Αδελαΐδα ντελ Βάστο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αδελαΐδα ντελ Βάστο
Répudiation d'Adélaïde de Montferrat.png
Ο Βαλδουίνος Α΄ της Ιερουσαλήμ αναγκάζεται να αποκηρύξει τη 2η σύζυγό του Αδελαΐδα, διότι ζούσε ακόμη η 1η σύζυγός του.
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Adelasia del Vasto (Ιταλικά)
Γέννηση1072
Σαβόνα
Θάνατος16  Απριλίου 1118
Πάττι
Τόπος ταφήςΣικελία
ΘρησκείαΚαθολικισμός
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητασύζυγος ηγεμόνα
Οικογένεια
ΣύζυγοςΡογήρος Α΄ της Σικελίας (1089–1101)
Βαλδουίνος Α΄ της Ιερουσαλήμ (1113–1117)
ΤέκναΣίμων της Σικελίας
Ρογήρος Β΄ της Σικελίας
Matilde di Altavilla
ΓονείςManfredo Incisa del Vasto[1] και Μαμφρέδος Α΄ του Σαλούτσο
ΟικογένειαΟίκος των Αλεράμιτσι και Del Vasto
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΑντιβασιλέας
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Η Αδελαΐδα ντελ Βάστο (Ιταλικά : Adelaise, Adelasia, Azalaïs, περί το 1075 - 16 Απριλίου 1118) ήταν κόμισσα της Σικελίας ως τρίτη σύζυγος του Ρογήρου Α΄ της Σικελίας και βασίλισσα της Ιερουσαλήμ μέσω του γάμου της με τον Βαλδουίνο Α΄ της Ιερουσαλήμ. Διετέλεσε αντιβασίλισσα της Σικελίας για λογαριασμό του ανήλικου γιου της Ρογήρου Β΄ που έγινε αργότερα ο πρώτος Βασιλιάς της Σικελίας (1101 - 1112). Η Αδελαΐδα ντελ Βάστο ήταν κόρη του Μάνφρεντ ντελ Βάστο, τα αδέλφια του πατέρα της ήταν ο Βονιφάτιος ντελ Βάστο Μαρκήσιος της Δυτικής Λιγυρίας και ο Άνσελμος ντελ Βάστο. Ο θείος της είχε ενεργό πολιτικό ρόλο στην περιοχή της Λιγυρίας, ένα έγγραφο που σχετίζεται με τον Ρογήρο Α΄ τον περιγράφει σαν τον "πιο διάσημο μαρκήσιο στην Ιταλία".[2] Η οικογένεια του πατέρα της ήταν κλάδος του Οίκου των Αλεράμιτσι, από την ίδια οικογένεια καταγόταν ο Αλεράμο του Μομφερράτου. Οι πατρικοί παππούδες της ήταν ο Τέτο Β΄ ντελ Βάστο και η Βέρθα του Τορίνο κόρη του Ούλρικ Μάνφρεντ Β' του Τορίνο.

Αντιβασίλισσα της Σικελίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αδελαΐδα παντρεύτηκε τον Ρογήρο Α΄ την ίδια εποχή που η αδελφή της παντρεύτηκε τον νόθο γιο του συζύγου της Ιορδάνη των Ωτβίλ. Ο ηλικιωμένος Ρογήρος Α΄ πέθανε (1101) και η Αδελαΐδα έγινε αντιβασίλισσα για λογαριασμό των ανήλικων γιων της σε ηλικία μόλις 26 ετών.[3] Την περίοδο που κυβέρνησε ο Χριστόδουλος (εμίρης) έγινε ο πρώτος Εμίρης της Σικελίας με απεριόριστες στρατιωτικές και δικαστικές εξουσίες, η πρωτεύουσα της κομητείας μεταφέρθηκε από την Μίλητο στην Καλαβρία στο Σικελικό Παλέρμο. Αμέσως μετά την ανάληψη της αντιβασιλείας από την Αδελαΐδα ξέσπασαν εξεγέρσεις σε πολλά μέρη στην Σικελία και την Καλαβρία.[4] Ο Νορμανδός μοναχός Όρντερικ Βιτάλις έγραψε ότι η Αδελαΐδα τις κατέστειλε όλες με μεγάλη αποφασιστικότητα.[5] Η μεγάλη στρατιωτική δύναμη που χρησιμοποίησε για την καταστολή δεν αμαύρωσε καθόλου την φήμη της σαν ηγεμόνα.

