Αετός Ιθάκης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Περίληψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι έρευνες στον Αετό ξεκίνησαν στις αρχές του 19ου αιώνα και συνδέθηκαν στενά με το ερώτημα της Ομηρικής Ιθάκης. Οι βρετανικές ανασκαφές της δεκαετίας του 1930 ανέδειξαν τη θέση ως το σημαντικότερο οικισμό του νησιού στην πρώιμη εποχή του σιδήρου. Οι ανασκαφές στο πλαίσιο του «Odyssey Project», υπό την εποπτεία της Αρχαιολογικής Εταιρείας, τεκμηρίωσαν τη χρήση της θέσης κατά την υστερομυκηναϊκή περίοδο και φώτισαν την τοπογραφία του θρησκευτικού κέντρου και την οικιστική εξέλιξη της πόλης από τις απαρχές της μέχρι τον 1ο π. Χ. αιώνα.

Εισαγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αετός είναι ύψωμα (378 μ.) στη δυτική πλευρά της Ιθάκης, στο σημείο όπου το νησί χωρίζεται σε δύο μισά από στενό ισθμό. Στην κορυφή του υψώματος, που εποπτεύει τον όρμο του Πισαετού, βρισκόταν περιτειχισμένη ακρόπολη, ενώ ο οικισμός εκτεινόταν στο διάσελο μεταξύ Αετού και του όρους Μεροβίγλι ή Πεταλέϊκο. Τα νεκροταφεία βρίσκονταν στην ευρύτερη περιοχή γύρω από τους πρόποδες του Αετού.

Η ιστορία των ανασκαφών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πλούσια ερευνητική και ανασκαφική ιστορία της θέσης ξεκίνησε στις αρχές του 19ου αιώνα συνυφασμένη με το ερώτημα της ομηρικής Ιθάκης. Τα έτη 1801 και 1806 οι περιηγητές Edward Dodwell και William Gell επισκέφτηκαν την Ιθάκη και, φυσικά, τον Αετό. Σε βιβλίο του δεύτερου, που εκδόθηκε το 1807 και αποτέλεσε πυξίδα για τους ερευνητές του 19ου αιώνα, περιγράφονται αρχιτεκτονικά κατάλοιπα στην περιοχή του διάσελου του Αετού, βάσει των οποίων γίνεται προσπάθεια να αναπαρασταθεί το υποτιθέμενο ανάκτορο του Οδυσσέα. Πέραν της επίσκεψης του William Martin Leake το 1806 και κάποιων ανασκαφών του Charles-Philippe de Bosset, στρατιωτικού διοικητή του νησιού κατά τα έτη 1810-1813, σημαντικές είναι οι έρευνες των περιηγητών Otto Magnus von Stackelberg και John Frott Lee το 1812-1813 και του Carl Haller von Hallerstein το 1814, καθώς κατέγραψαν και σχεδίασαν λεπτομερειακά τα ανασκαφικά τους ευρήματα μεγάλο μέρος των οποίων έχει σήμερα χαθεί. Μεταξύ των ευρημάτων συγκαταλέγονταν και αρκετά από τους πρόποδες του Αετού, προερχόμενα κατά κύριο λόγο από τάφους κλασικών και ελληνιστικών χρόνων. Επικεντρωμένος στην ομηρική προβληματική, τα έτη 1868 και 1878 ο Heinrich Schliemann διεξήγαγε σύντομες ανασκαφές, πιθανότατα στην περιοχή γύρω από το ναΐδριο του Αγίου Γεωργίου, όπου και θα επικεντρώνονταν οι μελλοντικές έρευνες, αλλά και στην ακρόπολη. Συμπερασματικά διαπίστωσε ότι οι αναπαραστάσεις τού ανακτόρου από τον Gell ήταν φανταστικές. Το 1900 ο Wilhelm Dörpfeld επισκέφτηκε