Αγριόγατα της Πάμπας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ο Josef Dobrovský (17 Αυγούστου 1753 – 6 Ιανουαρίου 1829) ήταν μελετητής της τσέχικης γλώσσας, της αρχαιότητας και κύριος ιδρυτής της συγκριτικής σλαβικής γλωσσολογίας. Εκπαιδευμένος για το ρωμαιοκαθολικό ιερατείο, ο Dobrovský αφιερώθηκε ακούραστα στην έρευνά του στα αρχαία σλαβικά χειρόγραφα και ταξίδεψε ευρέως, κυρίως στη Ρωσία και τη Σουηδία το 1792, αναζητώντας έργα που αφαιρέθηκαν κατά τη διάρκεια του Τριακονταετούς Πολέμου. Η κειμενική κριτική του για τη Βίβλο τον οδήγησε να μελετήσει την Παλαιοεκκλησιαστική Σλαβική και, στη συνέχεια, τις Σλαβικές γλώσσες ως ομάδα. Η πολυμάθειά του επεκτάθηκε τελικά σε όλους τους τομείς της σλαβικής λογοτεχνίας, της γλώσσας , της ιστορίας και των αρχαιοτήτων.

Το πρώτο από τα τρία σημαντικότερα έργα του ήταν το “Geschichte der böhmischen Sprache und Literatur” το 1792 («Ιστορία της Βοημικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας»), η οποία περιελάμβανε σκέψεις για πολλά προηγούμενα έργα που αποσιωπήθηκαν λόγω του προτεσταντικού θρησκευτικού τους περιεχομένου. Η γραμματική του στα Τσεχικά “Lehrgebäude der böhmischen Sprache” το 1809 («Σύστημα Εκμάθησης της Βοημικής Γλώσσας»), κωδικοποίησε τη γλώσσα και έβαλε τάξη στη χρήση της λογοτεχνικής γλώσσας που είχε παραμεληθεί τα προηγούμενα 150 χρόνια. Τα θεμέλια των συγκριτικών σλαβικών σπουδών τέθηκαν στη γραμματική του Dobrovský της “Old Church Slavonic” του 1815 (Παλαιά Εκκλησιαστική Σλαβονική). Ξεκινώντας θέτει τις βάσεις του γλωσσικού ρομαντισμού των Σλάβων οι οποίοι θεωρούσαν πως η γλώσσα είναι εργαλείο επικοινωνίας και εξαρτάται αποτελεσματικά από τον βαθμό διαύγειας των ιδεών που εκφράζονται από τον ομιλητή. Μια σωστή γραμματική είναι η ιστορία της γλώσσας. Μια λογοτεχνική γλώσσα βασίζεται στην ανάπτυξη των διαλέκτων της κάθε περιοχής και δείχνει την ανάπτυξη του πολιτισμού της χώρας. Η χρήση της γλώσσας μέσω των λογοτεχνικών έργων προσδιορίζει τι είναι σωστό και τι όχι στη γλώσσα, ο γλωσσολόγος είναι ο νομοθέτης της γλώσσας αφού είναι εκείνος που αποφασίζει ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος στη χρήση της γλώσσας και η ορθογραφία μιας λέξης βασίζεται στο φυσικό κανόνα «γράφεις όπως το ακούς». Η ιδέα του Dobrovsky ήταν να δημιουργήσει μια λογοτεχνική γραμματική η οποία να περιέχει την πραγματική ιστορία της γλώσσας. Προέβαλε το βασικό πρόβλημα της σλάβικης λογοτεχνικής γλώσσας, το λεξιλόγιο, και το δικό του διακριτικό μοντέλο που βασίζεται στην κομψότητα, σταθερότητα και συνέχεια της γλώσσας. Σύμφωνα με τον Dobrovsky έχουν επιβιώσει τρία αλφάβητα, το Γλαγολιτικό, το Κυριλλικό και το Λατινικό και ταυτόχρονα τρία διαφορετικά συστήματα συλλαβισμού για κάθε γράμμα, τα οποία συγχωνεύτηκαν στις παραδοσιακές διαλέκτους. Στην αρχή οι διάλεκτοι δεν είχαν τόσες διαφορές μεταξύ τους όμως με την πάροδο διακοσίων χρόνων απέκτησαν ένα μεγάλο χάσμα ανάμεσα τους για αυτό και αποτελούσαν ξεχωριστή ενότητα η κάθε μια. Η γραφή των Σλοβένων βασίζεται στα παλιά Προτεσταντικά κείμενα του 16ου αιώνα και για το λόγο αυτό οι ακόλουθοι των Vaclav Pohl και Father Marko Pohlin δημιούργησαν μια γραφή πολύ κοντά σε αυτή των παλαιών κειμένων με μικρές μόνο