Αθανάσιος Ραζή - Κότσικας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αθανάσιος Ραζή - Κότσικας
Athanasios Rasikotsikas.JPG
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1798
Μεσολόγγι
ΕθνικότηταΈλληνες
Χώρα πολιτογράφησηςΕλλάδα
Οθωμανική Αυτοκρατορία
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Πόλεμοι/μάχεςΕλληνική Επανάσταση του 1821

O Αθανάσιος Ραζή-Κότσικας ήταν αγωνιστής της Επανάστασης του 1821.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1798 και ήταν γόνος της Κεφαλλονίτικης οικογένειας των Ραζήδων, που είχε εγκατασταθεί στο Μεσολόγγι στις αρχές του 16ου ή του 17ου αι. Τέταρτος γιος του Αναστασίου Ραζή, συνένωσε μετά το 1824 το επώνυμό του με το πατρικό της μητέρας του (γένος Κότσικα), λόγω όρου σε προικοσύμφωνο προγόνου του, αναφερόμενος στα έγγραφα του Αγώνα ως Ραζηκότσικας αντί του μέχρι τότε Ραζής, αν και από τους συμπολίτες του αποκαλούταν Κότσικας.

Επανάσταση και αρχηγία στο Μεσολόγγι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 20 Μαΐου 1821 πρωτοστάτησε με άλλους προκρίτους της πόλης στην ύψωση της επαναστατικής σημαίας στο Μεσολόγγι και ορίστηκε από τη φρουρά των ενόπλων Μεσολογγιτών αρχηγός των «εντόπιων αρμάτων», με τον αδερφό του Γιαννάκη ως υπαρχηγό του. [1]

Το πρώτο μέλημά του ως στρατιωτικού αρχηγού της πόλης ήταν η οχύρωση του Μεσολογγίου και η φρούρηση των σημαντικότερων νησίδων της λιμνοθάλασσας. Έτσι, μεταξύ της 1ης Ιουνίου και 1ης Αυγούστου 1821 ολοκληρώνονται οι πρώτες οχυρωματικές εργασίες υπό την αποκλειστική του φροντίδα, υποστηριζόμενες οικονομικά από τον ίδιο, αλλά και τους εράνους των κατοίκων και την προσωπική τους εργασία χωρίς την παραμικρή ενίσχυση απ’ την κεντρική διοίκηση [2]. Την ίδια περίοδο έλαβε μέρος, ηγούμενος σώματος Μεσολογγιτών πολεμιστών, στην απελευθέρωση του Βραχωρίου (Αγρινίου, 28.5.1821).

Αφάνεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά την προσφορά του στον Αγώνα, η Ιστορία δεν αναγνώρισε ανάλογα τον μεγάλο αυτόν πατριώτη, γεγονός το οποίο προκύπτει από διάφορους λόγους.

Καταρχήν οι Μεσολογγίτες υπήρξαν θαλασσινός λαός χωρίς ιδιαίτερες σχέσεις με τον κλεφταρματολισμό, έχοντας μόνο ναυτικές πολεμικές εμπειρίες. Το γεγονός αυτό θα πρέπει να ληφθεί υπ’όψιν σε συνδυασμό με το ότι στη Ρούμελη – αντίθετα με το Μοριά – οι πιο γνωστοί ήταν οι οπλαρχηγοί των ορεινών περιοχών, οι οποίοι είχαν και τον πρώτο λόγο, και όχι οι προεστοί των κατοικημένων τόπων. Επίσης η συμμετοχή των Μεσολογγιτών στις κατά καιρούς στρατιωτικές ενέργειες των αρματολών και κλεφτών υπήρξε μάλλον πενιχρή, με εξαίρεση την σημαντική συμμετοχή της πόλης στην επανάσταση των Ορλωφικών (1769 – 1770), η οποία και κατέληξε στην καταστροφή του Μεσολογγίου και του αξιόλογου ναυτικού του από τους Αλβανούς και τους Δουλτσινιώτες στις 10 Απριλίου 1770, την ίδια ημερομηνία που 56 χρόνια αργότερα θα καταστρεφόταν και πάλι εκ θεμελίων.