το χώρο χωρίς να τον ανασκάψει, ασκώντας αργότερα κριτική στον Schliemann για την αναζήτηση της ομηρικής Ιθάκης σε αυτή τη θέση· παράλληλα, χρονολόγησε τα τείχη της ακρόπολης στην αρχαϊκή εποχή. Κατά τι πιο εκτεταμένες ανασκαφές έλαβαν χώρα το 1904 από τον Ολλανδό Wilhelm Vollgraff, οι οποίες επικεντρώθηκαν στην περιοχή του διάσελου νότια του Αγ. Γεωργίου και σε ακτίνα 200 μέτρων: Πέραν κάποιων τάφων και επιτύμβιων στηλών καταγράφηκαν ευρήματα που προφανώς προέρχονταν από αποθέτη ιερού, όπως κάποιες πήλινες προτομές της θεάς Αρτέμιδος που μεταφέρθηκαν στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (ΕΑΜ) και δύο αναθηματικοί χάλκινοι μικροί πελέκεις. Οι πρώτες συστηματικές ανασκαφές στον Αετό έλαβαν χώρα κυρίως κατά τη δεκαετία του 1930 από τη Βρετανική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών υπό τους Walter A. Heurtley, Sylvia Benton, Helen Waterhouse κ.ά. Ερευνήθηκε η περιοχή νοτίως του Αγ. Γεωργίου που δεν είχε ανασκάψει ο Vollgraff και ήρθαν στο φως κτηριακά λείψανα και πλούσια κεραμική, κυρίως στην περιοχή των λιθοσωρών, των λεγόμενων «Cairns», νοτιοανατολικά της εκκλησίας (εικ. 2). Τα αποτελέσματα των ανασκαφών –που δημοσιεύθηκαν λεπτομερώς– ανέδειξαν τη θέση ως το σημαντικότερο οικισμό της Ιθάκης στην πρώιμη εποχή του σιδήρου. Με την εξαίρεση μελέτης του επίτιμου Εφόρου Αρχαιοτήτων Πέτρου Γ. Καλλιγά στα τέλη της δεκαετίας του 1970, που αφορούσε κάποια παλαιά ευρήματα από τον Αετό όπως και υποθέσεις για την ταυτότητα του προαναφερθέντος ιερού με τους αποθέτες, οι πιο πρόσφατες έρευνες στη θέση έλαβαν χώρα υπό την εποπτεία και μερική χρηματοδότηση της Αρχαιολογικής Εταιρείας από το 1984 και εντεύθεν, ως μέρος του προγράμματος «Odyssey Project» του Πανεπιστημίου Washington του St. Louis με επικεφαλής τον καθηγητή Σαράντη Συμεώνογλου. Παρότι βασικός στόχος των ανασκαφών που διενεργήθηκαν στο διάστημα 1984-1995 ήταν η αποκάλυψη μυκηναϊκών στρωμάτων, η έρευνα επεκτάθηκε και στην εξέλιξη του οικισμού στους ιστορικούς χρόνους. Επιπλέον, το πρόγραμμα περιελάμβανε επιφανειακή έρευνα της ευρύτερης περιοχής του διάσελου και της ακρόπολης, χαρτογράφηση (1:1000), αεροφωτογράφιση, διάφορες μετρήσεις με γεωλογικά όργανα και δειγματοληψίες της κατά τόπον χλωρίδας. Σημαντική συνισταμένη αποτέλεσε η επανεξέταση των ευρημάτων των βρετανικών ανασκαφών, κυρίως της κεραμικής και των κτηριακών λειψάνων στα «Cairns», καρπός της οποίας ήταν διδακτορική διατριβή της συνεργάτιδος της ανασκαφής Nancy Symeonoglou που ολοκληρώθηκε το 2002. Πρέπει να σημειωθεί, τέλος, ότι οι οχυρώσεις της ακρόπολης ερευνήθηκαν και κατά τη διάρκεια του δανοελληνικού προγράμματος επιφανειακής έρευνας Κεφαλονιάς και Ιθάκης (Randsborg 2002).