Ο ηγούμενος Αλέξανδρος του Τελίσε στο έργο του "Βιογραφία του πρώτου βασιλιά της Σικελίας Ρογήρου Α΄" την περιγράφει σαν "πολύ συνετή γυναίκα που κυβερνούσε με μεγάλη δικαιοσύνη την κομητεία".[6] Ελληνικά και Αραβικά διατάγματα (1109) την περιγράφουν "μεγάλη γυναίκα ηγέτη, προστάτιδα της χριστιανικής πίστης".[7] Ο μεγαλύτερος γιος της Σίμων πέθανε σε ηλικία μόλις 12 ετών (1105), παρέμεινε ο μικρότερος αδελφός του Ρογήρος Β΄ που έφτασε στην ενηλικίωση το 1112.[8] Ο Ρογήρος Β΄ ανέλαβε τον έλεγχο της κομητείας το 1112 αλλά η μητέρα του εξακολουθούσε να έχει την πραγματική εξουσία όπως φαίνεται από τις υπογραφές στα διατάγματα.[9] Η Αδελαΐδα και ο Ρογήρος Β΄ προτίμησαν να κυβερνήσουν με τοπικούς Σικελούς αξιωματούχους αντί να εισάγουν ξένους, αυτό έδειξε ότι ήταν προσαρμοσμένοι στον πληθυσμό του νησιού.[10] Οι δωρεές της στα τοπικά Ελληνικά μοναστήρια ήταν πολύ προσεκτικές, προσπάθησε να δείξει σεβασμό στις θρησκευτικές αρχές του νησιού.[11] Με την επίδραση της Αδελαΐδας ο αδελφός της Ερρίκος ντελ Βάστο πήρε δώρο το Πατερνό και την Μπουτέρα, παντρεύτηκε επιπλέον την θετή της κόρη Φλαντίνα των Ωτβίλ.

Βασίλισσα της Ιερουσαλήμ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη σύζυγος του Βαλδουίνου Α΄ της Ιερουσαλήμ Γκολντεχίλδη πέθανε στην Α΄ Σταυροφορία, ο Βαλδουίνος Α΄ παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο μία ευγενή από την Αρμενία την Άρντα επειδή αναζητούσε συμμαχία με τους Αρμενίους την εποχή που ήταν κόμης της Έδεσσας. Όταν έγινε βασιλιάς της Ιερουσαλήμ δεν χρειαζόταν περισσότερο την συμμαχία με την Αρμενία και πίεσε την Άρντα να αποσυρθεί σε μοναστήρι (1105). Ο Βαλδουίνος Α΄ αναζητούσε μιά τρίτη σύζυγο, ο Λατίνος πατριάρχης της Ιερουσαλήμ Ανρούλφ του Τσοκ του πρότεινε την Αδελαΐδα χήρα του βασιλιά της Σικελίας Ρογήρου Α΄, έστειλε απεσταλμένους στην Σικελία να συζητήσουν τους όρους.

Η Αδελαΐδα απαίτησε να διαδεχτεί ο γιος τους το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ, αν δεν έκαναν παιδιά θα το κληρονομούσε ο Ρογήρος Β΄, η Αδελαΐδα έφερε μαζί της ένα τεράστιο ποσό χρημάτων, Μουσουλμάνους τοξότες και χιλιάδες Σικελούς στρατιώτες. Ο διάδοχος ωστόσο δεν ήρθε γρήγορα και οι εχθροί του Βαλδουίνου Α΄ τον κατηγόρησαν σαν δίγαμο αφού η Άρντα ήταν ακόμα ζωντανή, ο πατριάρχης Αρνούλφος που σύστησε στον βασιλιά τον γάμο καθαιρέθηκε. Ο Πάπας Πασχάλης Β΄ συμφώνησε να τον αποκαταστήσει (1116) υπό την προϋπόθεση να ακυρώσει τον γάμο του Βαλδουίνου Α΄ με την Αδελαΐδα, ο Βαλδουίνος συμφώνησε επειδή αρρώστησε και θεώρησε την ασθένεια του θεία τιμωρία για την διγαμία του. Η υπογραφή του διαζυγίου έγινε στην Άκρα (1117), η Αδελαΐδα επέστρεψε στην Σικελία.

Θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αδελαΐδα πέθανε (16 Απριλίου 1118) αλλά ο Ρογήρος Β΄ ήταν εξοργισμένος με την κοροϊδία, σε ολόκληρη την ζωή του δεν ξέχασε ποτέ το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Τριάντα χρόνια αργότερα αρνήθηκε να βοηθήσει τα Σταυροφορικά κράτη στην Β΄ Σταυροφορία, ο Γουλιέλμος της Τύρου γράφει σχετικά με το θέμα : "Ο γιος της Αδελαΐδας ήταν βαριά εξοργισμένος, μισούσε θανάσιμα το βασίλειο της Ιερουσαλήμ και τον λαό του. Όλοι οι Ευρωπαίοι πρίγκιπες έστειλαν κάποια βοήθεια, ο Ρογήρος ποτέ, ακόμα και οι διάδοχοι του αρνήθηκαν να συμφιλιωθούν, δεν προχώρησαν ποτέ σε καμιά φιλική πράξη. Η βοήθεια από την Σικελία θα ήταν πολύ εύκολο να έρθει, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο βασίλειο αλλά ένας ολόκληρος λαός πλήρωσε κάποιο εγκληματικό σφάλμα ενός ανθρώπου".[12]

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τον πρώτο της σύζυγο Ρογήρο Α΄ των Ωτβίλ (1089) κόμη της Σικελίας απέκτησε :

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Charles Cawley: «Medieval Lands». (Αγγλικά) Charles Cawley, "Medieval Lands", 2006-2013.
  2. Kenneth Baxter Wolf, The Deeds of Count Roger of Calabria and of His Brother Duke Robert Guiscard (Ann Arbor: University of Michigan Press, 2005), σ. 189
  3. Hubert Houben, Roger II of Sicily: A Ruler Between East and West (Cambridge: Cambridge University Press, 2002), σ. 24
  4. Graham A. Loud, Roger II and the Making of the Kingdom of Sicily (Manchester: Manchester University Press), σ. 10
  5. Hubert Houben, Roger II of Sicily: A Ruler Between East and West (Cambridge: Cambridge University Press, 2002), σ. 24
  6. Graham A. Loud, Roger II and the Making of the Kingdom of Sicily (Manchester: Manchester University Press)
  7. Hubert Houben, Roger II of Sicily: A Ruler Between East and West (Cambridge: Cambridge University Press, 2002)
  8. Hiroshi Takayama, The Administration of the Norman Kingdom of Sicily (Leiden: E.J. Brill, 1993), σ. 40
  9. Hiroshi Takayama, The Administration of the Norman Kingdom of Sicily (Leiden: E.J. Brill, 1993), σ. 47
  10. Hubert Houben, Roger II of Sicily: A Ruler Between East and West (Cambridge: Cambridge University Press, 2002), σ. 150
  11. Hubert Houben, Roger II of Sicily: A Ruler Between East and West (Cambridge: Cambridge University Press, 2002), σ. 26
  12. William of Tyre as quoted in Hubert Houben, Roger II of Sicily: A Ruler Between East and West (Cambridge: Cambridge University Press, 2002), σ. 28

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Geoffrey Malaterra, "The Deeds of Count Roger of Calabria and Sicily and of his Brother Duke Robert Guiscard"
  • Alio, Jacqueline. 2018. Queens of Sicily 1061-1266. New York: Trinacria.
  • Bernard Hamilton, "Women in the Crusader States: The Queens of Jerusalem", in Medieval Women, edited by Derek Baker. Ecclesiastical History Society, 1978.
  • Pasquale Hamel, Adelaide del Vasto, Regina di Gerusalemme. Palermo: Sellerio Editore, 1997.
  • Alan V. Murray, The Crusader Kingdom of Jerusalem: A Dynastic History, 1099-1125. Prosopographica and Genealogica, 2000.
  • Brown, Gordon S. 2003. The Norman Conquest of Southern Italy and Sicily. Jefferson: McFarland & Company.
  • Cilento, Adele and Alessandro Vanoli. 2008. Arabs and Normans in Sicily and the South of Italy. New York: Riverside.
  • Houben, Hubert. 2002. Roger II of Sicily: A Ruler between East and West. Cambridge: Cambridge University Press.
  • Loud, Graham A. 2012. Roger II and the Making of the Kingdom of Sicily. Manchester: Manchester University Press.
  • Mayer, Hans Eberhard. 1972. "Studies in the History of Queen Melisende of Jerusalem." Dumbarton Oaks Papers 26: 93-182.
  • Takayama, Hiroshi. 1993. The Administration of the Norman Kingdom of Sicily. Leiden: E.J. Brill.
  • Wolf, Kenneth Baxter. 2005. The Deeds of Count Roger of Calabria and Sicily and of His Brother Duke Robert Guiscard. Ann Arbor: University of Michigan Press.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Adelaide del Vasto της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).