Αβιμέλεχ (του Γεδεών)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Για άλλα πρόσωπα με το όνομα Αβιμέλεχ, δείτε: Αβιμέλεχ (αποσαφήνιση).
Αβιμέλεχ (του Γεδεών)
Abimelech.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
אֲבִימֶלֶךְ‎ (Εβραϊκά)
Συνθήκες θανάτουαυτοκτονία
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταδικαστής
Οικογένεια
ΓονείςΓεδεών[1]
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΒασιλέας του Ισραήλ
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Αβιμέλεχ είναι βιβλικό πρόσωπο και αναφέρεται αρχικά στο κεφάλαιο 8 του βιβλίου Κριταί (Κριτές) της Παλαιάς Διαθήκης ως ένας απο τους εβδομήντα γιούς του Εβραίου κριτή Γεδεών (ή Ιεροβάαλ). Δεν πρέπει να συγχέεται με τον ομώνυμο Φιλισταίο βασιλιά των Γεράρων αλλά ούτε και με τον Αβιμέλεχ (ή Αχιμέλεχ), αρχιερέα της πόλης Νομβά (ή Νωβ) που βοήθησε τον Δαβίδ κατά τον κατατρεγμό του απο τον βασιλιά της Ιουδαίας Σαούλ. Αργότερα έγινε ο βασιλιάς της Συχέμ και η βασιλεία του αναφέρεται στο 9ο κεφάλαιο του ίδιου βιβλίου. Συνολικά η βασιλεία του κράτησε 3 έτη. (Κριταί 9,22)

Προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γεδεών εγκαταστάθηκε και πάλι στην πατρίδα του Εφραθά (Βηθλεέμ) και καθώς είχε πολλές συζύγους, απέκτησε εβδομήντα γιούς. Μία απο τις δευτέρας σειράς συζύγους του και δούλα του (παλλακή[2]) που καταγόταν απο την Συχέμ της Παλαιστίνης, έμεινε έγκυος και έκανε παιδί για αυτήν και τον Γεδεών και το ονόμασε Αβιμέλεχ. Λίγο αργότερα ο Γεδεών πέθανε και τάφηκε εκεί στην πατρίδα του.[3] (Κριταί 8,29-32)

Η σφαγή των αδερφών του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρκετά χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο Αβιμέλεχ γύρισε στην Συχέμ, στράφηκε στους αδελφούς της μητέρας του και τους συγγενείς της και τους ζήτησε εύνοια για να γίνει ο βασιλιάς τους, τονίζοντας πως το συμφέρον τους δεν είναι να τους κυβερνάνε και οι εβδομήντα γιοι του Γεδεών αλλά μόνο αυτός καθώς είναι "δικό τους οστό και σάρκα".[4] (Κριταί 9,1-2)

Οι συγγενείς του πίστηκαν και μιλούσαν για αυτόν σε όλη την πόλη λέγοντας "αδερφός μας είναι αυτός". Έδωσαν στον Αβιμέλεχ από το ναό του Βάαλ εβδομήντα σίκλους (σέκελ) αργυρίου. Με τα χρήματα αυτά ο Αβιμέλεχ επιστράτευσε ως μισθοφόρους του αδίστακτους άνδρες της περιοχής οι οποίοι τον ακολούθησαν πίσω στην Εφραθά. Όταν έφτασαν στο πατρικό του σπίτι, σφάγιασαν όλα τα αδέρφια του πλυν του Ιωάθαμ, του μικρότερου γιου του Γεδεών καθώς είχε κρυφτεί. Τότε οι κάτοικοι της Συχέμ ανακήρυξαν τον Αβιμέλεχ βασιλιάς τους.[4] (Κριταί 9,3-6)

Όταν ο Ιωάθαμ έμαθε ότι ο Αβιμέλεχ χρίστηκε βασιλιάς απο τους πολίτες τις Συχέμ, ανέβηκε στο βουνό Γαριζίν και αφού έκλαψε και τους καταράστηκε διέφυγε στην πόλη Βαιήρ.[4] (Κριταί 9,7-21)

Μάχη της Συχέμ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τα λεγόμενα της Παλαιάς Διαθήκης, ο Γιαχβέ λόγω της άδικης σφαγής των εβδομήντα αδελφών του Αβιμέλεχ, επέτρεψε στην διχόνοια να μπει ανάμεσα στον λαό της Συχέμ και τον βασιλιά της. (Κριταί 9,23)

