Μετάβαση στο περιεχόμενο

Έλζε Λάσκερ-Σύλερ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Έλζε Λάσκερ-Σύλερ
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Else Lasker-Schüler (Γερμανικά)
Προφορά
Γέννηση11  Φεβρουαρίου 1869
ΈλμπερφελντήΈλμπερφελντ
Θάνατος22  Ιανουαρίου 1945
Ιερουσαλήμ
Τόπος ταφήςΕβραϊκό νεκροταφείο του Όρους των Ελαιών
Χώρα πολιτογράφησηςΓερμανία (έως 1938)
άπατρις (από 1938)
Εκπαίδευση και γλώσσες
Μητρική γλώσσαΓερμανικά
Ομιλούμενες γλώσσεςΓερμανικά
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταποιήτρια
συγγραφέας
οικοδέσποινα λογοτεχνικού σαλονιού
θεατρική συγγραφέας
καλλιτέχνιδα
λιμπρετίστρια
Οικογένεια
ΣύζυγοςΜπέρτολντ Λάσκερ
Herwarth Walden (1903–1912)
ΣύντροφοςΓκότφριντ Μπεν
ΣυγγενείςRosa Zifferer (εξάδελφος)
Αξιώματα και βραβεύσεις
Βραβεύσειςβραβείο Κλάιστ (1932)
Ιστότοπος
www.else-lasker-schueler-gesellschaft.de
Υπογραφή
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Η Έλζε Λάσκερ-Σύλερ (γερμανικά: Else Lasker-Schüler, 11 Φεβρουαρίου 1869 - 22 Ιανουαρίου 1945) ήταν Γερμανίδα ποιήτρια και θεατρική συγγραφέας, διάσημη για τον μποέμ τρόπο ζωής της στο Βερολίνο και την ποίησή της. Θεωρείται εξέχουσα εκπρόσωπος του πρωτοποριακού μοντερνισμού στη γερμανική λογοτεχνία, μία από τις λίγες γυναίκες που συνδέθηκαν με το εξπρεσιονιστικό κίνημα. Η Λάσκερ-Σύλερ, η οποία ήταν Εβραία, διέφυγε από τη ναζιστική Γερμανία και έζησε το υπόλοιπο της ζωής της στην Ιερουσαλήμ.[1]

Βιογραφικά στοιχεία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Έλζε Λάσκερ-Σύλερ γεννήθηκε το 1869 στο Έλμπερφελντ (σημερινή περιοχή του Βούπερταλ). Ήταν η μικρότερη από έξι αδέλφια. Ο πατέρας της ήταν ο Εβραίος τραπεζίτης Άαρον Σύλερ. Η Έλζε θεωρούνταν παιδί-θαύμα στην οικογένεια, αφού στην ηλικία των τεσσάρων ετών ήξερε ήδη να διαβάζει και να γράφει. Το 1880, εισήλθε στο λύκειο. Όταν ήταν 13 ετών, πέθανε ο αγαπημένος της αδελφός, Πάουλ, και στη συνέχεια οι απώλειες ακολούθησαν: το 1890 πέθανε η μητέρα της και το 1897 ο πατέρας της. Όπως η ίδια ανέφερε, αντιλήφθηκε τον θάνατο της μητέρας της ως «εκδίωξη από τον παράδεισο».[2]

Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές της, το 1894 παντρεύτηκε τον γιατρό και σκακιστή Μπέρτολντ Λάσκερ (τον μεγαλύτερο αδελφό του Εμάνουελ Λάσκερ, παγκόσμιου πρωταθλητή στο σκάκι) και εγκαταστάθηκε μαζί του στο Βερολίνο, όπου σπούδασε καλλιτεχνικές τέχνες. Εκεί, το 1899 γεννήθηκε ο γιος της Πάουλ και έγραψε τα πρώτα της ποιήματα - το 1902 εκδόθηκε η συλλογή Στυξ. Το 1903, αυτή και ο Μπέρτολντ χώρισαν και η Έλσα παντρεύτηκε τον εξπρεσιονιστή καλλιτέχνη και ιδρυτή του εξπρεσιονιστικού περιοδικού Η καταιγίδα Γκέοργκ Λέβιν, ο οποίος δημοσίευε ποιήματα με το ψευδώνυμο που η ίδια επινόησε: Χέρβαρντ Βάλντεν.

