Αββαείο του Γκλάστονμπερι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 51°8′44″N 2°42′52″W / 51.14556°N 2.71444°W / 51.14556; -2.71444


Αββαείο του Γκλάστονμπερι
Glastonbury Abbey
Glastonburyabbey.jpg
Το Παρεκκλήσι της Παναγίας και τα ερείπια της Μεγάλης Εκκλησίας
Γενικές πληροφορίες
Είδος Θρησκευτικό κτίριο
Αρχιτεκτονική Γοτθική
Γεωγραφικές Συντεταγμένες Γκλάστονμπερι, Σόμερσετ,
51°8′48″N 2°42′54″W
Διοικητική υπαγωγή Γκλάστονμπερι[1]
Τοποθεσία Γκλάστονμπερι
Χώρα Αγγλία, Ηνωμένο Βασίλειο
Έναρξη κατασκευής 712
Λειτουργία 712
Κατεδάφιση 15 Νοεμβρίου 1539
Κατάσταση Ερείπια· ένα κτίριο σωζόμενο πλήρως και ανοικτό στο κοινό[2]
Χρήση Μοναστικός οίκος
Σχεδιασμός και κατασκευή
Προστασία διατηρητέο κτίριο Βαθμού 1 και scheduled monument
Ιστότοπος
http://www.glastonburyabbey.com/

Το Αββαείο του Γλάστονμπερι (αγγλικά:Glastonbury Abbey) είναι αββαείο - ιστορικός χώρος κοντά στην πόλη Γκλάστονμπερι, στην κομητεία Σόμερσετ, στην Αγγλία.
Το Αββαείο χτίστηκε γύρω στον 7ο αι. μ.Χ. αλλά πυρκαγιά που ξέσπασε το 1184, κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος του. Ωστόσο, ξαναχτίστηκε και έγινε ένα από τα πιο πλούσια και ισχυρά μοναστήρια της Αγγλίας.
Κατά την Αγγλική Μεταρρύθμιση, όταν ο βασιλιάς Ερρίκος Η' διέταξε όλοι οι μοναστικοί οίκοι της αγγλικής επικράτειας να διαλυθούν και να περιέλθει η περιουσία τους στο Στέμμα, η αδελφότητα του αββαείου αρνήθηκε να το εγκαταλείψει και ο ηγούμενος του Ρίτσαρντ Ουάιτινγκ απαγχονίστηκε στον περίβολο του μοναστηριού το 1539, κατηγορούμενος για εσχάτη προδοσία.
Το Αββαείο έχει συνδεθεί με τον θρύλο του βασιλιά Αρθούρου, αφού τους μεσαιωνικούς χρόνους πίστευαν οτι στην περιοχή αυτή βρισκόταν η Άβαλον.

Ιστορική αναδρομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτεταμένες ανασκαφές που έχει πραγματοποιήσει το Πανεπιστήμιο του Ρέντινγκ της Αγγλίας, υποδηλώνουν ότι η περιοχή κατοικείται από την Ρωμαϊκή ήδη εποχή, ωστόσο το αββαείο χτίστηκε από τους Κέλτες (Βρετανούς) γύρω στον 7ο αι. μ.Χ.
Συγκεκριμένα οι ιστορικοί θεωρούν ότι η κατασκευή πρωτο-άρχισε επί βασιλείας του Ίνε του Ουέσσεξ, γύρω στο 712 μ.Χ.,[3] ενώ το 940 προστέθηκαν και καινούρια κτίσματα.
Ωστόσο, κατά την διάρκεια της κατάκτησης της Αγγλίας από τους Νορμανδούς, το αββαείο καταστράφηκε μερικώς. Το 1077 όμως, πάνω στα ερείπια, χτίστηκε μία νέα νορμανδικού ρυθμού μεγαλύτερη από την προηγούμενη εκκλησία. Όπως, αναγράφεται σε χρονικά εκείνης της εποχής, την δεκαετία του 1080, το Αββαείο του Γκλάνστομπερι ήταν το πλουσιότερο και με την μεγαλύτερη επιρροή μοναστικό ίδρυμα της χώρας.[4]
Το 1184 μια μεγάλη φωτιά κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος των εγκαταστάσεων, όμως οι μοναχοί το ανοικοδόμησαν σχεδόν αμέσως. Μάλιστα τότε πρόσθεσαν και ένα παρεκκλήσι αφιερωμένο στην Παναγία, το οποίο καθαγιάστηκε μετά από μόλις δύο χρόνια, το 1186.
Με την πάροδο των ετών, το Αββαείο του Γουέστμινστερ έγινε το κορυφαίο αββαείο της χώρας, αλλά και το αββαείο του Γκλάστονμπερι συνέχισε να χαίρει του σεβασμού των πιστών.
Επί βασιλείας του Ερρίκου του Η', όταν έγινε πράξη ο χωρισμός της Αγγλικής από την Παπική Εκκλησία, τα μοναστήρια διαλύθηκαν και οι περιουσίες τους κατασχέθηκαν. Το Αββαείο διαλύθηκε τον Σεπτέμβριο του 1539, όταν ηγούμενος ήταν ο Ρίτσαρντ Γουάιτινγκ (Richard Whiting).