Η ακρόπολη και οι οχυρώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τις ανασκαφές της Αρχαιολογικής Εταιρείας έγιναν στο λόφο αρκετές τομές που επέτρεψαν κάποια αποτελέσματα. Η ακρόπολη περιβαλλόταν από τείχος κτισμένο κατά το πολυγωνικό και το ψευδοϊσόδομο σύστημα, στο εσωτερικό του οποίου υπήρχαν πύργοι και δεξαμενές. Δύο περαιτέρω περίβολοι διέτρεχαν τις κλιτύες του λόφου, που φαίνεται ότι ήταν εφοδιασμένοι με πύργους και πυλίδες. Κατά τον Συμεώνογλου, οι οχυρώσεις διακρίνονται σε δύο φάσεις. Τα πολυγωνικά τείχη κατασκευάστηκαν κατά το τελευταίο τέταρτο του 5ου αιώνα λόγω της ανάγκης οχυρώσεων που επέφερε η αναστάτωση του Επιδάμνιου πολέμου (435-427 π. Χ.). Ο τρίτος περίβολος και επιδιορθώσεις των παλαιότερων τειχών χρονολογούνται στον 4ο π. Χ. αιώνα. Ο ανασκαφέας συμπέρανε αρχικά ότι οι εκτεταμένες οχυρώσεις οδήγησαν στην αλλαγή του ονόματος της πόλης από Ιθάκη σε Αλαλκομενές, αλλαγή που αναφέρουν ο Στράβων (10,2,16) και ο Πλούταρχος (Αίτ. Ελλην. 43). Εναλλακτικά και λόγω της ύπαρξης λειψάνων οικιών στο λόφο, υπέθεσε ότι, μετά την οχύρωσή του, ο τελευταίος κατοικήθηκε παίρνοντας το όνομα Αλαλκομεναί, ενώ η υπόλοιπη πόλη διατήρησε το παλαιό της όνομα μέχρι και τα ρωμαϊκά χρόνια, όταν η πρωτεύουσα του νησιού μεταφέρθηκε στο Βαθύ. Πάντως, σύμφωνα με πορίσματα του δανοελληνικού προγράμματος επιφανειακής έρευνας που έλαβε χώρα τη δεκαετία του 1990, τα πολυγωνικά τείχη παρουσιάζουν ομοιότητες με εκείνα της Κράνης στην Κεφαλονιά και θα πρέπει να χρονολογηθούν γύρω στα 300 π. Χ. (Randsborg, τύπος 8).

Το θρησκευτικό κέντρο και οι κατοικίες της πόλης. Οι πλέον εκτεταμένες έρευνες έλαβαν χώρα στην περιοχή γύρω από το ναΐδριο του Αγ. Γεωργίου, που αποτελεί τον πυρήνα και θρησκευτικό κέντρο του οικισμού. Η τοπογραφική εξέλιξη του χώρου έχει ως εξής:

  1. Μυκηναϊκή περίοδος: Οι ανασκαφές έφεραν για πρώτη φορά στο φως επαρκή τεκμήρια για αυτή την περίοδο: Πρώτον, όστρακα της ΥΕ ΙΙΙ Α μέχρι και ΥΕ ΙΙΙ Γ εποχής, τα οποία αν και συχνά βρέθηκαν αναμεμιγμένα με όστρακα άλλων περιόδων αρκούν για να στοιχειοθετήσουν τη μυκηναϊκή χρήση της θέσης. Δεύτερον, την αποκάλυψη θεμελίων του μεγάλου κτηρίου Β κάτω από το λεγόμενο «λατρευτικό κύκλο» (βλ. παρακάτω) ανατολικά του ναϊδρίου. Το κτήριο, μήκους 22-25 μ., πλάτους 12 μ. και αρχικού ύψους μέχρι 8 μ. ήταν χτισμένο από εγχώριο ασβεστόλιθο, διέθετε διάδρομο και γενικά ομοίαζε κατασκευαστικά με τους θολωτούς τάφους. Στο κατώτερο στρώμα βρέθηκε μυκηναϊκή κεραμική, η οποία υποδηλώνει το χρόνο κατασκευής τού κτίσματος που έμεινε σε χρήση μέχρι και την καταστροφή του κατά τον πρώιμο 4ο π. Χ. αιώνα. Κατά τον ανασκαφέα, πρόκειται για δεξαμενή ή κρήνη, της οποίας οι μνημειώδεις διαστάσεις υποθετικά προσιδιάζουν στην «τυκτή κρήνη» που ο Όμηρος τοποθετεί στην άκρη της πόλης (ρ 204-211).