Η Έλζε Λάσκερ-Σύλερ με ανατολίτικη φορεσιά ως η εναλλακτική περσόνα της, ο «Πρίγκιπας Γιουσούφ» (1912)

Στο Βερολίνο, η Λάσκερ-Σύλερ έκανε πολλές λογοτεχνικές γνωριμίες και σύχναζε σε καφετέριες και κλαμπ όπου συγκεντρώνονταν διανοούμενοι του Βερολίνου, σοκάροντας την κοινωνία με τον αντισυμβατικό τρόπο ζωής της - για παράδειγμα περπατούσε στους δρόμους του Βερολίνου ντυμένη «Πρίγκιπας Γιουσούφ» — ακρότητες για τις οποίες επικρίθηκε και διακωμωδήθηκε.

Το 1906-07, κυκλοφόρησαν οι πρώτες πεζογραφικές της εκδόσεις: ένα βιβλίο αφιερωμένο στη μνήμη του εκλιπόντος φίλου της, του συγγραφέα Πέτερ Χίλε, και μια συλλογή πεζών, Οι Νύχτες του Τίνο από τη Βαγδάτη. Το 1909, δημοσίευσε το θεατρικό έργο Ο Βούπερ στο οποίο διερευνά τις κοινωνικές σχέσεις και τα ταμπού δύο οικογενειών βασισμένη σε εντυπώσεις και εμπειρίες από την παιδική της ηλικία στο Βούπερταλ και δύο χρόνια αργότερα η ποιητική συλλογή Τα Θαύματά μου, με κεντρικό θέμα τον έρωτα, την καθιέρωσε ως την κορυφαία γυναικεία εκπρόσωπο του γερμανικού λογοτεχνικού εξπρεσιονισμού.[3]

Μετά το διαζύγιό της από το Βάλντεν το 1912, βρέθηκε σε δύσκολη οικονομική κατάσταση και επέζησε εκείνη την εποχή μόνο χάρη στην υποστήριξη των φίλων της, ιδιαίτερα του συγγραφέα Καρλ Κράους, ο οποίος δημοσίευε έργα της στο περιοδικό του. Την ίδια χρονιά, γνώρισε τον ποιητή Γκότφριντ Μπεν, με τον οποίο είχαν μια ρομαντική σχέση και του αφιέρωσε πολλά ποιήματά της.

Το 1921, δημοσίευσε το βιβλίο Ο Θαυματουργός Ραβίνος της Βαρκελώνης, στο οποίο κατήγγειλε έντονα τον αντισημιτισμό και αναφέρθηκε στις αντιφατικές προκαταλήψεις κατά των Εβραίων ως καπιταλιστές και κομμουνιστές. Το 1922, συμμετείχε στο Διεθνές Συνέδριο Προοδευτικών Καλλιτεχνών και υπέγραψε τη διακήρυξη που ίδρυε την ένωση. Το 1927, ο θάνατος του γιου της από φυματίωση την έριξε σε βαθιά κατάθλιψη και αποσύρθηκε όλο και περισσότερο από τη δημόσια ζωή.[4]

