενείς πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ακαδημαϊκά περιοδικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διαδίκτυο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]