Αυτοί κυρίως οι λόγοι δικαιολογούν το ότι ο Ραζή-Κότσικας, όπως και οι υπόλοιποι Μεσολογγίτες προεστοί, δεν ήταν αρχικά γνωστοί εκτός της περιοχής του Μεσολογγίου, όπως επίσης δικαιολογεί και το γεγονός της μη χορήγησης απ’ την αρχή του Αγώνα δικαιώματος στρατηγίας και στρατολογίας στον Ραζή-Κότσικα, παρόλο που ήδη ήταν οπλαρχηγός των ντόπιων, διοικώντας δύναμη της τάξης των 1100 και πλέον ανδρών.

Αντιπαράθεση με τον Α. Μαυροκορδάτο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διαμονή στην πόλη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεν μπορούν επίσης να παραβλεφθούν και οι άσχημες σχέσεις του με τον Μαυροκορδάτο ως ένας επιπλέον μοχλός για του παραγκωνισμού του πρώτου. Ο Μαυροκορδάτος στην προσπάθειά του να εδραιώσει τη θέση του εν μέσω αντιμαχιών και ερίδων των διαφόρων προσώπων και φατριών, προσπάθησε να δημιουργήσει φιλικές σχέσεις με τους επιφανέστερους οπλαρχηγούς της Δυτικής Χέρσου Ελλάδας και αρκετούς από τους Μεσολογγίτες προκρίτους, παραμερίζοντας όμως τον Ραζή-Κότσικα. Ταυτόχρονα, η υπεροπτική και αλαζονική συμπεριφορά του αποτέλεσε σημείο τριβής με την μεγάλη μερίδα των Μεσολογγιτών, οι οποίοι ειρωνικά τον προσφωνούσαν «πρίγκιπα», όπως άλλωστε του άρεσε να τον προσφωνούν οι ακόλουθοί του, όχι φυσικά με ειρωνική διάθεση. Η αντιπάθεια προς το πρόσωπό του εντάθηκε όταν ζητήθηκε απ’ την Μεσολογγίτικη κοινότητα να αναλάβει τα έξοδα του ιδίου και της πολυάριθμης και καλομαθημένης ακολουθίας του, η δε μετά από λίγο άρνησή τους να καταβάλλουν τα οφειλόμενα ποσά, επέσυρε τη μήνη του Μαυροκορδάτου. Τα πράγματα χειροτέρευσαν ακόμη περισσότερο όταν οι πολίτες του Μεσολογγίου υποχρεώθηκαν απ’ τον Μαυροκορδάτο να αναλάβουν τα έξοδα (καταλύματα, μισθοί, τροφοδοσία) των συνεχώς αφικνούμενων μη Μεσολογγίτικων στρατιωτικών σωμάτων, τα οποία έγειραν υπερβολικότατες αξιώσεις, απαιτώντας τη διαμονή τους σε οικήματα της αρεσκείας τους, αλλά και μισθοτροφοδοσία πέρα απ’ την πραγματική δυνατότητα της κοινότητας.

Τη συγκεκριμένη περίοδο έχει συντελεστεί το μεγαλύτερο μέρος της πρώτης οχύρωσης της πόλης, έτσι όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ωστόσο ο Μαυροκορδάτος, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Γάλλου αξιωματικού Μαξίμ Ραϋμπώ[3], φέρεται να οικειοποιείται τόσο την πατρότητα της ιδέας, όσο και την εκτέλεση των οχυρωματικών έργων, παραλείποντας οποιαδήποτε μνεία στον πραγματικό εμπνευστή και συντελεστή της οχύρωσης, όσο και των κατοίκων που την έφεραν σε πέρας[4]. Ο Σπ. Τρικούπης, προσκείμενος στον Μαυροκορδάτο, δεν θίγει το θέμα καθόλου.