Με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, παρόλο που η ποιήτρια είχε λάβει τη μεγαλύτερη γερμανική λογοτεχνική διάκριση Βραβείο Χάινριχ Κλάιστ το 1932 και ήταν ευρέως γνωστή στη Γερμανία, αυτό δεν την προστάτευσε από τους Ναζί και τις διώξεις τους. Στις 19 Απριλίου 1933, δέχτηκε σωματική επίθεση και στη συνέχεια, φοβούμενη για τη ζωή της, μετανάστευσε στη Ζυρίχη, από όπου ταξίδεψε στην Παλαιστίνη δύο φορές (το 1934 και το 1937). Το 1938, της αφαιρέθηκε η γερμανική υπηκοότητα. Το ξέσπασμα του πολέμου τη βρήκε εκτός Γερμανίας και κατέστησε αδύνατη την επιστροφή της στην Ευρώπη. Το 1944, αρρώστησε σοβαρά και πέθανε στην Παλαιστίνη στις 22 Ιανουαρίου 1945. Η τέφρα της είναι θαμμένη στο Όρος των Ελαιών στην Ιερουσαλήμ.[5]

Σύγχρονοι για την Έλζε Λάσκερ-Σύλερ

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η Έλζε Λάσκερ-Σύλερ
  • Γκότφριντ Μπεν:

    Ήταν κοντή, λεπτή, σαν αγόρι, τα κατάμαυρα μαλλιά της ήταν κομμένα κοντά - εκείνη την εποχή ένα τέτοιο χτένισμα για τις γυναίκες ήταν ακόμη μια καινοτομία - μεγάλα, μπλε-μαύρα μάτια, μια φευγαλέα, μοναδική εμφάνιση. Τόσο τότε όσο και αργότερα, μόλις εμφανίζονταν στον δρόμο, όλος ο κόσμος γύρω της πάγωνε από έκπληξη κοιτάζοντάς την: υπερβολικά φαρδιές φούστες ή παντελόνια, και από πάνω - ακόμη πιο αδιανόητα ρούχα, ο λαιμός και τα χέρια της στολισμένα με φανταχτερά κοσμήματα... Έτρωγε πολύ λίγο και ακανόνιστα, για εβδομάδες μπορούσε να τα βγάλει πέρα με ξηρούς καρπούς και φρούτα. Συχνά κοιμόταν σε παγκάκια, ήταν φτωχή.... Και ήταν η μεγαλύτερη ποιήτρια που γνώρισε ποτέ η Γερμανία. <…> Τα θέματά της ήταν πολυεπίπεδα, εβραϊκά, η φαντασίωσή της είχε μια ανατολίτικη χροιά, αλλά η γλώσσα της ήταν γερμανική: λαμπρή, τρυφερή γερμανική, μια ώριμη, πικάντικη γλώσσα, με βλαστούς να φυτρώνουν από τον πυρήνα της δημιουργικής ουσίας. Με ακλόνητη αυτοπεποίθηση, ...... ήξερε πώς να εκφράζει τα πάθη της σε αυτή τη γλώσσα, χωρίς να αποκαλύπτει τι ήταν κρυμμένο και χωρίς να προδίδει την ουσία της.