  2. Γεωμετρική περίοδος: Στην πρωτογεωμετρική εποχή ο οικισμός γνωρίζει αλματώδη ανάπτυξη, όπως δείχνει η άφθονη κεραμική που βρέθηκε κατά τις βρετανικές ανασκαφές στα «Cairns» και η οποία αποτελεί εξέλιξη της εντόπιας ύστερης μυκηναϊκής. Επιπλέον, οι ομοιότητες της κεραμικής του 8ου, αλλά και του 7ου π. Χ. αιώνα με εκείνη της Κορίνθου οδήγησαν παλαιότερα στο συμπέρασμα ότι ο Αετός αποτέλεσε κορινθιακή αποικία, άποψη που τώρα έχει εγκαταλειφθεί καθώς στην πλειονότητά τους τα αγγεία είναι προϊόντα εντόπιων εργαστηρίων που παραλλάσσουν ή προσαρμόζουν την κορινθιακή τεχνική. Ένα από αυτά παρήγαγε την κεραμική ομάδα «Ν. Κανδυλιώτης» με χαρακτηριστικά σημάδια ερυθρού χρώματος στις βάσεις των αγγείων. Πάντως, η εισηγμένη κεραμική καλύπτοντας ένα φάσμα από την Κρήτη μέχρι τις Πιθηκούσσες καθιστά σαφές το πυκνό δίκτυο επαφών του οικισμού. Ως προς τον τελευταίο, η Nancy Symeonoglou επανεξετάζοντας τα λεγόμενα «Cairns», τα οποία περιβάλλονται από καμμένη γη που περιέχει κεραμική και αφιερώματα, και συγκρίνοντάς τα με άλλους γεωμετρικούς οικισμούς, όπως εκείνον στα Νιχώρια Μεσσηνίας, τα ερμήνευσε ως κτηριακά κατάλοιπα της έδρας του τοπικού δυνάστη. Το παλαιότερο κτήριο C, που χρονολογείται στην ύστερη πρωτογεωμετρική εποχή, ήταν αψιδωτό με εστία και βόθρους, ενώ στο εσωτερικό του και έξω από αυτό βρέθηκαν υπολείμματα αγγείων που φανερώνουν προετοιμασία γευμάτων και άσκηση λατρείας στο χώρο. Τρεις αναλημματικοί τοίχοι (Ι-ΙΙΙ) νοτιοδυτικά του κτηρίου οριοθετούν τον ιερό χώρο και χρονολογούνται από την πρώιμη γεωμετρική εποχή μέχρι περίπου το 700 π. Χ. Όπως φαίνεται, τα «Cairns» αποτέλεσαν το πρώτο λατρευτικό κέντρο της θέσης, το οποίο, όπως έδειξε η Catherine Morgan, ταυτόχρονα λειτούργησε και ως χώρος προβολής της τοπικής ιθύνουσας τάξης που είχε τον έλεγχό τους.
  3. Αρχαϊκή-ελληνιστική περίοδος: Αμιγή θρησκευτικό χαρακτήρα αποκτά η περιοχή των «Cairns» κατά τον 7ο π. Χ. αιώνα. Από αυτή την περίοδο προέρχονται τα λείψανα του πλακόστρωτου ορθογώνιου κτηρίου E, μήκους 8 μ. και πλάτους 6 μ. στα βορειοανατολικά των λιθοσωρών, στο οποίο βρέθηκαν προτομές γυναικείας θεότητας, ενώ στην αρχαϊκή εποχή ανήκει και το κτήριο D (5x4 μ.) νότια του Αγ. Γεωργίου. Σε ένα από αυτά τα σχετικά μικρά κτήρια ανήκε ίσως αρχαϊκό δωρικό κιονόκρανο που αναγνωρίστηκε από τον Π. Καλλιγά στο προαύλιο του Αγ. Γεωργίου. Το κύριο ιερό φαίνεται ότι ήταν κτήριο βορειοανατολικά του Αγ. Γεωργίου που οι Βρετανοί είχαν χαρακτηρίσει ως «Hellenic Tower» (κτήριο Α), με προσανατολισμό προς το μαγνητικό βορρά, του οποίου η ανέγερση τοποθετείται στα τέλη του 6ου-αρχές του 5ου π. Χ. αιώνα σύμφωνα με την κεραμική που βρήκε ο Συμεώνογλου. Το 1986 στα θεμέλια του κτηρίου ήρθε στο φως όστρακο αμφορέα με την επιγραφή ΣΑΠ[ΟΛΛΩΝΙ] (IG IX, I2, 4, 1685) που ώθησε τον ανασκαφέα να ταυτίσει την κύρια θεότητα του ιερού με τον Απόλλωνα, καθότι και ο Όμηρος αναφέρει «άλσος υπό σκιερόν εκατηβόλου Απόλλωνος» στην Ιθάκη (υ 278). Ευρήματα ανασκαφών του 19ου αιώνα στο χώρο γύρω από τον Αγ. Γεώργιο (κτήμα Μαράτου), μεταξύ άλλων χάλκινο αγαλμάτιο Απόλλωνα με λύρα καθώς και ομάδα πήλινων προτομών Αρτέμιδος με ημισέληνο πάνω από το κεφάλι, τα οποία ο Π. Καλλιγάς ταύτισε τη δεκαετία του 1970 στο ΕΑΜ, στοιχειοθετούν τη λατρεία των δύο θεοτήτων στο διάσελο. Προς την ίδια κατεύθυνση συνηγορούν τα προαναφερθέντα ευρήματα του Vollgraff, αλλά και τρεις περαιτέρω πήλινες προτομές Αρτέμιδος με προέλευση από την Ιθάκη που η Αρχαιολογική Εταιρεία αγόρασε το 1886 και δώρισε στο ΕΑΜ (αρ. ευρ. 6043-6045), και οι οποίες δεν αποκλείεται να προέρχονται από τον Αετό. Επιπλέον, ανατολικά του ναού ερευνήθηκε από τον Συμεώνογλου υπαίθρια κυκλική κατασκευή διαμέτρου 13 μ. πάνω από το κτήριο Β, την οποία ορίζει περίβολος από ακανόνιστους λίθους και ερμηνεύτηκε ως «λατρευτικός κύκλος» του ιερού του Απόλλωνα.