Ήττα στο Πέτα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Μεσολογγίτες αρχικά φιλοξένησαν το εκστρατευτικό Ελληνικό σώμα που θα αναλάμβανε την σχεδιασμένη απ’ τον Μαυροκορδάτο εκστρατεία στην Ήπειρο από 23 Μαΐου έως 1η Ιουνίου, όμως δεν συμμετείχαν αποφασιστικά στη φιλόδοξη επιχείρησή του, παρά μόνο με δύναμη μόνο 50 ανδρών υπό τον Σπ. Πεταλούδη. Η ενέργεια αυτή των Μεσολογγιτών υπήρξε αποτέλεσμα της οξυδερκούς καθοδήγησης του Ραζή-Κότσικα, ο οποίος ορθώς προέβλεψε ότι αφενός οι Τούρκοι θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν την απουσία της Φρουράς της πόλης επιχειρώντας να καταλάβουν το Μεσολόγγι, αφετέρου ότι σε περίπτωση αποτυχίας της εκστρατείας του Μαυροκορδάτου στην Ήπειρο, η πόλη θα έμενε ουσιαστικά ανοχύρωτη. Παρ’όλα αυτά ο Ραζή-Κότσικας κατέβαλε 3.000 γρόσια για την συγκεκριμένη εκστρατεία[5].

Η εξέλιξη των γεγονότων με την καταστροφή των Ελληνικών δυνάμεων στο Πέτα[6] στις 4 Ιουλίου 1822 επιβεβαίωσε την πρόβλεψη του Μεσολογγίτη. Έτσι, όταν οι ενωμένοι στόλοι της Τουρκίας, Αιγύπτου και Αλγερίας προσέβαλαν επί δύο ημέρες το Βασιλάδι[7] (20 Ιουλίου 1822), αναχαιτίστηκαν από τον Ραζή-Κότσικα, ο οποίος επικεφαλής 50 περίπου συμπολιτών του και με 3-4 πυροβόλα, ματαίωσε κάθε εχθρικό σχέδιο. Η σημασία των νησίδων του Μεσολογγίου αποδείχτηκε με τραγικό τρόπο κατά τη διάρκεια της 3ης πολιορκίας από τον Κιουταχή και Ιμπραήμ της Αιγύπτου. Ο Μαυροκορδατικός Σπυρίδων Τρικούπης, ο οποίος αργότερα (1827) θα παντρευτεί και την αδελφή του Μαυροκορδάτου, Αικατερίνη, αναφέρει το σημαντικό γεγονός της Τουρκοαλγερινοαιγυπτιακής ήττας στο Βασιλάδι, παραλείπει όμως, σε αντίθεση με τα έγγραφα των Γενικών Αρχείων του Κράτους, να αναφέρει το όνομα του ηγέτη των Μεσολογγιτών.

Απ’ την άλλη, ο Μαυροκορδάτος, μετά την ήττα στο Πέτα, όχι μόνο δεν αντιλαμβάνεται την επιτυχία του Ραζηκότσικα, που ουσιαστικά απέτρεψε την πτώση του Μεσολογγίου και τον εγκλωβισμό των προς το νότο υποχωρούντων ελληνικών τμημάτων, αλλά απεναντίας στις επιστολές του προς τον στρατηγό Δυτ. Ελλάδας, Γεώργιο Βαρνακιώτη, αποκαλεί «ξευτελισμένον κόσμον» του Μεσολογγίτες επειδή δεν συμμορφώθηκαν με τις εντολές του. Ταυτόχρονα ο Ραζή-Κότσικας αποστέλλει επιστολή προς τον Μαυροκορδάτο, υποστηρίζοντας το ενδεχόμενο επιτυχούς άμυνας επί των οχυρώσεων του Μεσολογγίου[8], η συγκεκριμένη επιλογή όμως βρίσκει εκ διαμέτρου αντίθετο τον Μαυροκορδάτο, ο οποίος αποκαλεί το σχέδιο της οχύρωσης του Μεσολογγίου «Μωρόν και ανόητον»[9]:

...Πόσον με ετάραξεν η διάλυσις του στρατοπέδου του Πλατάνου είναι αδύνατον να σε το περιγράψω, και μάλιστα όταν είδα το μωρόν και ανόητον σχέδιον της οχυρώσεως του Μεσολογγίου, έγινα άλλος εξ’άλλου...

