Αβαντγκάρντ (κινηματογράφος)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Το Αβάνγκαρντ (γαλλικά avant-garde, από το γαλλικά avant — εμπρός και γαλλικά gard — φρουρά, φύλαξη) — κίνημα για την ανάπτυξη του  κινηματογράφου, που αναδύθηκε τη δεκαετία του 1920 στη Γαλλία ως αντίδραση στον εμπορικό κινηματογράφο. 

Ο όρος  «αβάνγκαρντ» μερικές φορές συναντάνται και ως συνώνυμο της έννοιας του  «πειραματικού κινηματογράφου», εντούτοις έχει και πολύ στενή, ιστορικά επικρατούσα, έννοια, που είναι και αντικείμενο του παρόντος λήμματος. 

Η αβανγκάρντ του κινηματογράφου χαρακτηρίζεται από τη χρήση καινοτόμων τρόπων έκφρασης, πειραματικής προσέγγισης σε ότι αφορά  την καλλιτεχνική δημιουργική εργασία, που συχνά εκφεύγει από τα πλαίσια της κλασσικής κινηματογραφικής αισθητικής, που ήταν  στενά συνδεδεμένη  με γενικές τάσεις στο θέατρο, στη ζωγραφική και τη λογοτεχνία στη Γαλλία, τη Γερμανία και τη Ρωσία. 

Η δράση των αβανγκαρντιστών του κινηματογράφου συνδέθηκε με την  ανάπτυξη της θεωρίας του κινηματογράφου  (κινηματογραφικής γλώσσας), που στηρίχθηκε σε θεωρίες άλλων τεχνών.

Γαλλική αβανγκάρντ  [Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κινοιμπρεσσιονισμός  («πρώτη αβανγκάρντ»)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γαλλική αβανγκαρντ των ετών  1920‑1930 φάνηκε να είναι συνεχιστής με πολλές σχέσεις των παραδόσεων των γάλλων κινοιμπρεσσιονιστών. Συγκεκριμένα κινοιμπρεσσιονιστές, υπό την καθοδήγηση του Λουί Ντελλούκ, πρώτοι οργάνωσαν εξέγερση κατά του εμπορικού κινηματογράφου, που με ελαφρά καρδιά αντέγραφε τα έργα του θεάτρου και της λογοτεχνίας[1].

Ο όρος  «κινοιμπρεσσιονισμός», (σε αναλογία με τον  ιμπρεσσιονισμό,  που άλλαξε την αντίληψή μας για τη ζωγραφική) εισήχθη από τον Ανρί Λανγκλουά, ενώ υιοθετήθηκε και εφαρμόστηκε από τον  Ζορζ Σαντούλ. Άλλοι ιστορικοί του κινηματογράφου, όπως ο  Рεναί Ζαν και ο  Σαρλ Φοντ,  χρησιμοποίησαν τον όρο «πρώτη αβανγκάρντ» σε αντιδιαστολή από τη «δεύτερη αβανγκάρντ», που εμφανίστηκε μετά το  1924[1].

Ο όρος «πρώτη αβανγκάρντ» πλέον χρησιμοποιείται σπάνια, εκτός από τη δράση της ομάδας του Λουί Ντελλούκ, τη δράση της ομάδας των συντρόφων του — Ζερμαίν Ντιλάκ, Άμπελ Γκάνς, Μαρσέλ Λ'Ερμπιέ και Ζαν Επστάιν.  Ενδιάμεση θέση ανάμεσα στους  «κινοιμπρεσσιονιστές» (αντιπροσώπων της «πρώτης αβανγκάρντ») και των σκηνοθετών του  «εμπορικού κινηματογράφου» κατείχαν ο  Ζακ ντε Μπαρονσέλι (γαλλικά Jacques de Baroncelli-Javon) και ο  Λεόν Πουαριέ[1].

Οι ιμπρεσσιονιστές θεωρούσαν, ότι ο κινηματογράφος θα πρέπει να συνομιλεί με τους τηλεθεατές με τη δική του ξεχωριστή γλώσσα, εφαρμόζοντας γι'αυτό μόνο τη δική του εσωτερική συλλογή εκφραστικών δυνατοτήτων.

Οι κινοιμπρεσσιονιστές συνεισφέραν σημαντικά στη θεωρία και  την αισθητική του κινηματογράφου. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 εμφανίστηκαν άρθρα σε περιοδικά, βιβλία για τον ειδικό χαρακτήρα της τέχνης του κινηματογράφου, για τη σύνθεση των εικόνων, για τον ρυθμό στον κινηματογράφο[1].

Αβανγκάρντ («δεύτερη αβάνγκαρντ»)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αντιπρόσωποι της αβαντκάρντ  («δεύτερη αβάνγκαρντ») προχώρησαν στις δικές τους καλλιτεχνικές διατυπώσεις πολύ πιο μακρυά από τους κινοιμπρεσσιονιστές.  Στις δικές τους προϋποθέσεις υποχρεώσεων  για την πρωτοτυπία των εκφραστικών μέσων αυτοί έφτασαν στα άκρα, υποκαθιστώντας περιστασιακά το εκφραστικό με την βοήθεια υποστήριξής του.

Σε αντίθεση με τους εκπροσώπους της αβανγκάρντ σε άλλες περιοχές της τέχνης , οι κινοαβανγκαρντιστές ποτέ δε σύστησαν μια συνολική ομάδα  (σχολή). Κάποιοι σκηνοθέτες ήρθαν κοντά στην αβανγκάρντ, ενώ άλλοι   αποχώρησαν απ'αυτήν. Περιστασιακά κάποιοι σκηνοθέτες του εμπορικού είδους απροσδόκητα δημιουργούσαν έργα αβανγκάρντ[1].


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 Ежи Тёплиц. История киноискусства 1895-1928. — Москва: Прогресс, 1967. — Т. 1.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ежи Тёплиц. История киноискусства 1895-1928. — Москва: Прогресс, 1967. — Т. 1.
  • Сергей Комаров. Немое кино // История зарубежного кино. — Москва: Искусство, 1965. — Т. 1. — 416 с.
  • Альберто Кавальканти. = Filme e Realidade. — Sao Paulo, 1953.
  • Эрик Сати. = Correspondance presque complete. — Париж: Fayard / Imec,, 2000. — Т. 1. — С. 722. — 1260 с. — 10 000 экз. — ISBN 2-213-60674-9.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι [Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]