Την εικόνα του θρησκευτικού κέντρου συμπληρώνει κτήριο βορειοδυτικά του «επιπεδώματος» που ανασκάφηκε το 1995. Το κτήριο, του οποίου η ανατολική πλευρά έχει χαθεί, είχε μήκος 15 μ. και στο κέντρο μικρό κυκλικό θάλαμο, νότια του οποίου βρέθηκε και ορθογώνιο βάθρο 4,10x1,60 μ. Η άφθονη κεραμική και τα αφιερώματα που βρέθηκαν χρονολογούνται από την ΥΕ ΙΙΙ Β μέχρι τις αρχές του 4ου π. Χ. αιώνα, όταν πιθανώς το κτήριο καταστράφηκε από σεισμό, και υποδεικνύουν την ύπαρξη δεύτερου μεγάλου ιερού στο διάσελο του Αετού.

Σημαντική ήταν η συμβολή της ανασκαφής Συμεώνογλου και στην έρευνα της οικιστικής ιστορίας της πόλης, η οποία εξαπλώθηκε βαθμηδόν στο διάσελο μεταξύ Αετού και Μεροβιγλίου. Ήρθαν στο φως λείψανα αρκετών κατοικιών που καλύπτουν το χρονολογικό εύρος από τα γεωμετρικά μέχρι τα ελληνιστικά χρόνια με αξιόλογα κινητά ευρήματα. Παραδειγματικά σημειώνεται εδώ οικία γεωμετρικής εποχής που αποκαλύφθηκε σε αδιατάρακτο στρώμα στο σημείο Η 23, στο εσωτερικό της οποίας ανασκάφηκαν μαγειρικά σκεύη και υστερογεωμετρικά όστρακα εντόπιας προέλευσης καθώς και κατεστραμμένη από πυρκαγιά υστεροκλασική κατοικία στο σημείο G 17, όπου βρέθηκε θησαυρός 28 αργυρών νομισμάτων του δευτέρου μισού του 4ου π. Χ. αιώνα, προερχομένων από την Κόρινθο, τη Λευκάδα και το Ανακτόριο.

Τα νεκροταφεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεγάλο μέρος των ευρημάτων στον Αετό προέρχεται από τάφους. Ιδιαίτερα τον 19ο αιώνα έλαβαν χώρα πολλές λαθρανασκαφές με εξαιρετικά ευρήματα που εξήχθησαν στο εξωτερικό, η πλειονότητα των οποίων έχει χαθεί. Κάποια από τα κτερίσματα, κυρίως εκείνα των ανασκαφών των Stackelberg και Lee, βρίσκονται στο Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης και στο Βρετανικό Μουσείο Λονδίνου. Πρόκειται για μεταλλικά κοσμήματα ή σκεύη εξαιρετικής τέχνης, για παράδειγμα αργυρή φιάλη του 4ου π. Χ. και κύπελλο του 3ου π. Χ. αιώνα από το ίδιο υλικό, αμφότερα στο Λονδίνο.