1η πολιορκία του Μεσολογγίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ωστόσο, με την έναρξη της 1ης πολιορκίας από τον Ομέρ Βρυώνη στις 25 Οκτωβρίου 1822, η ανέπαφη Φρουρά του Μεσολογγίου ενισχυμένη με άνδρες από το Αιτωλικό και υπολείμματα των τμημάτων του Μ. Μπότσαρη και Γ. Κίτσου, υπεράσπισαν τον «φράχτη», αναχαιτίζοντας επιτυχώς κάθε εχθρική ενέργεια εναντίον της πόλης κατά τις πρώτες κρίσιμες μέρες της πολιορκίας. Με την παρέλευση 15ημέρου και κατόπιν επανειλημμένων εκκλήσεων του Μαυροκορδάτου εισήλθαν δια θαλάσσης στην πολιορκημένη πόλη ενισχύσεις, οι οποίες ανέτρεψαν δραματικά το συσχετισμό δυνάμεων εις βάρος των πολιορκητών.

Το συγκεκριμένο 15ήμερο, έχει καταγραφεί [10] ότι υπήρχε σχέδιο που προέβλεπε την παράδοση της πόλης στους Τούρκους κατόπιν μυστικής συμφωνίας με μη Μεσολογγίτες οπλαρχηγούς. Ο Ραζή-Κότσικας, αφού πληροφορήθηκε την ύπαρξη του σχεδίου παράδοσης, συγκάλεσε πάνδημη συνέλευση των κατοίκων και προκαλώντας βίαιο επεισόδιο απέτρεψε κάθε υπονομευτική ενέργεια. Παρόλα αυτά, τόσο η αποτελεσματικότητα του «λασπότοιχου» (χαρακτηρισμός του Maxim Raybaud, του Olivier Voutier, αλλά και του Ιταλού Brengeri, στρατ. ακολούθων του Μ.), όσο και η νίκη των Ελληνικών όπλων θα αποδοθεί σχεδόν ολοκληρωτικά στον Μαυροκορδάτο (τόσο από τον Τρικούπη, αλλά και τον Ν. Σπηλιάδη).

Δυσφορία εναντίον των Σουλιωτών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εν τω μεταξύ, τα Σουλιώτικα στρατιωτικά τμήματα που είχαν μείνει στην πόλη μετά τη λύση της πολιορκίας, επιδεικνύοντας δυσήνια και ατίθαση συμπεριφορά, διόγκωναν τη δυσφορία των ντόπιων, οι οποίοι ήταν υποχρεωμένοι να ανέχονται τους Σουλιώτες να εγκαθίστανται συχνά δια της βίας, στις καλύτερες οικίες και αξιώνοντας μερίδες φαγητού δυσανάλογα περισσότερες απ’τον αριθμό των ανδρών που διέθεταν. Δεν έλειψαν και σοβαρές αιματηρές διενέξεις μεταξύ των Σουλιωτών, με τους Μποτσαραίους να τάσσονται με τον Γ.Τσόγκα και τους Τζαβελλαίους με τον Θ. Γρίβα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι εμφανώς χολωμένοι Μεσολογγίτες, θεώρησαν υπεύθυνη για την ανυπόφορη κατάσταση τη Γενική Αρμοστεία, κατάσταση που δυσχέρανε τις μεταξύ τους σχέσεις. Ως αποτέλεσμα αυτής της γενικότερης δυσαρέσκειας, ο Ι. Παπαδάκης, επικεφαλής των αρμοστών, έστειλε προς τον Μαυροκορδάτο επιστολή, στην οποία καταφέρεται εναντίον των Μεσολογγιτών και ιδίως κατά του Ραζή-Κότσικα προτείνοντας «… να επιπληχθώσιν και να σταθώσιν έξω του τόπου μερικόν καιρόν…»[11].

Υποδοχή του Λόρδου Βύρωνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ραζή-Κότσικας θα συμμετάσχει στην πανηγυρική υποδοχή του Λόρδου Βύρωνα. Εικάζεται ότι είναι αυτός ο φουστανελοφόρος δίπλα στον φραγκοφορεμένο Μαυροκορδάτο στον σχετικό πίνακα του Θεόδωρου Βρυζάκη[12]. Στις 17 Μαρτίου συνυπογράφει με άλλους προκρίτους της πόλης την ανακήρυξη του ποιητή ως «Ευεργέτου και πολίτου του Μεσολογγίου».