Η διάλυση του μοναστηριού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1525 ηγούμενος του αββαείου έγινε ο Richard Whiting (Ρίτσαρντ Ουάιτινγκ). Ο Καρδινάλιος Γούλσεϊ που τον διόρισε ηγούμενο, τον χαρακτήρισε ως "θρησκευόμενο μοναχό, συνετό και διακριτικό άντρα, έναν ιερέα ξακουστό για τη ζωή του, τις αρετές του και την παιδεία του".[5]
Το 1534, ο πρώτος μιας σειρά νόμων με το όνομα "Acts of Supremacy" («Πράξεις της Υπεροχής») κήρυξε τον Ερρίκο Η' κεφαλή της Εκκλησίας της Αγγλίας επί γης ενώ ταυτόγχρονα η "Treasons Act" («Πράξη Προδοσίας») ποινικοποίησε κάθε διακήρυξη πίστης στον Πάπα. Η εναντίωση στην «Πράξη Υπεροχής» έγινε αδίκημα τιμωρητέο με θάνατο. Η μεγάλη πλειονότητα των Άγγλων ηγούμενων, με τον Ουάιτινγκ ανάμεσά τους, υπέγραψαν την πράξη, αναγνωρίζοντας την εξουσία του Βασιλιά στην εγκόσμια εκκλησία.
Δυστυχώς, η συγκατάνευσή τους δεν ήταν αρκετή. Η εκκλησία ήταν ο μεγαλύτερος γαιοκτήμονας της Αγγλίας , και τα αββαεία της αντιπροσώπευαν τεράστια πλούτη που πρέπει να έβαλαν σε πειρασμό έναν βασιλιά με έλλειψη χρημάτων για την διεξαγωγή των εξωτερικών πολέμων του.[6] Αργότερα το ίδιο έτος, άρχισε η περιοδεία στα μοναστήρια, υπό την ηγεσία του Τόμας Κρόμγουελ. Φαινομενικά αυτή στόχευε στο να καθοδηγήσει τις κοινότητες σχετικά με τη νέα τους θέση ως υποτελείς του θρόνου, αλλά στην πραγματικότητα ο άνδρες του βασιλιά έκαναν απογραφή στα ιδρύματα και αναζητούσαν στοιχεία κακής χρήσης σαν πρόσχημα για τη διάλυσή τους. Εντωμεταξύ, ξέσπασε ένας πόλεμος προπαγάνδας, οπότε πι βασιλικοί ιεροκήρυκες αμφισβητούσαν από τους άμβωνες την ευσέβεια και τη συμπεριφορά των μοναστικών ιδρυμάτων.

Το 1536 το Κοινοβούλιο ψήφισε έναν νόμο που κατέσχε τα περιουσιακά στοιχεία των ελάσσονων μοναστικών οίκων. Αφορούσε 383 ιδρύματα με εισόδημα μικρότερο από £200 τα οποία έκλεισαν και ο πλούτος και η κτηματική τους περιουσία πέρασαν στο «Στέμμα». Σύντομα ο βασιλιάς έστρεψε το βλέμμα του στα μεγαλύτερα αββαεία. Σύγχρονη αλληλογραφία του ηγούμενου με τους συνεργάτες του Κρόμγουελ ή τον ίδιο τον Κρόμγουελ αποκαλύπτει ότι πριν την οριστική του διάλυση το αββαείο βίωνε ήδη την καταπάτηση και την κλοπή των γαιών του από ιδιώτες προς εκμετάλλευση των θηραμάτων τους ή για άλλες χρήσεις. Το 1539 ο Ερρίκος τελικά κινήθηκε ενάντια στα εναπομείναντα αββαεία, θεωρώντας την λαϊκή αντίσταση ένα αμελητέο εμπόδιο. Έχοντας δοκιμάσει το πεδίο με την επίταξη των μικρότερων οίκων, ήταν πλέον σίγουρος ότι δεν θα συναντούσε αντιδράσεις . Το Κοινοβούλιο πέρασε νέο νόμο που διέλυε τα υπόλοιπα αββαεία, 645 σε αριθμό, και μετέφερε τα περιουσιακά τους στοιχεία στο «Στέμμα».