Το εύρος των νεκροταφείων επιβεβαιώνουν και πολυάριθμες επιτύμβιες επιγραφές σωζόμενων και χαμένων στηλών ή άλλων μνημείων υστεροκλασικής και ελληνιστικής περιόδου που βρέθηκαν σε διάφορα σημεία του Αετού (IG IX, I2, 4, αρ. 1636-1678 bis). Η ακριβής θέση των νεκροταφείων που ανασκάφηκαν στο παρελθόν στους πρόποδες του Αετού δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί, πάντως, όπως έδειξαν και οι έρευνες της Εταιρείας, εντοπίζεται στις κοιλάδες βόρεια και νότια του οικισμού. Ταφές γίνονταν και στο χώρο που βρίσκονται τα ιερά, τουλάχιστον στην ύστερη αρχαιότητα, όπως δείχνουν παλαιοχριστιανικοί τάφοι που αποκαλύφθηκαν από τον Συμεώνογλου το 1990 κάτω από την κόγχη του ιερού του Αγ. Γεωργίου.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Έργον 1984, 42-45.
  • Σ. Συμεώνογλου, Ανασκαφή Ιθάκης, ΠΑΕ 1984, 109-121.
  • Έργον 1985, 36-42.
  • Σ. Συμεώνογλου, Ανασκαφή Ιθάκης, ΠΑΕ 1985, 201-215.
  • Έργον 1986, 78-83.
  • Σ. Συμεώνογλου, Ανασκαφή Ιθάκης, ΠΑΕ 1986, 234-240.
  • Έργον 1987, 75-76.
  • Έργον 1988, 140.
  • Έργον 1989, 136-137.
  • Σ. Συμεώνογλου, Έρευνες Ιθάκης, ΠΑΕ 1989, 292-295.
  • Έργον 1990, 123-127.
  • Σ. Συμεώνογλου, Ανασκαφή Ιθάκης, ΠΑΕ 1990, 271-278.
  • Έργον 1992, 91-93.
  • Σ. Συμεώνογλου, Ανασκαφή Ιθάκης, ΠΑΕ 1992, 200-210.
  • Έργον 1995, 63-67.
  • Σ. Συμεώνογλου, Ανασκαφή Ιθάκης, ΠΑΕ 1995, 211-215.
  • W. Gell, The Geography and Antiquities of Ithaca (London 1807).
  • W. Vollgraff, Fouilles d’ Ithaque, BCH 29, 1905, 145-168.
  • W. A. Heurtley – H. Lorimer, Excavations in Ithaca, I. LH III-Protogeometric Cairns at Aetos, BSA 33, 1932-1933, 22-65.
  • W. A. Heurtley, Excavations in Ithaca, IV. Summary of the Work. Summary of Conclusions, BSA 40, 1939-1940, 1-13.
  • W. A. Heurtley – M. Robertson, Excavations in Ithaca, V: The geometric and later finds from Aetos, BSA 43, 1948, 1-124.
  • S. Benton, Further Excavations at Aetos, BSA 48, 1953, 55-358.
  • Π. Γ. Καλλιγάς, Αρχαιολογικά ευρήματα από την Ιθάκη, Κεφαλληνιακά Χρονικά 3, 1978-1979, 45-69.
  • H. Waterhouse, From Ithaka to the Odyssey, BSA 91, 1996, 301-317.
  • Ch. Souyoudzoglou-Haywood, The Ionian Islands in the Bronze Age and Early Iron Age, 3000-800 B C (Liverpool 1999), 95, 111-117.
  • N. E. W. Symeonoglou, The Early Iron Age Pottery and Development of the Sanctuary at Aetos, Ithaka (Greece), αδημοσίευτη διδ. διατριβή, (Washington 2002).
  • Ευ. Βικέλα, Η Ιθάκη και το άλλο Ιόνιο από την Προϊστορία έως τον 5ο αι. π. Χ. Συγκλίσεις και αποκλίσεις, σε: Έ. Walter-Καρύδη (επιμ.), Μύθοι, κείμενα, εικόνες. Ομηρικά έπη και αρχαία ελληνική τέχνη. Από τα Πρακτικά του ΙΑ΄ Διεθνούς Συνεδρίου για την Οδύσσεια. Ιθάκη, 15-19 Σεπτεμβρίου 2009 (Ιθάκη 2010), 25-64.
  • Α. Χωρέμη-Σπετσιέρη, Τα νησιά του Ιονίου Πελάγους κατά τους ιστορικούς χρόνους, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, αρ. 269 (Αθήνα 2011), 37-42.
  • G. Livitsanis, The Archaeological Work of the 35th Ephorate For Prehistoric and Classical Antiquities at Ithaca. A Brief Presentation, Pharos 19, 1, 2013, 95-126.

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]