Αξιοσημείωτη είναι η συμβολή του στην ολοκλήρωση των εργασιών της οχύρωσης της πόλης, παραβλέποντας το ζήτημα της ονοματοδοσίας των οχυρών και απαλύνοντας τη δυσφορία και τα παράπονα των συμπολιτών του. Στις 16 Ιουνίου εγκαινιάζεται το οχυρό του Προκοπάνιστου με την επωνυμία «Οχυρό Λ. Βύρωνος», ενώ λίγο νωρίτερα είχε ολοκληρωθεί η οχύρωση του Βασιλαδίου. Την περίοδο αυτή όμως συνεχίζονται οι μικροταραχές στην πόλη μεταξύ Μεσολογγιτών και Σουλιωτών, οι οποίες καταλήγουν και σε αιματηρά επεισόδια με έναν νεκρό εκατέρωθεν. Ο Ραζή-Κότσικας δεν επιχείρησε να αποσοβήσει τα επεισόδια, έχοντας πληροφορηθεί ότι είχε σχεδιαστεί η δολοφονία του, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Κάρπου Παπαδόπουλου [13].

3η πολιορκία του Μεσολογγίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λίγο πριν από την έναρξη της 3ης πολιορκίας κι ενώ η στρατιά του Κιουταχή κατέβαινε προς το Μεσολόγγι, η αρμόδια επιτροπή έστειλε τον Νικόλα Στουρνάρη, που στο μεταξύ είχε διορισθεί αρχηγός της φρουράς του Μεσολογγίου και τον Ραζή-Κότσικα να συντονίσουν τα σώματα της υπαίθρου. Στις 10 Απριλίου 1825, με την υπ’ αριθμ 4461/10 διαταγή της προσωρινής διοικήσεως της Δυτ. Ελλάδας, ο Ραζή-Κότσικας διορίστηκε σύμβουλος του αρχηγού της Φρουράς Ν. Στουρνάρη.

Κατά τη διεξαγωγή του αγώνα της 3ης πολιορκίας, προκειμένου να προληφθούν κρούσματα απειθαρχίας, εκδόθηκε από τους ιθύνοντες ο πρωτοποριακός για την εποχή «Κανονισμός της εν τω Φρουρίω Υπηρεσίας του Στρατού», τον οποίο υπογράφει και ο Ραζή-Κότσικας, ο οποίος φέρεται κατά πολλούς και ως ο κύριος εμπνευστής του. Ο ίδιος, από την αρχή της πολιορκίας, επικεφαλής 422 πολεμιστών συμπολιτών του, ανέλαβε μαζί με τους 300 του Ανδρέα Ίσκου την άμυνα της κεντρικής και ζωτικής σημασίας κανονοστοιχίας (ντάπιας) Νο 12 (του Μάρκου Μπότσαρη ή Μεγάλη Ντάπια), όπου τον Ιούλιο του 1825 συνήφθησαν φονικότατες μάχες. Παράλληλα συμμετείχε σε εξορμήσεις εκτός των τειχών, τακτική που εφάρμοσε η Φρουρά απ’τον Ιούνιο του 1825.

Σύμφωνα με τον Σπύρο Μήλιο[14], στις 20 Ιουνίου εξόρμησε επικεφαλής των Μεσολογγιτών, ταυτόχρονα με τους άλλους οπλαρχηγούς, σε φονικότατη επιδρομή, που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο 200 και πλέον Τούρκων, με 3 Ελληνικές απώλειες, στις οποίες περιλαμβάνονταν και ο Ιταλός οχυρωματοποιός Ραζιέρι.