διαφορές στην παραδοσιακή γραμματική η οποία να περιλαμβάνει και τις ιδιομορφίες του συλλαβισμού. Για την παλιά σερβική λογοτεχνία χρησιμοποιούνταν τα Εκκλησιαστικά Σλαβονικά όμως μετά τη δημιουργία της διαλέκτου Stokavski η Ρωσική και η Εκκλησιαστική Σλαβονική άρχισαν να εντάσσονται και αυτές στη γλώσσα της λογοτεχνίας με την ονομασία Ρωσοσλαβονική. Μετά από πενήντα χρόνια η διάλεκτος Stokavski άλλαξε και διαχωρίστηκε σε δύο άλλες γλώσσες, τη Σλοβενική και την Σερβοκροατική. Αντίθετη άποψη με τον Dobrovsky είχε ο Kopitar, αν και ήταν πολύ καλοί φίλοι για περισσότερα από είκοσι χρόνια και ο μοναδικός Σλαβολόγος στη Βιέννη. Ο Kopitar θεωρούσε ότι το Σλαβικό μοντέλο χαρακτηρίζεται από την παράδοση, τη βασική γραμματική του 16ου αιώνα, τη σταθερότητα και τη συνέχεια σε αντίθεση με τις αυθαίρετες πρακτικές των σύγχρονών του. Όλη του τη ζωή αδιάκοπα έψαχνε μια ιδανική «ορθογραφική μεταρρύθμιση» για όλο το Δυτικό σλαβικό πληθυσμό και για τις Νότιες σλαβικές γλώσσες. Προσπάθησε να καθιερώσει την εισαγωγή ενός ομοιομόρφου συστήματος ορθογραφίας ανάμεσα σε αυτό που ακούγεται και το συμβολισμό του. Και οι δυο με χιλιάδες άρθρα για τα γλωσσολογικά θέματα που τους αφορούσαν δημιούργησαν μια μοναδική επιτομή της σλαβικής φιλολογίας η οποία είναι αφιερωμένη στην Παλιά Εκκλησιαστική Σλαβική παράδοση. Ταυτόχρονα η επιστημονική διαμάχη τους για την προέλευση της Παλαιοεκκλησιαστικής σλαβονικής δεν σταμάτησε να υφίσταται. Ο Dobrovsky, ως ρεαλιστής, δεν απαντά για χρόνια στην έκκληση του Kopitar να γίνει “Cyrillus alter Slavorum” και έτσι ένα ρομαντικό όνειρο παρέμεινε όνειρο. Ο Dobrovsky και ο Kopitar λογομάχησαν και με τον Karamzin και τον Vidakovic εξαιτίας του ερωτήματος αν είναι μια γλώσσα νεκρή ή ζωντανή. Οι Dobrovsky και Kopitar θεωρούσαν ότι αν είναι νεκρή μπορεί να είναι αναλυτική, να χρησιμοποιηθεί στη Θεία Λειτουργιά, όπως τα Λατινικά, όμως δεν μπορεί ποτέ να γίνει εργαλείο επικοινωνίας σε μια κοινωνία και δεν μπορεί να παράγει τις κλασικές αξίες, μόνο οι ζωντανές γλώσσες μπορούν να τα κάνουν αυτά. Κλείνοντας, τα πρότυπα της λογοτεχνίας της Τσεχίας, της Σλοβενίας και της Σερβοκροατίας διαμορφώθκηαν κατά το πρώτο κύμα του γλωσσικού ρομαντισμού. Είναι τρεις ανεξάρτητες, πρωτότυπες και διαφορετικές γλωσσικές προϋποθέσεις, προσδιορίσιμες ως προς το βάρος της υπάρχουσας παράδοσης, το εύρος της διαλεκτικής διαφοροποίησης και τις γλωσσικές έννοιες των δημιουργών τους. Επιπλέον, ο αντίκτυπος του Dobrovsky στη γλωσσική αναγέννηση των Νότιων Σλάβων είναι περισσότερο γενικός παρά συγκεκριμένος και περιορίζεται στη διαμόρφωση μοντέλων λογοτεχνικών γλωσσών. Τέλος τα δύο βασικά μοντέλα που συζητήθηκαν διαφέρουν ως προς τη σχέση τους με τα συστατικά μιας λογοτεχνικής γλώσσας, την παράδοση και τον ζωντανό λόγο. Το μοντέλο του παραδοσιακού τύπου που είναι προκατειλημμένο κατά των διαλέκτων, ενώ ο ζωντανός ομιλητικός τύπος είναι αναγκαστικά ενσωματωμένος. Η αντίθετη τους φύση αποκαλύπτεται και στην προσέγγισή τους στη γλώσσα, ενώ η πρώτη τείνει να είναι κανονική, η δεύτερη είναι περιγραφική. Οι απόψεις αυτές ενσωματώθηκαν αντίστοιχα από τον Dobrovsky και τον Kopitar οι οποίοι αντιμετώπισαν ο ένας τον άλλον στον πρώιμο σλαβικό γλωσσικό ρομαντισμό.