Αναγνώριση και Μνήμη

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Αναμνηστική πλακέτα των Βάλντεν και Λάσκερ-Σύλερ στο Βερολίνο
  • Το 1932 της απονεμήθηκε το έγκριτο Βραβείο Χάινριχ Κλάιστ.
  • Στο Βερολίνο υπάρχουν δύο αναμνηστικές πλάκες. Η πρώτη βρίσκεται στο σπίτι όπου έζησε η Έλζε Λάσκερ-Σύλερ από το 1909 έως το 1911 και όπου αυτή και ο δεύτερος σύζυγός της Χέρβαρντ Βάλντεν εξέδιδαν το εξπρεσιονιστικό περιοδικό Der Sturm. Η δεύτερη βρίσκεται στο σπίτι όπου έζησε από το 1924 έως το 1933. Μέρος αυτού του δρόμου μετονομάστηκε σε Έλζε-Λάσκερ-Σύλερ-Στράσσε το 1996.
  • Το 1990, ιδρύθηκε στο Βούπερταλ η πολιτική και λογοτεχνική «Εταιρεία Έλζε Λάσκερ-Σύλερ». Σε περισσότερα από 20 διεθνή συμπόσια, από το Μπρεσλάου μέχρι το Τελ Αβίβ, τα έργα της παρουσιάστηκαν και συζητήθηκαν σε σχέση με τη σημασία τους για το παρόν και το μέλλον.[6]
  • Το 1993, καθιερώθηκε από το Ίδρυμα Πολιτισμού της Ρηνανίας-Παλατινάτου το Βραβείο Θεάτρου Έλζε Λάσκερ-Σύλερ για την προώθηση του γερμανόφωνου θεάτρου.[7]
  • Στο Έλμπερφελντ ένα σχολείο πήρε το όνομά της (Το «Σχολείο χωρίς Ρατσισμό»), και μια αναμνηστική στήλη ανεγέρθηκε στο Βούπερταλ.
  • Στην Ιερουσαλήμ ένας μικρός δρόμος φέρει το όνομά της
  • Ο Σκωτσέζος ποιητής του 20ού αιώνα Χιου ΜακΝτέρμιντ συμπεριέλαβε μια μετάφραση αποσπάσματος από το έργο του Λάσκερ-Σύλερ στο μακροσκελές ποίημά του Ένας μεθυσμένος κοιτάζει το γαϊδουράγκαθο (1926, στίχοι 401–410.) Γερμανοί συνθέτες μελοποίησαν ποιήματά της.
  • Για την 150ή επέτειο της γέννησής, τα Γερμανικά Ταχυδρομεία εξέδωσαν γραμματόσημο με πρώτη ημερομηνία έκδοσης την 7η Φεβρουαρίου 2019.

Λογοτεχνικά έργα (επιλογή)

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Εξώφυλλο της Συλλογής Ποιημάτων (1917)

Μεγάλο μέρος του έργου της αποτελείται από ερωτική ποίηση, αλλά υπάρχουν επίσης βαθιά θρησκευτικά ποιήματα και προσευχές. Το μεταγενέστερο έργο της είναι ιδιαίτερα πλούσιο σε βιβλικά και ανατολικά μοτίβα. Χρησιμοποίησε πολύ ελεύθερα τους εξωτερικούς κανόνες της ποιητικής μορφής επιτυγχάνοντας έτσι μεγαλύτερη εσωτερική σύγκρουση. Επίσης, δεν δίστασε να δημιουργήσει γλωσσικούς νεολογισμούς.[8]

  • 1902: Styx (Στυξ)
  • 1905: Der siebente Tag (Η έβδομη μέρα)
  • 1907: Die Nächte der Tino von Bagdad (Οι Νύχτες του Τίνο από τη Βαγδάτη)
  • 1909: Die Wupper (Ο Βούπερ), θεατρικό έργο
  • 1911: Meine Wunder (Τα Θαύματά μου)
  • 1913: Hebräische Balladen (Εβραϊκές Μπαλάντες, ελλ. μτφ Εύη Μαυρομάττη, εκδ. Γαβριηλίδης) [9]
  • 1914: Der Prinz von Theben (Ο Πρίγκιπας των Θηβών)
  • 1917: Gesammelte Gedichte (Συλλογή Ποιημάτων)
  • 1932: Arthur Aronymus und seine Väter (Ο Άρθουρ Αρώνυμους και οι πατέρες του), θεατρικό έργο
  • 1943: Mein blaues Klavier (Το μπλε πιάνο μου)
  1. . «else-lasker-schueler-gesellschaft.de/else-lasker-Schüler/».
  2. . «sansimera.gr/biographies/Έλζε Λάσκερ-Σίλερ».
  3. . «studyflix.de/deutsch/else-lasker-schueler».
  4. . «geschichtewiki.wien.gv.at/Else_Lasker-Schuler».
  5. . «dhm.de/lemo/biografie/else-lasker-schueler».
  6. . «else-lasker-schueler-gesellschaft.de/».
  7. . «pfalztheater.de/else-lasker-schueler-dramatikpreis/».
  8. . «vakxikon.gr/Έλζε Λάσκερ – Σύλερ : Μια ποιήτρια του γερμανικού μοντερνισμού».
  9. . «politeianet.gr/books/lasker-schuler-else-gabriilidis-ebraikes-mpalantes».