Λόγω της ευγλωττίας του, απόρροια της μόρφωσής του απ' την Μεσολογγιάδα (Παλαμαϊκή σχολή), ο Ραζή-Κότσικας συχνά αναλάμβανε τον ρόλο του διαπραγματευτή, όταν οι πολιορκητές πρότειναν συμφωνίες για την παράδοση της πόλης. Ακόμα κι όταν οι υπόλοιποι οπλαρχηγοί είχαν κλονιστεί και εξέταζαν σοβαρά την παράδοση της πόλης, με τεχνάσματα, απειλές αλλά και δωροδοκίες ο ίδιος κατάφερνε να ακυρώνει κάθε σχέδιο ή σκέψη παράδοσης του Μεσολογγίου.[15]

Οι μη Μεσολογγίτες οπλαρχηγοί αποστέλλουν την 17η Αυγούστου 1825 επιστολή, στην οποία αφού βεβαιώνουν την προσφορά του Μεσολογγίτη αρχηγού στον Αγώνα, ζητούν να του χορηγηθεί δίπλωμα στρατηγίας και δικαίωμα στρατολογίας. Το συγκεκριμένο έγγραφο υπογράφεται από τους ξένους οπλαρχηγούς, εκτός του Δ. Μακρή, γεγονός μάλλον ενδεικτικό για τις σχέσεις των δύο ανδρών. Τελικά, ύστερα από το αίτημα των οπλαρχηγών, αλλά και παρόμοιο αίτημα των Μεσολογγιτών, απονέμεται στις 4 Σεπτεμβρίου 1825 δίπλωμα στρατηγίας στον Ραζή-Κότσικα και δικαίωμα στρατολόγησης 150 ανδρών.

Η αρχηγία των ενόπλων στο Μεσολόγγι σταδιακά κατέστη εικονική κι έτσι στο τέλος του καλοκαιριού η διοίκηση της Φρουράς ανατέθηκε σε επιτροπή που απάρτιζαν οι Ν. Μπότσαρης, Κ. Τζαβέλλας, Α. Ίσκος, Ν. Στουρνάρης, Γ. Κίτσος και Αθ. Ραζηκότσικας, ο οποίος συμμετείχε ιδιαίτερα στον επισιτισμό των αμυνομένων. Ο Σπ. Μήλιος αναφέρει στα απομνημονεύματά του:

...δια τούτο, τον μεν Ραζηκότσικα επέμψαμεν εις Κάλαμον να αγοράση αλεύρι και να φέρη ταχέως στο Μεσολόγγι (Δεκ. 1825), υποσχεθέντες εις τούτον να το πληρώσωμεν όλοι οι οπλαρχηγοί και ημείς έπειτα να πληρωθώμεν από την Διοίκησην. Πλην από όσον έφερεν ο δυστυχής δεν έλαβεν ουδ’ οβολόν.

Τέλος, ανάμεσα στις πολλές αναφορές για την προσφορά του, φαίνεται ότι στις 28 Φεβρουαρίου 1826 κατόρθωσε να εφοδιάσει τη Φρουρά με 13.850 οκάδες καλαμπόκι και 630 οκάδες σιτάρι, ενώ στις 12 Μαρτίου 1826 με 7.000 οκάδες αλεύρι. Επιστολές οι οποίες εστάλησαν μετά τον θάνατό του ζητούσαν το αντίτιμο 15 βαρελιών πυρίτιδας απ’ το Λιβόρνο (21 Αυγούστου 1826), καθώς και το αντίτιμο για τυρί και καλαμπόκι που είχε αποσταλεί απ’ τον Κάλαμο[χρειάζεται αποσαφήνιση] την 4η Νοεμβρίου 1826.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ημερών της πολιορκίας, ο Ραζή-Κότσικας συμμετείχε σε όλες τις συσκέψεις, όπως και σε αυτή που αποφασίστηκε η Έξοδος. Επέβλεψε προσωπικά την κατασκευή των 4 ξύλινων γεφυρών που θα χρησιμοποιούσαν οι Εξοδίτες. Το βράδυ της Εξόδου ηγήθηκε των πολεμιστών του. Επικεφαλής 500 περίπου ενόπλων συμπολιτών του, έπεσε μαχόμενος, προσπαθώντας να καταλάβει εχθρικό οχύρωμα απέναντι απ’την ντάπια της Λουνέτας, προκειμένου να διευκολύνει την διέλευση των αμάχων απ’τη μεριά της λιμνοθάλασσας.

Δημοτικό τραγούδι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο "τραγούδι των Μεσολογγιτών", που αναφέρεται στην καταμέτρηση των επιζησάντων, στην τελευταία στροφή αναφέρεται η λύπη για το θάνατο του Αθανάσιου Ραζή-Κότσικα: "...παιδιά μ’ μας λείπ’ ο Κότσικας, μας λείπ’ ο αρχηγός μας".