Πρώτη μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γαάλ, ο αρχηγός των αγανακτισμένων πολιτών, και οι άντρες του φτάνουν στη Συχέμ και σχεδιάζουν πραξικόπημα εναντίον του Αβιμέλεχ με τη βοήθεια των ανδρών της πόλης. Πριν ο Γαάλ μπορέσει να ξεκινήσει την εκστρατεία του, ο Ζεβούλ - ο οποίος είναι ο κυβερνήτης της Συχέμ και αξιωματικός του Αβιμέλεχ - άκουσε το σχέδιο του Γαάλ και ήταν βαθύτατα εκνευρισμένος. Ο Ζεβούλ έστειλε έπειτα αγγελιοφόρους για να ενημερώσουν τον Αβιμέλεχ για το σχέδιο του Γαάλ. Ο Αβιμέλεχ σχεδίασε να στήσει ενέδρα για τον Γαάλ και τους άντρες του μπροστά από τις πύλες της πόλης κατά την νύχτα. Χωρίζει τους άντρες του σε τέσσερις ομάδες για να κρυφτούν και να περιμένουν κοντά στη Συχέμ. Η ενέδρα αρχίζει μόλις ο Γαάλ στέκεται μπροστά στις πύλες και δεν ανταποκρίνεται εγκαίρως λόγω του ότι είχε ξαφνιαστεί. Ο Ζεβούλ χλευάζει τον Γαάλ ώστε να πολεμήσει με τον Αβιμέλεχ. Ο Γαάλ παλεύει σύντομα κατά τη διάρκεια της μάχης με τον Αβιμέλεχ αλλά αποτυγχάνει και αναγκάζεται να φύγει με τις δυνάμεις του. Ο Ζεβούλ εκδιώκει τον Γαάλ έξω από τη Συχέμ, ενώ ο Αβιμέλεχ προχωράει στην Αρημά.[4][5] (Κριταί 9,24-41)

Δεύτερη μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αφού ο Γαάλ οδηγήθηκε μακρυά από τον Ζεβούλ, ο Αβιμέλεχ συγκέντρωσε τρεις ομάδες των ακολούθων του για να επιτεθούν στην πόλη. Περίμεναν σε έναν αγρό για να κατακλύσουν τους ανθρώπους που έμπαιναν και έβγαιναν από τις πύλες της πόλης. Επιτέθηκε μόλις άνοιξαν οι πύλες για καποιους κατοίκους της πόλης και δύο απο τις ομάδες του στάλθηκαν πίσω στον αγρό για να επιτεθούν στους υπόλοιπους Συχεμίτες. Η πολιορκία της πόλης διήρκεσε μια μέρα, και ο Αβιμέλεχ σφάγιασε τους κατοίκους. Η εναπομένουσα αντίσταση πήγε στο ναό Βαιθηλβερίθ (του θεού Βάαλ) για να κρατήσει το έδαφος. Ο Αβιμέλεχ, όταν έμαθε που βρίσκονται, συγκέντρωσε βιαστικά τους άντρες του στο όρος Ερμών για να εξηγήσει το σχέδιό του. Πήρε ένα τσεκούρι, έκοψε το κλαδί ενός δέντρου και διέταξε όλους να ακολουθήσουν το παράδειγμά του. Τα κλαδιά τοποθετήθηκαν και πυρπολήθηκαν γύρω από τον ναό, σκοτώνοντας την υπόλοιπη αντίσταση μαζί με χίλιους πολίτες.[4][5] (Κριταί 9,42-49)

Ο θάνατος του Αβιμέλεχ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αβιμέλεχ συνέχισε προς την πόλη Θηβήν και την κατέκτησε. Οι κάτοικοι κρύφτηκαν σε ένα οχυρωμένο πύργο στο μέσω της πόλης και ανέβηκαν στην κορυφή του. Όταν ο Αβιμέλεχ πλησίασε για να βάλει φωτιά στον πύργο, μία γυναίκα πέταξε απο την κορυφή του πύργου, κομμάτι μυλόπετρας το οποίο βρήκε τον Αβιμέλεχ στο κεφάλι και του έσπασε το κρανίο. Ο Αβιμέλεχ ετοιμοθάνατος στο χώμα, είπε στον υπηρέτη που κρατούσε τα όπλα του:

Τράβηξε την μάχαιράν σου και σκότωσέ με, δια να μη είπουν ποτέ· Γυναίκα τον εθανάτωσε”.

O Αβιμέλεχ πλήρωσε για τον φόνο των αδελφών του και οι Συχεμίτες πλήρωσαν την κατάρα του Ιωάθαμ. Όταν εν τέλη, είδαν οι Ισραηλίτες ότι ο Αβιμέλεχ φονεύθηκε, γύρισαν όλοι στην πατρίδα τους.[4][6] (Κριταί 9,50-57)

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 «Абимелех» (Ρωσικά)
  2. «παλλακή - Ancient Greek - English Dictionary (LSJ)». lsj.gr. Ανακτήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 2020. 
  3. «ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ: ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦ. 8». users.sch.gr. Ανακτήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 2020. 
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 4,5 «ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ: ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦ. 9». users.sch.gr. Ανακτήθηκε στις 9 Ιανουαρίου 2020. 
  5. 5,0 5,1 Lys, LynleyShimat (2016-06). «The Jewish Study Bible. Edited by Adele Berlin and Marc Zvi Brettler. Second edition. Oxford: Oxford University Press, 2014. , pp. 1127 & 1128.». Religious Studies Review 42 (2): 119–120. doi:10.1111/rsr.12456. ISSN 0319-485X. http://dx.doi.org/10.1111/rsr.12456. 
  6. Ginzberg, Louis; Szold, Henrietta (13 Μαΐου 1998). The Legends of the Jews: From Moses to Esther: Notes for Volumes 3 and 4. JHU Press. ISBN 978-0-8018-5895-6.