Τον Ιανουάριο του 1539, το Γκλάστονμπερι ήταν ο μόνος μοναστικός οίκος που παρέμενε σε όλο το Σόμερσετ. Στις 19 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, οι βασιλικοί επίτροποι έφτασαν χωρίς προειδοποίηση. Ο ηγούμενος Ουάιτινγκ συνελήφθη και μεταφέρθηκε στο Λονδίνο για να εξεταστεί προσωπικά από τον Κρόμγουελ και οι επίτροποι με μεγάλη ταχύτητα διέλυσαν και παρέδωσαν στο βασιλικό θησαυροφυλάκιο τα τιμαλφή και τα πλούτη του αββαείου εκδιώκοντας τους μοναχούς.[7]

Στις 14 Νοεμβρίου 1539 ο Ρίτσαρντ Ουάιτινγκ, ο οποίος ήταν σχεδόν 80 ετών, μεταφέρθηκε και κρατήθηκε προσωρινά στο Ουέλς όπου μετα από μια δίκη παρωδία μεταφέρθηκε την επόμενη ημέρα, στο Γκλάστονμπερι όπου περιφέρθηκε στους δρόμους της πόλης κοντά στο λεηλατημένο αββαείο πάνω σε ένα ξύλο από τους στρατιώτες του Ερρίκου. Τον έφεραν στην κορυφή του λόφου Glastonbury Torr. Εκεί απαγχονίστηκε μέχρις ότου θεωρήθηκε σχεδόν νεκρός, ενώ το πτώμα του διαμελίστηκε και αποκεφαλίστηκε.[8]

Σύγχρονη ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τοποθεσία αγοράστηκε από την Εκκλησία της Αγγλίας το 1907, και τριάντα τέσσερις ανασκαφές έλαβαν χώρα την περίοδο 1908-1979. Ένα πρόγραμμα που χρηματοδοτείται από το "Arts and Humanities Research Council" (2009-2012) προσπαθεί να αναλύσει το αρχείο των ανασκαφών που πραγματοποιήθηκαν από σημαντικές μορφές της μεσαιωνικής αρχαιολογίας όπως οι St John Hope (1904), Bligh Bond (1908 - 1921), Peers and Clapham (1928 - 1939) and Ralegh Radford (1951 - 1964).[9]

Κτίσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

«Το παρεκκλήσι της Παναγίας», όπως φαίνεται σε επιζωγραφισμένη φωτογραφία του 1900

Η Μεγάλη Εκκλησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η «Μεγάλη Εκκλησία» στο Γκλάστονμπερι ήταν τεράστια ακόμα και για τα σημερινά δεδομένα. Ο κυρίως ναός της Μεγάλης Εκκλησίας του Γκλάστονμπερι είχε μήκος 67 μέτρα (220 ft) και πλάτος 14 m (45 ft) και διασταυρωνόταν κάθετα με δύο πλευρικές πτέρυγες που εκτείνονταν βόρεια και νότια του. Η κάθετη διασταυρούμενη περιοχή είχε μήκος 49 m (160 ft) μεταξύ των άκρων των εκτεταμένων πτερύγων Μετά το σημείο διασταύρωσης βρισκόταν η χορωδία. Η χορωδία ήταν ένα αρχιτεκτονικό στοιχείο που προέβλεπε έναν κύκλο τραγουδιστών ή κληρικών να κυκλώνουν την Αγία Τράπεζα. Η χορωδία είχε μήκος 47 m (155 feet).[10]

Παρεκκλήσι της Παναγίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Παρεκκλήσι της Παναγίας κατασκευάστηκε το 1184, μετά από μια καταστροφική πυρκαγιά, στο σημείο της Παλαιάς Εκκλησίας (Vetusta Ecclesia). Η πλούσια διακόσμηση του παρεκκλησίου αναφέρεται συχνά στη λογοτεχνία. Σε πολλές περιπτώσεις οι συγγραφείς αναφέρουν τον παραδοσιακό Ρoμανικό χαρακτήρα μεγάλου μέρους της διακόσμησης σε αντίθεση με τα φαινομενικά πιο προοδευτικά σύγχρονα πρώιμα Γοτθικά περιζώματα του πλησίον Καθεδρικού του Γουέλς. Παρόλα αυτά, γενικά αναγνωρίζεται ότι ο σχεδιαστής του παρεκκλησίου ήταν ενήμερος των τελευταίων εξελίξεων στη Γαλλική Γοτθική αρχιτεκτονική όπως μαρτυρείται από τη χρήση φυλλόσχημων προεξοχών (crockets) και αιχμηρών τόξων στην θολωτή οροφή (vault). Αυτή η αντιπαράθεση Ρομανικών και Γοτθικών μοτίβων έχει οδηγήσει στην κατηγοριοποίηση του παρεκκλησίου ως Μεταβατικού ρυθμού. [11]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]