Μνήμη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Επιτροπή Θυσιών και Εκδουλεύσεων επιδίκασε αρχικά στη σύζυγό του, Ελένη, τη σύνταξη 12 δρχ. μηνιαίως (βαθμού συνταγματάρχη) από το 1835, ενώ αργότερα με την υπ’αριθμ. 4 της 18.11.1876 απόφ. τον κατέταξε στην Α’ Τάξη των Αξιωματικών (στρατηγό), με αριθμό μητρώου 517.

Η μοναδική του κόρη υπήρξε σύζυγος του Μεσολογγίτη πρωθυπουργού Ζ. Βάλβη.

Η πόλη του Μεσολογγίου έχει δώσει το όνομά του σε δρόμο της πόλης και σχετικά πρόσφατα έδωσε το όνομά του σε μικρή πλατεία, αντικαθιστώντας αυτό του Αμερικανού προέδρου Τζ. Κέννεντυ.

Το Σπίτι του Ραζη-Κότσικα στεγάζει σήμερα το Κέντρο Λόγου και Τέχνης «Διέξοδος[1][νεκρός σύνδεσμος]». Στο ισόγειο της Διεξόδου υπάρχει μόνιμη μουσειακή συλλογή, ενώ στον πρώτο όροφο του κτιρίου φιλοξενείται έκθεση ζωγραφικής[16].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Η εκλογή του ως αρχηγού από τους συμπολίτες του προκύπτει από πλήθος πηγών. Ενδεικτικά αναφέρονται η από 17.8.1825 επιστολή των μη Μεσολογγιτών οπλαρχηγών προς την «Υπέρτατην Διοίκηση» στην οποία τον αναφέρουν με τον προαναφερθέντα βαθμό, η από 24.9.1825 αναφορά των 140 πολεμιστών της ντάπιας του Φραγκλίνου (Τερίμπιλε) προς τη Διευθυντική Επιτροπή, η «Ιστορία του Μεσολογγίου» του στρατηγού Νικ. Μακρή, Αθήνα 1957 κ.α.
  2. Στα συγγράμματα των Κ.Στασινόπουλου, Ι. Ραζή και Στεφ. Τσίντζου, διασώζονται οι ιδιόγραφοι λογαριασμοί του Α.Ραζηκότσικα που αφορούν τις οχυρωματικές εργασίες.
  3. Maxim Raybaud, Memoires sur la Grece, Paris 1824
  4. Τα γραφόμενα του Raybaud προφανώς επηρεάζουν τους Σπηλιώτη και Φιλήμονα, που ασχολήθηκαν με την ιστορία της Επανάστασης, ώστε αν και αντίθετοι του Μαυροκορδάτου να αποδίδουν την οχύρωση σ’ αυτόν («Δοκίμιον Ελλ. Επαν.» Δ’ σελ. 515).
  5. Αρχ. Μαυρ/του, τόμος 5, τεύχ. 2
  6. Ιστορία του Ελληνικού Κόσμου - Μάχη στο Πέτα
  7. Βασιλάδι - Ντολμάς, 25 και 28 Φεβρουαρίου 1826: Οι τελευταίες μάχες πριν την Έξοδο - ΑΙΧΜΗ | ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ[νεκρός σύνδεσμος]
  8. υπ’ αριθμ. 1145 (1174) 13 Σεπτ. 1822, αρχείο Μαυρ/του, τομ. 5ος, τευχ. 2, σελ.224
  9. Επιστολή προς τον Γ. Βαρνακιώτη 17.9.1822 – Κ. Στασινόπουλος «Μεσολογγίται» Αθήναι 1926, σελ.118.
  10. «Η Εστία» φυλ. 328, 24.1.1904, «Το Μεσολόγγι και ο Καραϊσκάκης»
  11. Αρχείο Μαυρ/του, τόμος 5ος, τευχ. 3, σελ. 269-272
  12. Πίνακας του Θ. Βρυζάκη
  13. Κ. Παπαδόπουλος, «Τα κατά Βαρνακιώτη» Μεσολόγγιον 1861, σελ. 194
  14. «Απομνημονεύματα» Αθήναι 1926 σελ. 27, 28