Τα σημαντικότερα έργα του:

Fragmentum Pragense evangelii S. Marci, vulgo autographi (1778) a periodical for Bohemian and Moravian literature (1780–1787) Scriptores rerum Bohemicarum (2 vols., 1783) Geschichte der böhm. Sprache und alten Literatur (1792) Die Bildsamkeit der slaw. Sprache (1799) a Deutsch-böhm. Wörterbuch compiled in collaboration with Leschk, Puchmayer and Hanka (1802–1821) Entwurf eines Pflanzensystems nach Zahlen und Verhältnissen (1802) Glagolitica (1807) Lehrgebäude der böhmischen Sprache (1809) Institutiones linguae slavicae dialecti veteris (1822) Entwurf zu einem allgemeinen Etymologikon der slaw. Sprachen (1813) Slowanka zur Kenntnis der slaw. Literatur (1814)

Αγριόγατα της Πάμπας
Η Αγριόγατα της Πάμπας
Η Αγριόγατα της Πάμπας
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 NT el.svg
Προ Απειλής (IUCN 3.1)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Θηλαστικά (Mammalia)
Τάξη: Σαρκοφάγα (Carnivora)
Οικογένεια: Αιλουρίδες (Felidae)
Υποοικογένεια: Αιλουρίνες (Felinae)
Γένος: Λεόπαρδος (Leopardus)
Είδος: Αγριόγατα της Πάμπας
Διώνυμο
Αγριόγατα της Πάμπας - Leopardus pajeros
Desmarest, 1816

Η Αγριόγατα της Πάμπας (Leopardus pajeros), είναι μία μικρή Αγριόγατα, που απαντάται στην Αργεντινή, στη Χιλή, στη Βολιβία, στο Περού, στον Ισημερινό και ενδεχομένως, στη νοτιοδυτική Κολομβία. Πήρε το όνομά της, από τις Πάμπας, αλλά εμφανίζεται και σε λιβάδια, θαμνώδεις εκτάσεις και δάση έως και τα 5.000 μέτρα.

Παλαιότερα, συμπεριλαμβανόταν στο είδος Κολοκόλο (Leopardus colocolo), αλλά, διαχωρίστηκε λόγω κρανιακών μετρήσεων. Παρ'όλα αυτά, μερικοί την θεωρούν υποείδος του Κολοκόλο ή την συγχέουν με τον Αγριόγατο του Παντανάλ (Leopardus braccatus).

Η Αγριόγατα της πάμπας, ταξινομείται ως «Σχεδόν απειλούμενη» στην Κόκκινη Λίστα της IUCN.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καλλιτεχνική απεικόνιση της Αγριόγατας της πάμπας (1844)

Η Αγριόγατα της Πάμπας, είναι μια μικρή, αλλά βαριά γάτα. Υπάρχουν σημαντικές γεωγραφικές διακυμάνσεις όσον αφορά το μήκος της, το οποίο κυμαίνεται από 46 έως 75 εκ. και από 23 έως 29 εκ., το μήκος της ουράς. Υπάρχουν τρεις παραλλαγές του τριχώματός της. Στην πρώτη, υπάρχουν μεγάλες, κοκκινωπές - καφέ, κηλίδες, με δακτυλίους στο σώμα και στην ουρά. Στη δεύτερη, η οποία μοιάζει με την πρώτη, υπάρχουν πιο ανοιχτόχρωμες κηλίδες και δακτύλιοι. Στην τρίτη, το χρώμα της είναι πιο γκριζωπό, με σκούρες - καφέ ρίγες στην πλάτη. Επιπλέον, έχουν αναφερθεί Αγριόγατες με μελανισμό.

Περιβάλλον[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ομοίωμα της Αγριόγατας της πάμπας σε μουσείο

Παρά το γεγονός ότι πήρε το όνομά της από τις Πάμπας, η Αγριόγατα της πάμπας, ζει σε ένα ευρύ φάσμα οικοτόπων. Στη βορειοδυτική Αργεντινή, στη Βολιβία, στο Περού και στον Ισημερινός, ζει σε υψόμετρο μεταξύ 1800 και 5000 μέτρων, όπου συμπίπτει με το φάσμα της Αγριόγατας των Άνδεων (Leopardus jacobita).Στην κεντρική Αργεντινή, ζει σε υψόμετρο κάτω των 1420 μέτρων, σε ξηρά δάση και θαμνώδεις εκτάσεις. Στη νότια Αργεντινή και στη νότια Χιλή, ζει σε στέπες της Παταγονίας και σε θαμνώδεις εκτάσεις με υψόμετρο κάτω των 1100 μέτρων.

Υποείδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο χάρτης κατανομής της Αγριόγατας της πάμπας

Η Αγριόγατα της πάμπας, έχει 5 υποείδη.