  15. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση που αναφέρει στην σελ. 27 των απομνημονευμάτων του ο Αρτέμης Μίχος. Την 17η Ιουλίου 1825 κι ενώ η Φρουρά δοκιμαζόταν από έλλειψη εφοδίων, αρκετοί μη Μεσολογγίτες οπλαρχηγοί εξέταζαν τον ενδεχόμενο αποδοχής των ευνοϊκών όρων που προσέφεραν οι τούρκοι ώστε να παραδώσουν την πόλη. Μεταξύ αυτών και ο γεροντότερος (Ν. Μπότσαρης), για τον οποίον ο Μίχος αναφέρει ότι κρατούσε στα χέρια του τη συνθήκη ώστε να ενεργήσει για την υπογραφή της. Αντιλαμβανόμενοι την αμφιταλάντευση των λοιπών οπλαρχηγών, ο Μήτρος Δεληγιώργης και ο Αθανάσιος Ραζηκότσικας, «λαβόντες μεθ’ εαυτών και τους σωματάρχας Λ. Βέικον και Ν. Ζέρβαν, δια τινός, ως λέγεται, χρηματικής προσφοράς, χορηγηθείσης εκ μέρους των εντοπίων Μεσολογγιτών», αντιτάχθηκαν και απειλώντας τους κλονισθέντες ακύρωσαν την σύναψη συνθήκης.
  16. Βασσάλου, Κυριακή. «Μεσολόγγι: Στα ήρεμα νερά της λιμνοθάλασσας». Ταξίδια (Καθημερινή). http://trans.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_taxgreece_100026_26/10/2007_209610. Ανακτήθηκε στις 2010-04-02. [νεκρός σύνδεσμος]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ρόκκος, Σπύρος - Κοσμάς (12-02-2008). «Αθανάσιος Ραζής - Κότσικας: ο Κεφαλονίτης Λεωνίδας της νεότερης Ελλάδας». kefalonitis.com. http://www.kefalonitis.com/plugins/p2_news/printarticle.php?p2_articleid=325. Ανακτήθηκε στις 02-04-2010. [νεκρός σύνδεσμος]
  • «Μεσολόγγι: Το έπος της μεγάλης πολιορκίας». Δ. Φωτιάδη, Εκδ. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1987.
  • «Αθ. Ραζηκότσικας: Ο χαρισματικός αρχηγός των οπλοφόρων Μεσολογγιτών κατά την περίοδο της Εθνικής Παλιγγενεσίας». Ν. Κολόμβα, Εκδ. Διέξοδος, Μεσολόγγι 2006.
  • «Η Ιστορία της πολιορκίας του Μεσολογγίου». A. Fabre, εκδόσεις πολύπλευρο, Μεσολόγγι 1999.
  • «Μεσολόγγι: Οι αθάνατοι πρόμαχοι». Ν. Κολόμβα, εκδ. Άλφα, Αθήνα 1998.
  • «Ιστορία του Μεσολογγίου». Χ. Ευαγγελάτου, Ρουμελιώτικες εκδ. Αθήνα 1959.
  • «Η Εποποιία της Κλείσοβας». Ν. Κολόμβα, εκδ. Συλ. ιστορικών μελετών Ιερού Αγώνος στη Στερεά Ελλάδα.
  • «Ημερολόγιον της πολιορκίας του Μεσολογγίου». J.J.Meyer, επιμέλεια Γ. Δροσίνη, εκδ. Συλλ. Αιτωλ/νων Καρδίτσας, Καρδίτσα 2002.
  • «Στρατιωτική Ιστορία – Σειρά Μεγάλες Μάχες». εκδ. Περισκόπιο, τευχ.12.
  • «Στρατιωτική Ιστορία». Εκδ. Περισκόπιο, τευχ. 22, Αθήνα, Ιούνιος 1998.
  • «Στρατιωτική Ιστορία». Εκδ. Περισκόπιο, τευχ. 100, Αθήνα, Δεκέμβριος 2004.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]